«Η τρίπλα των ονείρων», Δημήτρης Μίγγας

Ο νέος που κοντρολάρει μπάλα με τον μηρό-Επιτύμβια στήλη-Ε.Α.Μ

Α. Ανάλυση κειμένου 
Εισαγωγικές επισημάνσεις   

Το διήγημα «Η τρίπλα των ονείρων» περιλαμβάνεται
στην συλλογή διηγημάτων «Της Σαλονίκης μοναχά…». «Της Σαλονίκης μοναχά τής πρέπει το καράβι. Να μην τολμήσεις να τη
δεις ποτέ από τη στεριά
» : από το στίχο αυτό του Νίκου Καββαδία άντλησε ο
Μίγγας τον τίτλο του τέταρτου βιβλίου του.
Πρόκειται για μια συλλογή
ένδεκα διηγημάτων
οκτώ ιστορίες, δύο παραμύθια και ένα
όνειρο
, κατά τον
συγγραφέα, που διαδραματίζονται στο μαγικό τοπίο της Θεσσαλονίκης ή συνδέονται
με την πόλη αυτή, που είναι εξάλλου και σημείο αναφοράς της ζωής και του έργου
του συγγραφέα. Οι ήρωές της συλλογής είναι σύγχρονοι άνθρωποι με σάρκα και
οστά, που σπάνια παρελαύνουν με τέτοια ποικιλία και γνήσια λαϊκότητα σε έργα
της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Δημοτικοί υπάλληλοι, μουσικοί, εργάτες,
μηχανικοί, εστιάτορες, προπονητές ποδοσφαίρου, ναυτικοί, φαρμακοποιοί, ηθοποιοί,
μαθητές ωδείου, συγγραφείς, ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές που τους συνδέει το
άπιαστο όνειρο, η απογοήτευση, η δραματική ζωή, η αθόρυβη απόγνωση.  Είναι ήρωες με διαψευσμένα όνειρα, που ζουν ανώνυμοι
ανάμεσα στο πλήθος την άχαρη ζωή τους, αλλά δεν παραιτούνται. Έρχονται, ζουν ή
επιστρέφουν στη Θεσσαλονίκη προσπαθώντας να κερδίσουν το στοίχημα της ζωής  ή να ξαναβρούν τον εαυτό τους. 

 Τα   διηγήματα του Μίγγα
φανερώνουν με έναν ξεχωριστό τρόπο τη θητεία του  στην ποίηση. Ο συγγραφέας δημιουργεί μια
συγκροτημένη ιστορία, θεμελιωμένη στην πιο οικεία πραγματικότητα, στην
πραγματικότητα του σπιτιού μας ή της γειτονιάς μας και με έντεχνο τρόπο σπάει το
 ρεαλιστικό  κέλυφος, για να αποκαλύψει το παράλογο και το
μοναδικό. Αυτό επιτυγχάνεται κυρίως με τη διαχείριση του αφηγηματικού χρόνου.
Ενώ η αφήγηση είναι γραμμική και ομαλή, δηλαδή ακολουθεί τη κανονική σειρά των
γεγονότων, με εντελώς ανεπαίσθητο και φυσικό τρόπο ανατρέπεται η διαδρομή του
χρόνου και ο αναγνώστης  μεταφέρεται έτσι
σε μια ονειρική, υπερβατική, αμιγώς 
ποιητική ατμόσφαιρα Από την άλλη μεριά, οι ήρωές του ενώ είναι κανονικοί
άνθρωποι δεν είναι αδιάφοροι, ενώ  είναι
κοινοί δεν είναι συνηθισμένοι. Φυλάγουν πάντα μέσα τους μια απόκλιση από το
πλήθος, μια απόχρωση από τη γκρίζα ζωή που ζουν, κάτι που γοητεύει τον
αναγνώστη και τον κατευθύνει να τους κατανοήσει.

Θέμα
Ο Μίμης Αρούκατος, ένας παλαίμαχος ερασιτέχνης ποδοσφαιριστής,  πέρασε όλη του τη ζωή προσπαθώντας να πετύχει
μια τρίπλα δικής του επινόησης. Δεν το κατάφερε ποτέ και εγκατέλειψε
ταπεινωμένος τα γήπεδα. Μετά από χρόνια,  σε ένα καφενείο της Θεσσαλονίκης,
παρακολουθώντας στην τηλεόραση το παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1998, βλέπει το πιο
μεγάλο του όνειρο να πραγματοποιείται μέσα από την τρίπλα ενός Μεξικανού
ποδοσφαιριστή
.

Δομή
Το
διήγημα δομείται σε δύο νοηματικές ενότητες:
α)
«Ο Μίμης Αρούκατος…αλλά εκείνος δεν λησμόνησε», το απραγματοποίητο όνειρο του 
Αρούκατου.
β)
«Κι όταν ύστερα από χρόνια…των ονείρων του Αρούκατου», η πραγματοποίηση του ονείρου μέσω της τρίπλας του Μεξικανού.

