|
Απαντήσεις στις ερωτήσεις
του σχολικού βιβλίου |
Α. Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο (τον γνώρισα, κατάλαβα, κοίταξα) και στα λόγια του αφηγητή και τα λόγια του Ζορμπά. Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη και η εστίαση εσωτερική. (Απ’ τα είκοσι έξι κεφάλαια του έργου, τα δεκατέσσερα ξεκινούν με πρωτοπρόσωπη αφήγηση και άλλα τέσσερα με πρώτο πληθυντικό πρόσωπο.) Ο αντιήρωας Ζορμπάς προστατεύεται από τον αφηγητή του, ο οποίος κάνοντας χρήση του πλεονεκτήματος της εσωτερικής εστίασης δεν αναφέρει πώς τον αντιμετωπίζει η τοπική αγροτική κοινωνία, ούτε πώς τον αντιμετώπισαν οι άλλες στο παρελθόν.
Β. Στο απόσπασμα του σχολικού βιβλίου ο αφηγητής ζωντανεύει το Ζορμπά με ρεαλιστική σχεδόν φωτογραφική περιγραφή. Προσφεύγει στην επίμονη παράσταση των εξωτερικών χαρακτηριστικών του, επειδή σ’ αυτά έχει αποτυπωθεί η εμπειρία της ζωής του και έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα τα σημάδια της ψυχής του: είχε μάτια όλο φλόγα/ πρόσωπο σκαλισμένο, σαρακοτρυπημένο/ είναι φιλήδονος/ φαίνουνταν πολυταξιδεμένος, πολυζωισμένος/ έμοιαζε με δουλεμένο, δυστυχισμένο ξύλο/ είχε χέρια γιομάτα ρόζους και χαραμάδες, παραμορφωμένα και νευρικά. Παράλληλα, ο συγγραφέας αποκαλύπτει τον χαρακτήρα του ήρωα, τις αντιλήψεις, μερικές εμπειρίες του και ένα κομμάτι από τη βιοθεωρία του με τον διάλογο.
Ο διάλογος είναι μια μοναδική ευκαιρία ο ίδιος ο Ζορμπάς με πρωτοπρόσωπη αφήγηση να μιλήσει για τον εαυτό του και να αυτοπροσδιοριστεί.
Γ. Ο συγγραφέας εντυπωσιάζεται αρχικά από την ευθύτητα και την αμεσότητα, με την οποία ο Ζορμπάς τον πλησιάζει και ζητάει αυτό που θέλει χωρίς περιστροφές. Τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του Ζορμπά είναι ένα επιπλέον ελκυστικό στοιχείο πάνω του, ιδιαίτερα τα μάτια του, γιατί δείχνουν άνθρωπο ψημένο στη ζωή, ξύπνιο, με ισχυρή προσωπικότητα. Η αφοπλιστική του ειλικρίνεια και η αντισυμβατικότητά του έρχονται να συμπληρώσουν τηθετική εικόνα του. Επίσης, το πάθος και η φλόγα των συναισθημάτων του, που τον παρέσυρε άλλοτε σε ακραία συμπεριφορά (με τον εργοδότη του), άλλοτε σε υπερβάσεις (το σαντούρι). Η θέρμη σε ό,τι έλεγε (το θερμό λαρύγγι), γιατί μιλούσε με τη γλώσσα της καρδιάς. Ο αυτοσαρκασμός του, η ικανότητά του να κοροϊδεύει τον εαυτό του και η ζωτική του ενέργεια, η «δροσεράδα της καρδιάς» του επέδρασαν συνάμα αποφασιστικά στη γοητεία που ασκούσε ο Ζορμπάς. Το πιο σημαντικό στοιχείο πάνω του, ωστόσο, είναι η βιωματική σχέση του με τη μουσική, οι αντιλήψεις του για την τέχνη, η τρυφερή του σχέση με το σαντούρι, που το κουβαλάει μαζί του ως πολύτιμο σύντροφό του και μόνη περιουσία του.
Ο αφηγητής είναι μορφωμένος, εγγράμματος, καλαμαράς, όπως λέει ο ίδιος καλλιεργημένος, εκλεπτυσμένος, ανακαλύπτει τη ζωή κυρίως μέσααπό το διάβασμα, αξιοποιεί τις ώρες αναμονής διαβάζοντας Δάντη. Από τον φημισμένο Δάντη όμως τον αποσπά ο άσημος, αγράμματος ξένος, που έχει πολλά να πει όχι από τους λαβύρινθους του μυαλού του αλλά από την περιπέτεια της ζωής του. Ο Ζορμπάς είναι «μια ακατέργαστη μεγάλη ψυχή»,ο πρακτικός, εμπειρικός άνθρωπος, που αν και δεν έχει μορφωτικά εφόδια έχει σοφία και πνευματικότητα. Είναι ψημένος στη ζωή, ανεξάρτητος, δυνατός, ελεύθερος, ορμητικός, παθιασμένος. Έχει παραμείνει δεμένος με τη μάνα Γη, ανεπιτήδευτος, ειλικρινής, γνήσιος, αυθεντικός. Ζει τα πάντα με πάθος, ανακαλύπτει τα πράγματα σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Κάτι που οι σοφοί πολλές φορές ξεχνάνε εγκλωβισμένοι στη σοφία τους και αποκομμένοι από τη ζωή.
