Το πιο κοινό αλφάβητο

Η Λίστα με τα ψώνια, που παρέδιδε ο Μιχαήλ Άγγελος στους αγράμματους υπηρέτες του.


Προβλήματα της καθημερινής ζωής

 

Συνέχεια ανάγνωσης

“Μαύρο τετράγωνο σε άσπρο φόντο” – Black Square, Kazimir Malevich

Καζιμίρ Μαλέβιτς “Μαύρο τετράγωνο σε άσπρο φόντο”, Σουπρεματισμός, Αφηρημένη Τέχνη

Έργο γνωστό ως “Το μαύρο
τετράγωνο” (Black Square) 
      Ωστόσο, ο  πίνακας «Black Square» δεν είναι 
μαύρος. Η οπτική εντύπωση του μαύρου συντελείται από διάφορα χρώματα. 
Ούτε τετράγωνος είναι. Οι πλευρές  δεν είναι παράλληλες μεταξύ τους. Οι
κριτικοί Τέχνης θεωρούν ότι η επιλογή αυτή συνδέεται με την πρόθεση του
καλλιτέχνη να   δημιουργήσει μια δυναμική μορφή, που αποδίδει την
ένταση της κίνησης.
      Όταν έκανε
πρεμιέρα το μαύρο τετράγωνο ο κόσμος φλεγόταν. Ήταν στη μέση του Πρώτου
Παγκοσμίου Πολέμου, μετά το 1917 θα εκραγεί η εξέγερση των μπολσεβίκων και η
Οκτωβριανή Επανάσταση. Μέσα σε μια ταραγμένη εποχή με κοσμογονικές αλλαγές,
είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι το μαύρο τετράγωνο είναι μια αναπαράσταση
ενός πραγματικού πράγματος, αλλά τείνει να το δει ως μία σκοτεινή λάμψη της αυγής
μιας νέας εποχής.
Ο Ζωγράφος, εισηγητής του καλλιτεχνικού κινήματος του Σουπρεματισμού
εξηγεί:

 “Με τον όρο Σουπρεματισμό
εννοώ  την κυριαρχία (supremacy) του αγνού συναισθήματος στη δημιουργική
τέχνη. Για το Σουπρεματιστή τα οπτικά φαινόμενα του κόσμου των αντικειμένων
είναι από μόνα τους χωρίς σημασία, το σημαντικό είναι το συναίσθημα, έτσι,
τελείως ξέχωρο από το περιβάλλον όπου γεννήθηκε.
Αυτό που λέμε «υλοποίηση» ενός
αισθήματος, στο συνειδητό μυαλό μας, σημαίνει, στην πραγματικότητα, υλοποίηση
της αντανάκλασης αυτού του αισθήματος, με μέσον κάποια ρεαλιστική σύλληψη. Μια
τέτοια ρεαλιστική σύλληψη δεν έχει καμιάν αξία στη τέχνη του σουπρεματισμού. Κι
όχι μόνο γι αυτή, μα γενικά στη Τέχνη, γιατί η διαρκής, αληθινή αξία του έργου
τέχνης (σ’ όποια σχολή και αν ανήκει) βρίσκεται μονάχα στο αίσθημα που
εκφράζει.
Ο Ακαδημαϊκός νατουραλισμός, ο
νατουραλισμός των Ιμπρεσιονιστών, ο Σεζανισμός, ο Κυβισμός, κλπ,  όλα
αυτά, κατά κάποιο τρόπο, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μέθοδοι διαλεκτικής, που
έτσι δεν μπορούν να καθορίσουν με κανένα τρόπο την αξία ενός έργου τέχνης.
Μια αναπαράσταση αντικειμένων, με
σκοπό της την αντικειμενικότητα, είναι κάτι που δεν έχει καμιά απολύτως σχέση
με την τέχνη, όπως επίσης η χρήση μορφών αντικειμένων σ’ ένα έργο, δεν
αποκλείει τη δυνατότητα να είναι αυτό το έργο υψηλής καλλιτεχνικής αξίας.”
 (απόσπασμα από το κείμενό
του “ Ο
μη Αντικειμενικός Κόσμος
” που  έγραψε και εξέδωσε στο
Βερολίνο το 1927)

ΤΟ ΜΠΑΚΛΑΒΑΔΑΚΙ ΤΗΣ ΕΝΤΑΤΙΚΗΣ, Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

Μάνα, δε σού ’πρεπε “φυγή”…

Την έβαλαν
μέσα Πέμπτη βράδυ στις οχτώ, Αύγουστο μήνα, θεριστή καρπών μα και ψυχών τις
περισσότερες χρονιές. Βαρύ έμφραγμα του μυοκαρδίου η διάγνωση, ζήτημα ήταν αν
θα ’βγαζε τη νύχτα.