Πρώτη
ενότητα
Ο συγγραφέας μάς δίνει όλες τις ουσιαστικές πληροφορίες,
που κινούν το μύθο, από την πρώτη παράγραφο, με απλότητα, λιτότητα και
πυκνότητα.  
Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας  είναι ο Μίμης Αρούκατος, ένας ερασιτέχνης
ποδοσφαιριστής, που δεν ζει πια. Ο Αρούκατος έφυγε από τη ζωή μόλις στα πενήντα
του χρόνια από έμφραγμα. Στα νιάτα του έπαιζε στον  Οδυσσέα Κορδελιού
[x2], στη ζώνη της επίθεσης (αριστερό εξτρέμ). Τότε ήταν
εβδομήντα κιλά, ενώ στο τέλος της ζωής του έφτανε τα εκατόν είκοσι. Ήταν
γνωστός στη Θεσσαλονίκη με το προσωνύμιο (=παρατσούκλι) ο «Αέρινος». Ο λόγος
ήταν ότι είχε επινοήσει μια τρίπλα, έναν τρόπο, δηλαδή, να ξεγλιστράει «σαν
αέρας» από τους αντιπάλους  και να
απειλεί το τέρμα τους και κυρίως ότι μιούσε συνέχεια γι’ αυτήν. Ο αφηγητής την
περιγράφει με παραστατικότητα και ακρίβεια 
«Έτσι όπως θα τον έκλειναν….σαν αέρας», ρίχνει όμως το κέντρο βάρους στη
σχέση της τρίπλας με τη ζωή του. Με ένα χαλαρό κλιμακωτό και ασύνδετο  σχήμα υπογραμμίζει  με πόσο πάθος και πείσμα επιδόθηκε ο Αρούκατος
στην καλλιέργεια αυτής της τεχνικής: «την
είχε στο μυαλό  από μικρός, μελέτησε όλες
τις εκδοχές, την εμπλούτισε με αρκετές παραλλαγές».
Και στη συνέχεια
τονίζει: «πάσχιζε στις προπονήσεις,
παιδευόταν χρόνια».

Η  εμμονή του
Αρούκατου με την τρίπλα αναδεικνύει τη σημασία που είχε για αυτόν η συμμετοχή
του στην ομάδα, η προβολή  του στο γήπεδο,
το χειροκρότημα των φιλάθλων και το ποδόσφαιρο γενικότερα. Το ποδόσφαιρο ήταν
το παιδικό του όνειρο, όπως είναι για πάρα πολλά παιδιά. Είναι γνωστό ότι είναι
το πιο λαϊκό άθλημα, έχει μεγάλη και βαθιά απήχηση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.
Η συμμετοχή δε στο ποδόσφαιρο είτε ως φιλάθλου είτε ως παίκτη είναι  μια διέξοδος από τα προβλήματα της ζωής κι
ένας νόμιμος τρόπος εκτόνωσης και ψυχαγωγίας. Είναι  επίσης γνωστό ότι οι ποδοσφαιριστές  γίνονται είδωλα και λαϊκοί ήρωες. Ο Αρούκατος
έχει ταυτιστεί με τα «αστέρια» του ποδοσφαίρου, 
τους ακριβοπληρωμένους επαγγελματίες με το αδιαμφισβήτητο ταλέντο και τη
λαμπρή καριέρα, που ξεσηκώνουν κύματα ενθουσιασμού στις κερκίδες και
απολαμβάνουν με τις αθλητικές τους επιδόσεις δόξα, οικονομική επιτυχία και
κοινωνική καταξίωση. Ονειρευόταν από μικρό παιδί ότι θα γίνει ένας από αυτούς
και αντί για την άδεια, την περιορισμένη και μίζερη ζωή του θα κατακτήσει τη
φανταχτερή ζωή τη δική τους.  Όλες του οι
ελπίδες  για μια γεμάτη και δημιουργική ζωή
στηρίχτηκαν λοιπόν στην υλοποίηση αυτής της τρίπλας. Ακόμη και η αυτοεκτίμησή
του. Όλη την ενεργητικότητα,  την
επιβεβαίωση, την καταξίωση, την αισιοδοξία, την ευτυχία, που αντλεί ένας
άνθρωπος από την εργασία του, τις διαπροσωπικές σχέσεις, την κοινωνική και
πολιτική  του παρουσία γενικά, εκείνος την
αντλεί
μόνο από το ποδόσφαιρο. Είχε αναγάγει, λοιπόν, την «τρίπλα» στον έναν
και μοναδικό  σκοπό της ζωής του. Άρα
είχε – χωρίς να το καταλαβαίνει- απορρίψει όλες τις άλλες πλευρές της ζωής  και είχε παραιτηθεί από κάθε άλλη προσπάθεια
να κάνει τη ζωή του καλύτερη και ενδιαφέρουσα.