Αρχικά μιλάει για το σαντούρι σαν να είναι γι αυτόν ένα μέσο βιοπορισμού και τίποτε άλλο. (όταν με σφίξουν οι φτώχειες, γυρίζωστους καφενέδες και παίζω σαντούρι).Διαβάζοντας ανάμεσα στις γραμμές όμως καταλαβαίνουμε ότι η φτώχεια ενίοτε τον αναγκάζει να κάνει για τους άλλους αυτό που κάνει στο βάθος για τον εαυτό του. Ο Ζορμπάς παίζει για να ακούει και
όχι για να τον ακούν. Μετά την ερώτηση του συνομιλητή του, ο οποίος έδειξε μάλλον αδιάφορος για τα παρωνύμιά του, αποκαλύπτει ότι, όταν το πρωτοάκουσε, μαγεύτηκε, συγκλονίστηκε (πιάστηκε η αναπνοή μου). Από κει και πέρα η περιγραφή του μοιάζει σαν να αφηγείται την πρώτη σπίθα ενός κεραυνοβόλου έρωτα, τη σαρωτική γνωριμία του με έναν άνθρωπο, μια ζωντανή ψυχή που έμελλε να ανατρέψει τα πάντα στη ζωή του. Συγκρούστηκε με τον πατέρα του, αδιαφόρησε για τους μειωτικούς χαρακτηρισμούς των μουσικών και παρέμεινε αδιαπραγμάτευτος. Αρνήθηκε να το συζητήσει ή να δικαιολογηθεί. Δεν έτρωγε, δεν γλεντούσε ως νέος, δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο. Ήταν σαν να του είχε αποκαλυφθεί ένας καινούργιος κόσμος. Όταν διαπιστώνει την άρνηση του πατέρα του, αναλαμβάνει δράση. Δίνει όλες του τις οικονομίες, για να αγοράσει σαντούρι. Εγκαταλείπει την ασφάλεια και τη θαλπωρή του σπιτιού του, αναζητεί και βρίσκει τον καλύτερο δάσκαλο, γονατίζει στα πόδια του, τον συγκινεί με το πάθος και την ορμή του.Ο πατέρας του Ζορμπά, επειδή εκείνη την εποχή οι μουσικοί ήταν πλανόδιοι επαγγελματίες, άρα περιφρονημένοι και τα λαϊκά παραδοσιακά όργανα δεν είχαν το κύρος και την αίγλη ενός κλασικού οργάνου, αντιδρά στο όνειρο του γιου του. Θυμώνει και προσπαθεί μάταια να τον νουθετήσει.Ο Ζορμπάς κάνει τα πάντα για να μάθει την τέχνη της μουσικής. Αψηφά τις εντολές του πατέρα του. Το σαντούρι γίνεται σκοπός της ζωής του. Έχει και το πάθος και το ταλέντο, αφού σε έναν χρόνο μαθαίνει ένα πάρα πολύ δύσκολο όργανο. Αντίθετα, ο επίσης εικοσάχρονος γιος του αγιογράφου αντιμετωπίζει την αγιογραφία σαν καταναγκαστικό έργο. Δεν τον συγκινεί, απλώς συμβιβάζεται με τα σχέδια της οικογενειακής επιχείρησης και τις προσδοκίες του πατέρα του. Υποτάσσεται στις διαταγές και απειλές του πατέρα του. Στην πραγματικότητα ονειρεύεται μια ζωή κοντά στη φύση και δεν διαθέτει καλλιτεχνικό ταλέντο.
β) Τα λόγια του Ζορμπά έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα ιδίως σήμερα, κυρίως γιατί η τέχνη έχει εκφυλιστεί σε βιομηχανικό προϊόν και γιατί ο γνήσιος έρωτας για τη μουσική και όχι για τη διασημότητα, την προβολή και το κέρδος σπανίζει. Τα λόγια του συγκινούν και για έναν άλλο λόγο. Γιατί, αν και δεν μορφώθηκε, έχει συγκροτημένη σκέψη, μπορεί να φτάνει στο κουκούτσι της αλήθειας και να την εκφράζει με καθαρότητα.
εργασιών
ένα ίσο στην τονική (βάση) ή την πέμπτη της κλίμακας. Σήμερα μπορεί να παίζει τη μελωδία, είτε μόνο του είτε μαζί με τα άλλα όργανα, καθώς και να παίζει τις συγχορδίες πάνω στο ρυθμό. Η μελωδική του έκταση είναι περίπου τρεισήμισυ οκτάβες (όπως και στο κανονάκι), με συνολικά 100-110 περίπου χορδές. Στο παίξιμο χρησιμοποιείται κυρίως ο καρπός του χεριού και λιγότερο τα δάκτυλα. Θεωρείται γενικά δύσκολο όργανο και απαιτεί ιδιαίτερη δεξιοτεχνία και μουσική αντίληψη. Βγάζει έναν εντελώς ξεχωριστό, πλούσιο και χαρακτηριστικό ήχο.