Ξενύχτησα
με τον αδερφό μου έξω απ’ την πόρτα της εντατικής, με την καρδιά μολύβι.
Εκείνος δε μιλούσε, μόνο τα μάτια του τρέχανε σαν του μωρού, δυο μέτρα άντρας.
Κάπνιζε συνέχεια, φουγάρο σκέτο, κοντά τέσσερα πακέτα έκανε μέχρι το πρωί. Μάνα
ήταν αυτή. Μανούλα γλυκιά, η Μαιρούλα μας.
Τα χείλη μου
στιγμή δε σταμάτησαν να ψιθυρίζουν προσευχές, όλους τους αγίους πάνω της τους
μάζεψα, να μου την προσέχουν. 
«Δεν ξέρουμε
τίποτα αν δεν περάσουν σαράντα οκτώ ώρες, εμείς κάνουμε ό,τι μπορούμε,
διατρέχει πάντως σοβαρό κίνδυνο…» 
Η ετυμηγορία
των γιατρών, δρεπάνι γκιλοτίνας κοφτερό, κρεμόταν ήδη πάνω απ’ τα κεφάλια μας.
Πιότερο πάνω απ’ το δικό της το κεφάλι.
Φοβόταν η
μάνα μας. «Μη μ’ αφήνετε εδώ μονάχη, ανταριάζομαι με τα τόσα φώτα, τόσα
καλώδια, τι θα μου κάνουν; Πάρτε με από δω, σας ξορκίζω. Εγώ καλά είμαι.»
Έτρεμε σαν
μου ’σφιγγε το χέρι. Το ίδιο έκανε και μες στο ασθενοφόρο, όταν τη φέρναμε στο
πανεπιστημιακό νοσοκομείο της πόλης απ’ το εξοχικό μας, ίσα που πρόλαβα να ρίξω
ένα ρούχο πάνω μου, από μέσα φορούσα ακόμα βρεγμένο το μαγιό. Στιγμή δεν τ’
άφησε, βαριανάσαινε, «δεν είναι βάρος τούτο το πράμα δω στο στήθος μου,
ταφόπλακα είναι… προσευχήσου, παιδί μου, για μένα, να τώρα περνάμε έξω απ’ τον
Εσταυρωμένο, μεγάλη η χάρη Του, θέλω να προλάβω να δω τις κόρες σου νύφες…»
«Μη λες
τέτοια, μανούλα, θα προλάβεις, όλα θα τα προλάβεις, είσαι νέα ακόμα, να δεις
που θα καμαρώσεις και δισέγγονα» της έδινα κουράγιο, η καρδιά μου όμως το
’ξερε, εγώ φοβόμουν πιο πολύ από κείνη, μα προσπαθούσα να μην το δείχνω. Έτρεμα
να μη μου μείνει στα χέρια, καθώς δεν υπήρχε δεύτερος γιατρός στο μικρό
ιδιωτικό ιατρείο για να τη συνοδεύσει στην πόλη, περίμεναν κι άλλα επείγοντα
περιστατικά να αντιμετωπιστούν, ούτε καν οξυγόνο δεν είχε μέσα το ασθενοφόρο,
τον οδηγό μονάχα, ένα παλικαράκι καμιά εικοσαριά χρονώ, που έτρεχε αφηνιασμένα,
παίρνοντας τις στροφές στους δυο τροχούς, με τη σειρήνα του ασθενοφόρου να
ουρλιάζει κι εκείνον να ρωτάει κάθε λίγο: 
«Καλά είσαι,
θεία; Κουράγιο, να, σε λίγο φτάνουμε. Περδίκι θα σε κάνουνε στο νοσοκομείο,
θεία, περδίκι…»
Έπεψε ο
Θεός, που λέμε εδώ στην Κρήτη, και ξημέρωσε τη μέρα. Η κατάσταση της μάνας μας
απελπιστικά σταθερή. Τίποτα δεν είχε αλλάξει.
Ήρθε η ώρα
του επισκεπτηρίου. Το ωράριο τηρούνταν με θρησκευτική ευλάβεια, οι κανόνες
αυστηροί. Τέσσερις με έξι το απόγευμα έμπαινε ένας-ένας, ντυμένος με την
πράσινη στολή που υποχρεωτικά ενδύεσαι στην εντατική, σκούφο, μπλούζα, κάλυμμα