Ήδη από την νεανική του ηλικία ξοδεύει όλη του την
ενεργητικότητα σ΄αυτό το σκοπό. Πασχίζει, παιδεύεται για χρόνια ολόκληρα, αλλά δεν
έχει κανένα αποτέλεσμα. Έχει το πείσμα, τη διάθεση, τη φαντασία, αλλά δεν έχει
το ταλέντο, τη δεξιοτεχνία,  τη φυσική
κλίση. Περιγράφει την τρίπλα με πάθος στους συμπαίκτες του, αλλά  δεν κατορθώνει ποτέ να περάσει από τη θεωρία
στην πράξη. Αντίθετα, καταφέρνει να γίνει γραφικός, να γελοιοποιηθεί, να
αποδοκιμαστεί από τις κερκίδες, να απομακρυνθεί από την ομάδα και να αποχωρήσει
από το γήπεδο ταπεινωμένος. Με μια πολύ ζωντανή και κωμικοτραγική εικόνα
αναπαριστά την αποτυχία του ο συγγραφέας : «μπέρδευε τα μπούτια του, έφαγε τα
μούτρα του….ο περίγελος της συνοικίας», προκαλώντας στον αναγνώστη χαμόγελο και
θλίψη.  Μετά από αυτόν το δημόσιο εξευτελισμό,
του  μένει για πάντα ο καημός ότι όχι
μόνο δεν πραγματοποίησε την εμπνευσμένη ιδέα του, αλλά και δεν απέδειξε τουλάχιστον
ότι ήταν εφικτή. Η τρίπλα των ονείρων του έγινε το απωθημένο του και απέμεινε
να την περιγράφει από τότε  στους θαμώνες
του καφενείου, όπου κατέφευγε, για να ξεχάσει την στερημένη του ζωή.
Η αιτία θανάτου του, το έμφραγμα, που έντεχνα ο
συγγραφέας μάς έκανε να προσπεράσουμε στην αρχή, τώρα ερμηνεύεται. Νέος, στα
πενήντα του χρόνια, έφυγε ο Αρούκατος, γιατί έζησε μια ταλαίπωρη ζωή, που δεν
του ‘δωσε καμία μεγάλη χαρά εκτός από μια μικρή στιγμή δικαίωσης.
Δεύτερη
ενότητα
Για τον Αρούκατο η στιγμή της δικαίωσης έρχεται μετά
από χρόνια  αποχής από τα γήπεδα, αφού
ξεχάστηκε ακόμη και το όνομά του. Παρακολουθώντας το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου
του 1998 σε ένα καφενείο της πόλης, στο στέκι του, βλέπει στην τηλεόραση ένα
Μεξικανό ποδοσφαιριστή να εκτελεί με δεξιοτεχνία τη «δική του» τρίπλα, μπροστά
στα μάτια εκατομμυρίων φιλάθλων σε όλο τον κόσμο και κυρίως μπροστά στα μάτια
των συμπαικτών του, των συμπολιτών του και των θαμώνων. Αρχικά μένει
αποσβολωμένος «με ένα ποτήρι τσίπουρο στο χέρι», όπως γλαφυρά μάς τον
παριστάνει ο αφηγητής. Μετά η χαρά που τον πλημμυρίζει  είναι τόσο μεγάλη, ώστε πανηγυρίζει έξαλλος,
προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις, ανάλογες με εκείνες του παρελθόντος: άλλοι απορούν, άλλοι αποδοκιμάζουν
και λίγοι χειροκροτούν. Ο αφηγητής εκφράζει τη συμπάθειά του  για τον ήρωα αποκαλώντας τον για πρώτη φορά «
Μίμη». Δεν σχολιάζει την αντίδραση του Αρούκατου. Έχει όμως κατευθύνει έντεχνα
τον αναγνώστη, ώστε να κατανοήσει ότι ο Μίμης πανηγυρίζει, γιατί ένας άλλος
ποδοσφαιριστής έδωσε υπόσταση στη δική του ιδέα, που τόσο χλευάστηκε και
διακωμωδήθηκε. Απέδειξε ότι η τρίπλα ήταν ευφυής σύλληψη, του χάρισε μια στιγμή
περηφάνιας και έδωσε νόημα στην αποτυχημένη του ζωή. Ο Αρούκατος ταυτίζεται με
το Μπλάνκο, μπαίνει  στο ρόλο του και
πανηγυρίζει, έστω και στο όνειρο, για ό,τι δεν κατάφερε ο ίδιος. Το γεγονός ότι
οι φίλοι του και  οι παλιοί του
συμπαίκτες ξέρουν ότι του  ανήκει η πατρότητα
της ιδέας τού προσφέρει ηθική ικανοποίηση και τον παρηγορεί. Κυρίως του δίνει
την ψευδαίσθηση ότι δεν ανάλωσε τα νιάτα του και τη ζωή του άσκοπα.