στα παπούτσια, τα μικρόβια παραμόνευαν κι οι έξω –υποτίθεται– τα μετέφεραν. Αν
όμως γνώριζες καλά τα πράγματα εκεί μέσα, ήξερες πως τα πιο δυνατά μικρόβια, τα
μικρόβια-δολοφόνοι, ήταν τα ενδονοσοκομειακά.
Η είσοδός
μας στον καταθλιπτικό και αποστειρωμένο εκείνο χώρο, αξέχαστη. Οι ασθενείς
αδύναμοι, συνδεδεμένοι με πολύχρωμα καλώδια σαν αλλόκοτοι αστροναύτες, χλομοί,
ταλαιπωρημένοι, με τον ιδρώτα σε κόμπους ν’ αναβλύζει, περίμεναν με αγωνία την
επαφή με τον έξω κόσμο.
Και τίποτα
να μη σπιλώνει τη φρεσκοβαμμένη αγνότητα των τοίχων… Ούτε τα μόρια της σκόνης
που χορεύουν στο φως. Ούτε ένα παράθυρο ανοιχτό, έτσι για να κάνουν πως
γλιστράνε μέσα οι ήχοι της πόλης. Μόνο ζέστη, πολλή ζέστη…
Περίμενε η
Μαιρούλα υπομονετικά να μπούμε, τυλιγμένη σ’ ένα σεντόνι, πνιγμένη στα καλώδια,
με την αγωνία σκαλωμένη στα σβησμένα της μάτια –της τα ’χε ρημάξει το ζάχαρο τα
τελευταία χρόνια– τώρα έβλεπε μόνο σκιές. Ο γιατρός δίπλα της αυστηρός: 
«Όχι
συγκινήσεις έντονες, συνεχίζονται οι αρρυθμίες.» Της έσκαγε όμως πότε πότε και
κάποιο χαμόγελο. «Όλα θα πάνε καλά, κυρία Μαίρη. Τα δύσκολα περάσανε.» 
Η οθόνη
όμως, που μετρούσε τους παλμούς της καρδιάς της, έστελνε πράσινα κύματα στη
μαύρη οθόνη θάλασσα, σαν ακανόνιστες τεθλασμένες γραμμές. Δεν μπορούσα να πάρω
τα μάτια μου απ’ αυτά τα καταραμένα τα κύματα. Την ίδια νύχτα τα ονειρεύτηκα.
Πάλευα μέσα τους κι εκείνα τυλίγονταν στο λαιμό μου σαν σχοινιά, έτοιμα να με
πνίξουν.
Χάιδεψα τη
μανούλα μου, της έδωσα νερό, κουράγιο… της είπα τα νέα μας. Ήθελε όλα να τα
μάθει. Τι κάνει ο άντρας μου, τα παιδιά, ο μπαμπάς, ο αδερφός μου, η νύφη της,
ο εγγονός της ο Σταυρούλης, δυο χρονώ μωρό, η αδυναμία της.
Στο τέλος
ρώτησε τι μου είπαν οι γιατροί.
«Την
αλήθεια, παιδί μου, θέλω. Θα ζήσω;» 
Έκανα
προσπάθεια να χαμογελάσω. 
«Μα τι είναι
αυτά που λες; Δεν είπαμε πως όλα θα πάνε καλά;»
«Καλά, ας το
πιστέψω. Θέλω τόσο να το πιστέψω. Να ’ρχεστε κάθε μέρα. Δεν μπορώ εδώ μέσα μόνη
μου.» Και να μη μου αφήνει το χέρι. 
Μετά από
τόσα χρόνια που έχει “φύγει”, νιώθω ακόμα τη ζεστασιά εκείνης της παλάμης, τον
παλμό του σφυγμού της, η αγάπη της χύνεται πάνω μου με τους κουβάδες του ήλιου…
Γιόρταζε σε
τρεις μέρες. Δεκαπενταύγουστος. Δεν είχα το κουράγιο να της φτιάξω το γλυκό που
εκείνη έφτιαχνε κάθε χρόνο στη γιορτή της. Μια τούρτα με παντεσπάνι, κρέμα,
ζελέ πορτοκάλι, μπανάνες και ροδάκινα. “Τούρτα
Λιλίκας”
έγραφε με τα κομψά της καλλιγραφικά γράμματα στο μπλε