Γλώσσα
Η γλώσσα είναι δημοτική απλή, πολύ κοντά στον
προφορικό λόγο, (την είχε στο μυαλό από
μικρός, κάποιοι ανάγωγοι γιουχάιζαν, μπέρδευε τα μπούτια του, έφαγε τα μούτρα
του
), πράγμα που ταιριάζει με τη λαϊκότητα του ήρωα και ενισχύει το
ρεαλισμό και τη ζωντάνια της αφήγησης.  Ο
Μίγγας μένει πιστός στην ορολογία του ποδοσφαίρου, όπου χρειάζεται (έχασε τη θέση του στην εντεκάδα/ θα τον
έκλειναν κάνοντας τάκλιν, να σηκώνει με τα πόδια τη μπάλα και να φεύγει μαζί
της
). Η αφήγηση χτίζεται με προτάσεις σύντομες και κοφτές χωρίς περιττά
αισθητικά μέσα  και κυλάει με γρήγορο
ρυθμό. Η ιστορία του έτσι όπως είναι αφηγημένη,   θα μπορούσε  να ακούγεται στο στέκι του  Αρούκατου, 
ως ένα κομμάτι της καθημερινής κουβέντας των θαμώνων.   
Ύφος
Η ιστορία είναι κωμικοτραγική και το ύφος της αφήγησης
είναι ανάλογο: Οι δραματικοί τόνοι διαδέχονται το χιουμοριστικό τόνο. Αν και η
διήγηση είναι ανάλαφρη, δεν είναι ανεκδοτολογική και αφήνει στον αναγνώστη
επίγευση στυφή. Ο Μίγγας  καταφέρνει να
προκαλέσει ένα ελαφρό  μειδίαμα στον
αναγνώστη, μάλλον  μελαγχολικό για την άχαρη
και  ανικανοποίητη ζωή  του ήρωα.
Εκφραστικά μέσα
Κυρίαρχο αισθητικό μέσο του διηγήματος είναι η εικόνα.
Όλες οι εικόνες είναι πολύ ζωντανές και παραστατικές, αν  και φτιαγμένες με πολύ απλά υλικά. Ξεχωρίζει
η περιγραφή της τρίπλας, όπως την εμπνεύστηκε ο Αρούκατος και όπως την εκτέλεσε
ο Μπλάνκο. Πολύ δυνατή είναι η φωτογράφιση 
του ήρωα αποσβολωμένου με το τσίπουρο στο χέρι και  ιδιαίτερα αποκαλυπτική .για την ψυχική
διάθεση και την ηθογράφηση  του Αρούκατου
είναι η περιγραφή του γύρου του θριάμβου μέσα στο μπαρ. Επίσης, οι αντιδράσεις
των θαμώνων δίνονται με λιτότητα και καθαρότητα. Σημειώνουμε επίσης:
 Ασύνδετα
σχήματα:
«θα έσφιγγε…θα το σήκωνε…θα ξέφευγε», «πάσχιζε στις
προπονήσεις…παιδευόταν … προσπάθησε».
Μεταφορές : «την είχε στο μυαλό του, πετάχτηκε από την καρέκλα,
αέρινη τρίπλα , θα τον έκλειναν οι αντίπαλοι» 
Παρομοιώσεις : «τα πόδια και το σώμα-ένα κουβάρι, σαν αέρας»
Αφηγηματική τεχνική
 Στα περισσότερα διηγήματά της συλλογής «Της
Σαλονίκης μοναχά» ο Μίγγας  χρησιμοποιεί
την πρωτοπρόσωπη αφήγηση και αφήνει τους ήρωές του να διηγηθούν την ιστορία
τους. Η τρίπλα των ονείρων αποτελεί εξαίρεση και ,όπως είναι φυσικό, η  ιστορία του Αρούκατου, που έχει πια
ολοκληρωθεί παρουσιάζεται σε τριτοπρόσωπη
αφήγηση
(ζύγιζε, ξεπερνούσε, περιέγραφε, έσφιγγε, παιδευόταν, πετάχτηκε). Ο
συγγραφέας ταυτίζεται με τον αφηγητή. Δεν παίρνει μέρος στην ιστορία που
αφηγείται,  είναι δηλαδή ετεροδιηγητικός
αφηγητής και αφηγείται μια ιστορία, όπως την άκουσε από τρίτους, δηλαδή η
αφήγηση είναι  έμμεση.
 Ως προς τη σχέση της με το χρόνο, η αφήγηση
είναι αναδρομική, δηλαδή ο αφηγητής
στρέφει τη ματιά του στο παρελθόν,  με
αρκετά χρόνια απόσταση  (παιδευόταν χρόνια,
κι όταν ύστερα από χρόνια)  και γραμμική, δηλαδή τα γεγονότα εκτίθενται
με τη σειρά που  συνέβησαν. Ο Μίγγας
εμπλουτίζει την αφήγηση με αδρά σχόλια
(«Η ποδοσφαιρική καριέρα του τελείωσε…εκείνος δε λησμόνησε») και ζωντανές περιγραφές (η τεχνική της τρίπλας, οι
έξαλλοι πανηγυρισμοί, οι αντιδράσεις των θαμώνων. Ακόμη ο συγγραφέας- αφηγητής 
εκφράζει τη συμπάθειά του στον ταλαίπωρο Αρούκατο, όταν τον αποκαλεί
«Μίμη».

Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού
βιβλίου
  1. Γιατί ο Μίμης Αρούκατος ονομαζόταν
    αέρινος; Ο χαρακτηρισμός αυτός ανταποκρίνεται στην εξωτερική του εμφάνιση;
Οι
φίλοι και οι γνωστοί είχαν δώσει στον Αρούκατο το προσωνύμιο «αέρινος», επειδή
συχνά έκανε λόγο για μια τρίπλα που είχε επινοήσει, με την οποία θα μπορούσε να
ξεγλιστράει από τους αμυντικούς «σαν αέρας». Ο χαρακτηρισμός αυτός συμβάδιζε με
την εξωτερική του εμφάνιση, όταν ήταν νέος και ζύγιζε εβδομήντα κιλά («στα νιάτα του ωστόσο, δεν ξεπερνούσε τα
εβδομήντα
»), οπότε ήταν σχετικά ευέλικτος . Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και
όταν απομακρύνθηκε από τον αθλητικό χώρο, αφού στο τέλος της ζωής  του ζύγιζε εκατόν
είκοσι κιλά
. Γι αυτό και ενώ στα νιάτα του το παρατσούκλι ήταν μάλλον ένα
τρυφερό και φιλικό πείραγμα, στη δύση της ζωής του ήταν περιπαικτικός, σχεδόν
μειωτικός  χαρακτηρισμός.
  1. Ποιες
    ποδοσφαιρικές επιδόσεις είχε ο Αρούκατος όταν έπαιζε στον Οδυσσέα
    Κορδελιού; Γιατί τελείωσε άδοξα την καριέρα του;
Ο
Αρούκατος ήταν ποδοσφαιριστής στην ομάδα του Οδυσσέα Κορδελιού στο ερασιτεχνικό
ποδόσφαιρο  για αρκετά χρόνια. Κατά τη
διάρκεια της αθλητικής του πορείας προσπαθούσε να πετύχει μια  τρίπλα δικής του επινόησης, δυστυχώς χωρίς
κανένα αποτέλεσμα. Ήρθε όμως κάποια στιγμή που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις
προσπάθειες του, εξαιτίας μιας άτυχης στιγμής που είχε στο γήπεδο. Στην
προσπάθειά του να εκτελέσει την τρίπλα των ονείρων του γελοιοποιήθηκε στους
συμπαίκτες και τους φίλους του και τον απέβαλαν οριστικά από την ομάδα.
  1. Πώς αντέδρασε ο Αρούκατος στη
    δεξιοτεχνική τρίπλα του Μπλάνκο; Αιτιολογήστε τη συμπεριφορά του.
Ο
Αρούκατος μετά από χρόνια αποχής από τα γήπεδα, που τόσο άδοξα εγκατέλειψε, είδε
ένα Μεξικανό ποδοσφαιριστή στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1998 στη Γαλλία να  κάνει την τρίπλα που εκείνος είχε επινοήσει,
χωρίς δυστυχώς ποτέ  να την πετύχει. Ο
Μεξικανός  έδωσε υπόσταση σ΄αυτό που
μέχρι τότε  φαινόταν όχι μόνο ανέφικτο
αλλά και παράλογο για κάποιον που γνώριζε τις τεχνικές του ποδοσφαίρου. Το
ξέσπασμα του Αρούκατου, η ασυγκράτητη χαρά του, οι έξαλλοι πανηγυρισμοί του  οφείλονται στο γεγονός ότι μετά από χρόνια
δικαιώθηκε στα μάτια των συναθλητών του αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό,  έστω και μέσω ενός άλλου ποδοσφαιριστή. Ο
Αρούκατος  που ταπεινώθηκε στα νεανικά
του χρόνια για αυτή την τρίπλα , τόσο, ώστε να εγκαταλείψει το αγαπημένο του
σπορ και να κουβαλάει ένα αίσθημα αποτυχίας σε όλη του τη ζωή, ταυτίζεται με
τον Μπλάνκο, παίρνει λίγη από τη δόξα, το ταλέντο  και την περηφάνια του. Από αυτό αντλεί λίγη
αυτοεκτίμηση παραπάνω. Αισθάνεται τώρα ότι μπορεί να μην του ανήκει η εκτέλεση
της τρίπλας, του ανήκει όμως σίγουρα  η
σύλληψη της ιδέας και η ζωή του δεν ξοδεύτηκε άσκοπα.
Σχολιασμός διαθεματικών εργασιών
*       
Διαλέξτε
μία από τις παρακάτω ιδιότητες και περιγράψτε εντυπωσιακές φάσεις στο
ποδόσφαιρο ή σε άλλο ομαδικό άθλημα: α) ενεργός παίκτης β) παίκτης στον πάγκο
γ) οπαδός της ομάδας δ) αθλητικογράφος.
Ό,τι
κι αν επιλέξετε, πρέπει να λάβετε υπόψη σας, ότι η διαφορετική οπτική του
θέματος θα επηρεάσει δραστικά όχι μόνο το περιεχόμενο αλλά και τη γλώσσα, το
ύφος και το γραμματικό πρόσωπο αφήγησης. Οι τρεις πρώτες επιλογές ,ενεργός
παίκτης,  παίκτης στον πάγκο, οπαδός της
ομάδας επιβάλλουν την πρωτοπρόσωπη αφήγηση και επιτρέπουν να δώσετε έμφαση στα
συναισθήματά σας ή τις σκέψεις σας. Επιτρέπουν ακόμη και σύντομα διαλογικά μέρη.
Αντίθετα, το άρθρο ενός αθλητικού συντάκτη ή η εκφώνηση ενός αγώνα θα γραφεί σε
τριτοπρόσωπη αφήγηση, θα εμπεριέχει κριτική και σχόλια και επιβάλλει
ψυχραιμότερη και αντικειμενική παράσταση της πραγματικότητας. Σε περίπτωση που
επιλέξετε το άρθρο επιμεληθείτε γλωσσικά το κείμενο. Αν επιλέξετε την προφορική
αναμετάδοση, χρησιμοποιείστε κοινοτοπίες, επαναλήψεις και κυρίως ανολοκλήρωτες
φράσεις και ελλειπτικές προτάσεις, που δίνουν αληθοφάνεια στο κείμενο. Σε κάθε
περίπτωση επιλέξτε – προτού ξεκινήσετε- παρατηρητήριο (Από ποια θέση ακριβώς
βλέπετε τον αγώνα), και ζωντανέψτε την περιγραφή των φάσεων στρέφοντας  τη ματιά σας και στις αντιδράσεις των
φιλάθλων, των θερμόαιμων οπαδών, του προπονητή, ακόμη και των «επισήμων», ή
όποιων άλλων εσείς θέλετε. Για να δώσετε επίσης το κλίμα του αγώνα, δεν αρκούν
μόνο οι οπτικές εικόνες. Χρησιμοποιείστε τα κατάλληλα αισθητικά μέσα αλλά με
μέτρο (παρομοιώσεις, κοσμητικά επίθετα, ακουστικές εικόνες, μεταφορές και
υπερβολές).
Παραθέτουμε
ως παράδειγμα  την περιγραφή από έναν
υποθετικό αθλητικό ρεπόρτερ του ραδιοφώνου, κατά τη διάρκεια ζωντανής μετάδοσης:
« 45
λεπτά , Κυρίες και Κύριοι, έχουν περάσει από την ώρα που το σφύριγμα του
Διαιτητή Κου Πικρού σήμανε την έναρξη του αγώνα των δύο αιώνιων αντιπάλων και το
0-0 παραμένει, ενώ  καμία αξιόλογη φάση
δεν παρακολουθήσαμε ως τώρα. Με εξαίρεση ένα ωραιότατο κόρνερ από τον Αλεβίζο
του Ταλαιπωριακού που προσέκρουσε πάνω στο τείχος του Βραδυποριακού, οι παίκτες
ροκανίζουν το χρόνο. Όμως να, ο Χασουρίδης κατεβαίνει, κατεβαίνει προς τη μικρή
περιοχή, περνάει το Σκούφη, περνάει τον Αχείμαντο, τάκλιν από τον Χασουρίδη, τρύπια
η άμυνα του Βραδυποριακού, δεν είναι οφσάιντ, δεν είναι οφσάιντ, ναι,  δυνατά ο Χασουρίδης,  με ένα ανάποδο ψαλίδι, αιφνιδιάζει την άμυνα,
ο τερματοφύλακας εκτινάσσεται, αλλά ο ημίθεος Χασουρίδης  καρφώνει 
τη μπάλα στο γάμα!!! Οι παίκτες του Βραδυποριακού διαμαρτύρονται – άδικα
κατά τη γνώμη μας- ο διαιτητής συμβουλεύεται τον επόπτη, ο επόπτης κατεβάζει τη
σημαία του και το γκολ μετράει. 1-0! 1-0 Κυρίες και κύριοι! Μ΄ ένα ψαλίδι που θα
ζήλευαν πολλά αστέρια του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου ο Χασουρίδης, ο δικός μας
Χασουρίδης, ανοίγει το σκορ.  1-0 υπέρ του
Ταλαιπωριακού  στο 57ο λεπτό
από τον άπιαστο Χασουρίδη, που χάνεται στις αγκαλιές των συναθλητών του! Πραγματικός
ζογκλέρ ο Χασουρίδης  αναδεικνύεται σε
νέο αστέρι του ελληνικού ποδοσφαίρου και δικαιώνει το αστρονομικό ποσό της
μετεγγραφής του. Φίλες και φίλοι του ποδοσφαίρου, ένα μαγικό γκολ! Ό,τι καλύτερο
είδαμε στο φετινό πρωτάθλημα!  Ζούμε  μεγάλες στιγμές, κυρίες και κύριοι! Ζούμε  μεγάλες στιγμές! …»