τετράδιο των συνταγών της, που μοσχοβολούσε βανίλια. Δεν υπήρχε δεύτερη
νοικοκυρά σαν τη Μαιρούλα. Στην κουζίνα μου, συγκέντρωσα τα υλικά για να το
φτιάξω, άνοιξα το τετράδιο σ’ εκείνη τη σελίδα. Το ξανάκλεισα. Είχε βραχεί η
σελίδα με δάκρυα… Πήγα κι αγόρασα μπακλαβαδάκια. Κι αυτά της άρεσαν. Θα
κερνούσα τους γιατρούς, τις νοσοκόμες, τους ασθενείς. Σαν να ’χαν έρθει
επίσκεψη στο σπίτι μας τη μέρα της γιορτής της θα ’τανε. Για τα χρόνια πολλά…
Πριν φύγω,
ήρθε η θεία Χρυσούλα. Κουνιάδα της αγαπημένη, μα πιο πολύ φίλη της. Μαράζωσε
σαν πέθανε εκείνη. Ήταν συνομήλικες. Κρατούσε στα χέρια της ένα ταπεράκι. 
«Αυτό να το
κρατάς στη Μαιρούλα. Και χρόνια πολλά να της πεις από μένα. Του χρόνου θα τα
γιορτάσουμε μαζί.» 
Άνοιξα το
μικρό κουτί. Η θεία τής είχε φτιάξει την τούρτα “Λιλίκας”. Είχε κόψει δυο μικρά
κομμάτια και τα είχε βάλει μέσα. Έκλαψα μ’ αυτή της την κίνηση. Ακόμα κλαίω σαν
θυμάμαι εκείνη της τη χειρονομία…
Η εντατική
αντιλαλούσε από γέλια σήμερα. Η Μαιρούλα είχε κέφια, είχε διαφύγει τον κίνδυνο,
αύριο θα την έβγαζαν. Το κέφι της είχε βάψει τα μάγουλα κόκκινα, γελούσε και
διηγιόταν στους ασθενείς ανέκδοτα. Δίπλα της ακριβώς είχαν φέρει μία πολύ
ζωντανή γυναίκα. Δεν καθόταν ήσυχη, στριφογύριζε συνεχώς, ήταν νευρική αλλά δε
φαινόταν καθόλου άρρωστη. Απορούσες γιατί την είχαν βάλει εκεί.
Όταν μπήκα
μέσα με τα γλυκά, εκείνη ξεκαρδιζόταν στα γέλια. 
«Ήσυχα,
κυρία Δέσποινα. Ηρεμήστε. Έχετε υψηλή πίεση, δεν κάνει…» προσπαθούσε να την
ηρεμήσει μια νοσοκόμα. 
Δεν είχε
επισκεπτήριο εκείνη. Μόλις με είδε να μπαίνω και να φιλώ τη μάνα μου,
μελαγχόλησε.
«Κι εγώ
γιορτάζω, μα δεν ήρθε να με δει κανείς… Τυχερή είσαι συ, κυρά Μαίρη, έχεις καλά
παιδιά.» 
Χάρηκε η
Μαιρούλα με τις λιχουδιές. Μα δεν άγγιξε τίποτα. Ο γιατρός της επέτρεψε μια
κουταλιά τούρτα επειδή γιόρταζε κι ήταν σήμερα πολύ καλύτερα. Μόνο μια μικρή
κουταλιά. Δεν έφαγε. 
«Καλύτερα να
κρατήσω την όρεξή μου για του χρόνου. Εσύ κέρασε στο μεταξύ για τη γιορτή
μου.» 
Όλα τα
μετέτρεπε η Μαιρούλα σε γιορτή Ακόμα και το θάνατο που δοκίμαζε τις φτερούγες
του έξω απ’ τα ψηλά παράθυρα.
Άνοιξα το
κουτί και τους κέρασα όλους. Οι ευχές έπεσαν βροχή, πρώτη φορά ένιωσα την
πραγματική έννοια τού “χρόνια πολλά, και του χρόνου…” Για τους περισσότερους
εκεί μέσα ήταν μια ευχή ουτοπία ή ίσως η ευχή που ξορκίζει το Χάρο. Για τη
Μαιρούλα, εκείνο το “και του χρόνου” δεν έφτασε ποτέ…
Πλησίασα την
κυρία Δέσποινα. Της έτεινα το κουτί με τα μπακλαβαδάκια. Χαμογέλασε και τα