Ο μαγικός καθρέφτης, Άντον Π. Τσέχωφ

Μπήκαμε, με
τη γυναίκα μου, στο σαλόνι. Μύριζε υγρασία και αποσύνθεση. Μόλις ανάψαμε τα
φώτα, εκατομμύρια ποντίκια και αρουραίοι, που δεν είχαν αντικρίσει το φως για
εκατό χρόνια τώρα, πήδηξαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Όταν κλείσαμε πίσω μας
την πόρτα, δημιουργήθηκε ένα ρεύμα αέρα που ανακίνησε το χαρτομάνι, σωρούς
ολόκληρους, στο πάτωμα.

Το φως έπεσε
πάνω σ’ αυτά τα χαρτιά και είδαμε ανάμεσά τους παλιά έγγραφα και μεσαιωνικές
εικονογραφήσεις. Στους πρασινισμένους από την πολυκαιρία τοίχους κρέμονταν τα
πορτρέτα των προγόνων. Οι πρόγονοι κοιτούσαν υπεροπτικά, αυστηρά, σαν να ήθελαν
να πουν: «Ε, ρε, μαστίγωμα που σου χρειάζεται, φιλαράκο!»
Τα βήματά
μας αντηχούσαν σε όλο το σπίτι. Η ηχώ απαντούσε στο βήχα μου, η ίδια αυτή ηχώ
που κάποτε απαντούσε στους προγόνους μου…
Ο άνεμος
σφύριζε και αγκομαχούσε. Στην καμινάδα ήταν σαν κάποιος να κλαψουρίζει, και στο
κλάμα αυτό ξεχώριζες την απόγνωση. Χοντρές σταγόνες βροχής χτυπούσαν πάνω στα
σκοτεινά, θολά παράθυρα, κι ο χτύπος αυτός σε βύθιζε σε μελαγχολία.
«Ω, οι πρόγονοι,
οι πρόγονοί μου!» είπα αναστενάζοντας με νόημα. «Αν ήμουνα συγγραφέας,
κοιτάζοντας τα πορτρέτα τους θα έγραφα ένα μακροσκελές
μυθιστόρημα. Όλοι αυτοί οι γέροντες ήταν κάποτε νέοι κι ο καθένας τους, ή η
καθεμιά τους, είχε και από ένα ρομάντζο… και τι ρομάντζο, μάλιστα! Κοίτα, για
παράδειγμα, τούτη εδώ τη γριά, την προγιαγιά μου. Αυτή η άσχημη, δύσμορφη
γυναίκα έχει τη δική της, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, ιστορία. Βλέπεις», ρώτησα τη
γυναίκα μου,
«βλέπεις αυτόν τον καθρέφτη που κρέμεται εκεί στην άκρη;»
Της έδειξα προς το μεγάλο καθρέφτη με τη μαυρισμένη ασημένια
κορνίζα, που κρεμόταν στη γωνία, δίπλα στο πορτρέτο της προγιαγιάς μου.
«Ο καθρέφτης αυτός διαθέτει μαγικές ιδιότητες. Αυτός σκότωσε την
προγιαγιά μου. Για να τον αποκτήσει, πλήρωσε ένα υπέρογκο ποσό και δεν τον
αποχωρίστηκε ως το θάνατό της. Κοιταζόταν σ’ αυτόν μέρα νύχτα, αδιάκοπα,
κοιταζόταν όταν έτρωγε κι όταν έπινε. Πέφτοντας να κοιμηθεί, τον τοποθετούσε
δίπλα της στο κρεβάτι και πεθαίνοντας ζήτησε να τον βάλουν μαζί της στον τάφο.
Δεν εκπλήρωσαν την επιθυμία της, μόνο και μόνο γιατί ο καθρέφτης δε χωρούσε στο
φέρετρο».
«Ήταν κοκέτα;» ρώτησε η γυναίκα μου.
«Ας πούμε. Αλλά, σάμπως δεν υπήρχαν κι άλλοι καθρέφτες, και
μάλιστα πιο ωραίοι; Γιατί αγάπησε αυτόν ειδικά τον καθρέφτη, κι όχι
οποιονδήποτε άλλο; Απλώς, εδώ, αγαπητή μου, κρύβεται ένα τρομερό μυστικό. Η
παράδοση λέει ότι στον καθρέφτη απεικονίζεται ο διάβολος κι ότι η προγιαγιά μου
είχε αδυναμία στους δαίμονες. Φυσικά αυτό είναι ανοησία, όμως, αναμφίβολα, ο
καθρέφτης με την ασημένια κορνίζα διαθέτει μυστικές δυνάμεις».
Σκούπισα τη σκόνη από πάνω του, κοίταξα και χαχάνισα. Στο
χαχανητό μου απάντησε η ηχώ. Ο καθρέφτης ήταν κοίλος και διαστρέβλωνε το
πρόσωπό μου: η μύτη μου βρέθηκε στη θέση του αριστερού μάγουλου, ενώ το πιγούνι
μου διπλασιαζόταν και έφευγε κάπου στην άκρη.