σάλια της έτρεξαν σαν πήρε με λαχτάρα ένα κι ετοιμάστηκε να το καταβροχθίσει με
βουλιμία. Πρόφτασε και πετάχτηκε σαν σφήνα μπροστά μια νοσοκόμα με σακατεμένο
από τα σημάδια της ακμής πρόσωπο. 
«Μη, όχι,
κυρία Δέσποινα. Δεν κάνει να το φας. Το ζάχαρό σου είναι στα ύψη!»
Ταραγμένη
ανάσαινε η νοσοκόμα. Προσπάθησε να της το πάρει από το χέρι. Η κυρα-Δέσποινα
δεν το άφηνε. Τα σιρόπια άρχισαν να στάζουν στο σεντόνι.
«Άφησέ με να
το φάω, σε παρακαλώ. Κι εγώ γιορτάζω. Και δεν ήρθε κανείς. Θέλω να φάω ένα
μπακλαβαδάκι. Το στόμα μου είναι πικρό…» ικέτευε, τα μάτια της άρχισαν να
τρέχουν. 
«Δεν μπορώ
να σας αφήσω. Έχω ευθύνη. Αν συμβεί κάτι… Καταλάβετέ με…» Τώρα την ικέτευε η
νοσοκόμα.
«Καλά, φά’
το εσύ αντί για μένα, αλλά να ξέρεις, αυτό δε θα το ξεχάσω. Δε θα το ξεχάσω
ποτέ. Τι ζήτησα η δόλια; Ένα μπακλαβαδάκι, ένα τόσο δα μπακλαβαδάκι που θα μου
γλύκαινε τον πόνο. Μπορεί και να πεθάνω, βρε, και θα το ’χεις κρίμα στο λαιμό
σου. Πού να ξέρεις εσύ τι σηκώνω εδώ μέσα…» είπε κι έδειξε την καρδιά της.
Ύστερα λούφαξε στο κρεβάτι της γυρνώντας μας την πλάτη. Δεν ξαναμίλησε.
Μαύρισε η ψυχή
όλων στον παγερό χώρο. Απότομα η χαρούμενη ατμόσφαιρα βάρυνε ασήκωτα.
Την άλλη
μέρα, μας ειδοποίησαν ότι η Μαιρούλα θα έβγαινε από την εντατική και θα
μεταφερόταν στην Καρδιολογική. Πετάξαμε από τη χαρά μας. Όταν πήγαμε ξανά την
ώρα του επισκεπτηρίου, βρήκαμε τη μάνα μας δακρυσμένη, σιωπηλή. 
«Μαμά, τι
έχεις; Θα βγεις σήμερα. Οι γιατροί λένε πως είσαι καλύτερα, δε χαίρεσαι;»
Χωρίς να μου
απαντήσει, μου έδειξε με το δεξί της χέρι το διπλανό κρεβάτι. Ήταν άδειο.
«Την πήραν
την κυρία Δέσποινα; Τη μετέφεραν κι αυτή στην Καρδιολογική;» τη ρώτησα με
απορία. 
Δε μου
απάντησε η μάνα μου, αλλά η χθεσινή κοπέλα, η νοσοκόμα. Είχε πιάσει βάρδια πριν
από λίγο. Φορούσε το σκούφο, τη στολή, αλλά κρατούσε αγκαλιά το κουτί με τα
χθεσινά μπακλαβαδάκια, που είχα αφήσει για να κεραστούν κι οι υπόλοιποι
νοσηλευτές. Το ’χε ανοίξει κι έτρωγε τα γλυκά με μανία, δυο-δυο τα κατέβαζε. Τα
μάτια της ήταν ολοκόκκινα, σφούγγιζε τη μύτη της μ’ ένα χαρτομάντιλο. Έκλαιγε
κι έτρωγε. Χωρίς όρεξη. Ήταν ολοφάνερο ότι δυσκολευόταν να καταπιεί, της
ερχόταν τάση για εμετό, όμως με πείσμα συνέχιζε. Πηχτά ρυάκια από σιρόπι
έσταζαν απ’ το πιγούνι της πάνω στη στολή. Μπουκωμένη καθώς ήταν, πήγε να μου
μιλήσει. Κόντεψε να πνιγεί. Για μια στιγμή παραξενεύτηκα. Αηδίασα. Όμως…
«Δεν μπορώ
να το πιστέψω. Τώρα μόλις το έμαθα. Η κυρία Δέσποινα… πέθανε πριν από μια ώρα…
Άλλος την πήρε… άλλος.»
.

.




Η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Είναι καθηγήτρια Σχεδίου Μόδας με μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Από το 2001 και μετά έχουν εκδοθεί 12 βιβλία της
(ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, διηγήματα, άρθρα, βιβλιοκριτικές,
παιδικά βιβλία (απόσπασμα βιβλίου της διδάσκεται στην Ε’ Δημοτικού) και
παιδικό θέατρο). Είναι συντονίστρια του “Λογοτεχνικού κύκλου Ηρακλείου”.
Τηλεόραση, ραδιόφωνο, βιβλιοπαρουσιάσεις Ελλήνων και Ξένων Λογοτεχνών
και συνεχείς επισκέψεις σε σχολεία συγκαταλέγονται στο ενεργητικό
της. Σύντομα αναμένεται να κυκλοφορήσουν δυο νέες ποιητικές της συλλογές
“Τα νεαρά ποιήματα” και “Τα χα’ι’κού μιας μέρας και μιας νύχτας”’ από
τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη
.



Ταξιδιωτικός Οδηγός-Έκθεση Γ΄ Γυμνασίου Ενότητα 1η, “Η Ελλάδα στον κόσμο”


Περιηγήσου σε έναν από τους ακόλουθους ταξιδιωτικούς Ιστότοπους. Διάλεξε έναν από τους ελληνικούς τόπους, δες την παρουσίασή του (έχεις πολλές επιλογές, από διαδραστικό χάρτη του τόπου, μέχρι ταξιδιωτικό οδηγό, αφίσα, αξιολόγηση χρηστών, εντυπώσεις επισκεπτών κ.λπ. ) και αξιοποίησε τις πληροφορίες και τις ιδέες, για να δημιουργήσεις ή έναν δικό σου επίτομο (περιληπτικό, ολιγοσέλιδο) ταξιδιωτικό Οδηγό ή ένα Infographic που απευθύνονται σε νέους και νέες της ηλικίας σου.

 Ταξιδιωτικοί Ιστότοποι- Σχετικοί σύνδεσμοι:

Εμπλούτισε τον οδηγό με εικόνες (φωτογραφίες, γελοιογραφίες, σκίτσα, ζωγραφιές). 
Για να δημιουργήσεις ένα ηλεκτρονικό βιβλίο, χρησιμοποίησε το MYSTORYBOOK
Για να δημιουργήσεις infographic, μπες εδώ
Για να δημιουργήσεις διαδραστικό χάρτη, χρησιμοποίησε το  umapper
Για να δημιουργήσεις αφίσα, χρησιμοποίησε το glogster

Συμβουλή
Επειδή απευθύνεσαι σε συνομήλικούς σου  επιτρέπονται:
το χιούμορ
η βιωματική  προσέγγιση
οι … ευγενικές προστακτικές (προτρεπτική Υποτακτική)
η αμεσότητα 

Με συγχωρείτε, αλλά σας νίκησα…

Ο Samuel (Sami) Reshevsky, 8 χρόνων, νικά ταυτόχρονα …μερικούς Γκραντ Μάστερς  στο σκάκι, Γαλλία, 1920

                                                                         Έμαθε σκάκι σε ηλικία 4 ετών.

 Γεννήθηκε στην Πολωνία, αλλά μετανάστευσε με την οικογένειά του στην Αμερική, για να εξελιχθεί στο σκάκι. Δεν έγινε ποτέ επαγγελματίας σκακιστής.

 .