«Περίεργο γούστο είχε η προγιαγιά μου!» είπα. Η γυναίκα μου πλησίασε δειλά
στον καθρέφτη, κοίταξε, και τότε συνέβη κάτι τρομερό. Χλόμιασε, άρχισε να
τρέμει σύγκορμη και έβγαλε μια δυνατή κραυγή. Το κηροπήγιο της έπεσε από το
χέρι, κύλησε στο πάτωμα, και το κερί έσβησε. Μας τύλιξε το σκοτάδι. Την ίδια
στιγμή άκουσα να πέφτει κάτι βαρύ: η γυναίκα μου είχε λιποθυμήσει.
Ο άνεμος
κλαυθμύριζε ακόμα πιο παραπονιάρικα, ένα γύρο έτρεξαν αρουραίοι, πάνω στα
χαρτιά αναδεύτηκαν τα ποντίκια. Οι τρίχες του κεφαλιού μου σηκώθηκαν
όρθιες όταν ξεκόλλησε ένα παντζούρι και γκρεμίστηκε κάτω. Από το παράθυρο
φάνηκε το φεγγάρι…
Άρπαξα τη
γυναίκα μου, τη σήκωσα και τη μετέφερα έξω από τον οίκο των προγόνων μου. Ήρθε
στα συγκαλά της μόλις το επόμενο βράδυ.
«Ο
καθρέφτης! Δώστε μου  τον καθρέφτη!
»  είπε  ανακτώντας τις αισθήσεις της. «Πού είναι ο
καθρέφτης;»
Όλη την
επόμενη βδομάδα δεν έτρωγε, δεν έπινε, δεν κοιμόταν, μόνο ζητούσε να της φέρουν
τον καθρέφτη. Έκλαιγε, τραβούσε τα μαλλιά της κεφαλής της, χτυπιόταν και,
τελικά, όταν ο γιατρός δήλωσε ότι μπορεί και να πεθάνει από την εξάντληση κι
ότι η κατάστασή της είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, κατανικώντας το φόβο μου,
κατέβηκα πάλι κάτω και της έφερα τον καθρέφτη της προγιαγιάς. Αντικρίζοντάς τον
ξέσπασε σ’ ένα άγριο γέλιο όλο ευτυχία, μετά τον άρπαξε, τον φίλησε και
βυθίστηκε μέσα του.
Έχουν
περάσει περισσότερα από 10 χρόνια που κοιτάζεται σ’ αυτόν, δεν τον αποχωρίζεται
ούτε στιγμή.
«Μα,
εγώ  είμαι αυτή;» μουρμουρίζει και  στο  πρόσωπό
της,  μαζί  με  το κοκκίνισμα απλώνεται
ευδαιμονία και ενθουσιασμός. «Ναι, εγώ είμαι! Όλοι ψεύδονται εκτός από αυτόν
τον καθρέφτη! Ψεύδονται οι άνθρωποι! Ψεύδεται ο άντρας μου! Ω, αν είχα δει τον
εαυτό μου νωρίτερα, αν ήξερα ποια είμαι στην πραγματικότητα, δε θα είχα
παντρευτεί τον άνθρωπο αυτόν! Δεν είναι άξιος για μένα! Στα πόδια μου οφείλουν
να πέφτουν οι πιο όμορφοι, οι πιο ευγενικοί ιππότες…»
Μια φορά,
καθώς στεκόμουν πίσω της, κοίταξα τυχαία στον καθρέφτη και… τότε ανακάλυψα το
τρομερό μυστικό. Είδα σ’ αυτόν μια γυναίκα εκθαμβωτικής ομορφιάς, που παρόμοιά
της δεν είχα αντικρίσει ποτέ στη ζωή μου. Ήταν ένα θαύμα της φύσης, η αρμονία
της ομορφιάς, της κομψότητας και του έρωτα. Τι συνέβαινε λοιπόν; Πώς η αδέξια,
άσχημη γυναίκα μου φαινόταν τόσο όμορφη στον καθρέφτη; Πώς;
Μα, επειδή ο
κοίλος καθρέφτης στρέβλωνε το άσχημο πρόσωπό της, κι από τη στρέβλωση των
χαρακτηριστικών του γινόταν, εντελώς τυχαία, πανέμορφο. Μείον στο μείον μας
δίνει συν. Τώρα, καθόμαστε κι οι δυο αντάμα, εγώ κι η γυναίκα μου, μπροστά στον
καθρέφτη και κοιτάζουμε σ’ αυτόν, γεμάτοι προσήλωση, τις φάτσες μας: η μύτη η
δικιά μου φυτρώνει στο αριστερό μου μάγουλο,   το   πιγούνι 
 μου   διπλασιάζεται   και   φεύγει  κάπου  στην  άκρη,  αλλά  το  πρόσωπο  της
γυναίκας μου είναι μαγευτικό. Τότε με καταλαμβάνει ένα δαιμονισμένο πάθος.
«Χαχαχα!» γελάω εγώ άγρια.
Κι η γυναίκα
μου ψιθυρίζει σιγανά:
«Τι όμορφη
που είμαι!»
Ο μαγικός καθρέφτης,  Αντόν Π. Τσέχωφ