Μια παρτίδα με τον Τσάρλυ Τσάπλιν
Τριπλή  αναμέτρηση με τους Janowski, Bigelow και Bernstein

Μικρή συμβουλή για την ορθογραφία Νο 3

4 τύποι, που βάλθηκαν να μας τρελάνουν…

 

4 τύποι, που βάλθηκαν να μας τρελάνουν…
το τείχος
αμυντική κατασκευή, κτίσμα, που περιβάλλει συνήθως μία
πόλη και αποτελείται από ψηλά και γερά τοιχώματα που συνοδεύονται από
πύργους, προμαχώνες και επάλξεις
ο τοίχος
κατασκεύασμα από
πέτρες/ τούβλα , που υψώνεται κατακόρυφα και  χρησιμεύει ως
περίφραξη χώρου, διαχωριστικό ή υποστήριγμα
ο στοίχος
σειρά, γραμμή
ομοειδών ( ανθρώπων ή αντικειμένων)  σε
παράταξη
ο στίχος
γραμμή
γραπτού κειμένου,
κυρίως ποιήματος
Συνήθως την χρησιμοποιούμε στον
πληθυντικό:
τα τείχη
τειχίο
τείχιση
τείχισμα
τειχοδομία
τειχομαχία
τειχοποιία
τοιχάκι
τοιχαλάκι
τοιχίο
τοιχίζω
τοίχιση
μεσοτοιχία
εντοιχισμένο (ψυγείο, ντουλάπα κ.ά)

ΜΩΒ ΚΙΜΩΛΙΑ

στοιχείο
στοιχειώδης
στοίχημα
στοιχίζω
στοίχιση
αντίστοιχος, αντιστοιχώ, αντιστοιχία
σύστοιχος, (θυμήσου : σύστοιχο αντικείμενο)
συστοιχία
αμαξοστοιχία
δενδροστοιχία
κιονοστοιχία
μεσοτοιχία
οδοντοστοιχία
συστοιχία
αντιστοιχία
στιχούργημα
στιχουργική
στιχουργός
στιχουργώ
στιχοπλόκος
στιχομυθία

(θυμήσου την Ελένη του Ευριπίδη) 

 

Το Απολωλός, Γιάννης Βαρβέρης

ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ
Άδικα ψάχνεις, Κύριε, το απολωλός
κι άδικα θα χαρείς την εύρεσή του.
Αντίθετα, να ’σαι υπερήφανος
που διάλεξε με παρρησία να σ’ αρνηθεί
για την «τιμή και την πεποίθησί του».
Το απολωλός θα ζήσει κατά την κρίση του
και σύμφωνα μ’ αυτήν στο τέλος ίσως θα κριθεί.
Η ανησυχία και η θλίψη Σου
θά ’πρεπε μάλλον να στραφούν
στα υπόλοιπα ενενήντα εννέα: σε μας.
Με τη μορφή προβάτων, αδιάκοπα κοντά Σου
μάς έχεις αιώνες τώρα
και για πάντα χάσει.[Γιάννης
Βαρβέρης, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΟΝΟΣ 2009]

Η σύντομη ιστορία της Μελαγχολίας



Αν είστε μια ζωντανή ανθρώπινη ύπαρξη, οι πιθανότητες να έχετε νιώσει λυπημένος/η, -τουλάχιστον μερικές φορές στη ζωή σας- είναι πολλές. Αλλά τι ακριβώς είναι η μελαγχολία και τι θα πρέπει να κάνουμε γι ‘αυτήν; Ο Courtney Stephens επιχειρεί με αυτό το βίντεο-μάθημα να συμβάλει στην

εξελισσόμενη ακόμη κατανόηση της θλίψης. Προχωρεί όμως και πέρα από την κατανόηση της μελαγχολίας και κάνει μια υπόθεση για τη χρησιμότητά της.

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Γυμνασίου – Ενότητα 5η Ειρήνη -Πόλεμος

Έργο του καλλιτέχνη Μαλέκ Αλ Σάμι-19 ετών τότε (2014-Συρία)
Με βάση τις οδηγίες που θα βρείτε   κάνοντας κλικ εδώ, να σχολιάσετε μία από τις  εικόνες:
Ο μαθητής γράφει στον πίνακα μιας βομβαρδισμένης τάξης «Συνηθίζαμε να
κάνουμε πλάκα λέγοντας: ” Θεέ μου σε παρακαλώ, διάλυσε το σχολείο”… και το
έκανε».


Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com