Ρώσικες Χριστουγεννιάτικες
ιστορίες – 
Eκδόσεις: Νάρκισσος

Δεν αρνείσαι το μη υφιστάμενο, Ρομπέρτο Χουαρός

 

Φωτογραφία: Μωβ κιμωλία


ΔΕΝ ΑΡΝΕΙΣΑΙ ΤΟ ΜΗ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟ

Δεν αρνείσαι το μη υφιστάμενο.
Αρνούμαι το τίποτα σημαίνει ότι το υιοθετώ.
Αρνούμαι κάτι σημαίνει αναγνώριση.
Η εν γένει άρνηση είναι κατάφαση.

Αρνούμαι ό,τι δεν έχει γεννηθεί
σημαίνει ότι γεννάω εγώ.
Ότι βγάζω άρωμα
από την απλή πιθανότητα υπάρξεως ενός άνθους.

Ή, μερικές φορές, και από την απιθανότητά του ακόμα.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

 

Tο Θέατρο, Λάμπρος Πορφύρας

Δὲν ξέρω πῶς νὰ σοῦ τὸ εἰπῶ. Μὰ ὁ δρόμος, χθὲς τὸ βράδυ,
μὲς στὴ σταχτιὰ τὴ συννεφιὰ σὰ θέατρο εἶχε γίνει.
Μόλις φαινόταν ἡ σκηνὴ στ᾿ ἀνάριο τὸ σκοτάδι
καὶ σὰ σκιὲς φαινόντανε μακριά μου οἱ θεατρίνοι.

Τὰ σπίτια πέρα κι οἱ αὐλὲς καὶ τὰ κλωνάρια ἀντάμα
ἔλεγες κι ἦταν σκηνικὰ παλιὰ καὶ ξεβαμμένα,
κι ἐκεῖνοι ἐβγαίναν κι ἔπαιζαν τ᾿ ἀλλόκοτό τους δράμα,
κι ἄκουγες βόγκους κι ἄκουγες καὶ γέλια εὐτυχισμένα.

Ἐγὼ δὲν ξέρω. Ἐβγαίνανε κι ἐσμίγαν κι ἐπαγαίναν
κι ἤτανε μιὰ παράσταση καὶ θλιβερὴ κι ὡραία.
Κι ἔβγαινε, Θέ μου! κι ἡ νυχτιὰ καθὼς ἐπαρασταίναν,
κι ἔβγαινε, Θέ μου! κι ἔριχνε τὴ μαύρη της αὐλαία.

“Από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ- Το μάθημα πρωτοσέλιδο

Περιμένετε λίγο να φορτώσει η παρουσίαση και πατήστε στο κέντρο start prezi.
👇


  • Αν χρειαστεί, ενεργοποιήστε το Adobe Flash
  • Διαβάστε πατώντας τα βέλη στην κάτω μπάρα.
  • Μπορείτε, αν θέλετε, να απενεργοποιήσετε τη μουσική υπόκρουση πατώντας το εικονίδιο ήχου.
  • Για την ερμηνευτική προσέγγιση του κειμένου ” Από το ημερολόγιο της Άννας
    Φρανκ” , το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο Κείμενα Νεοελληνικής
    Λογοτεχνίας της β΄ Γυμνασίου δες εδώ
  • Για τη διαγραμμική απεικόνιση της διδασκαλίας δες:εδώ

Η Αντιγόνη του Σοφοκλή σε Infographic (Γραφική Αναπαράσταση)

Η Αντιγόνη μπροστά στο νεκρό Πολυνείκη, Νικηφόρος Λύτρας 1865
Δες το αριστούργημα του Σοφοκλή  στον ακόλουθο νοητικό χάρτη, σε μία κατατοπιστική γραφική αναπαράσταση. Για μεγαλύτερη ευκρίνεια κάνε κλικ εδώ.Αν θες να δημιουργήσεις τα δικά σου Infographic για ένα αγαπημένο σου βιβλίο, μπες: εδώ

Έντεκα λεπτά, Πάουλο Κοέλιο


Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα πουλί. Στολισμένο με δυο
τέλειες φτερούγες και λαμπερό, χρωματιστό και υπέροχο φτέρωμα. Ήταν δηλαδή ένα
ζώο φτιαγμένο για να πετάει ελεύθερο και να αιωρείται στον ουρανό, δίνοντας
χαρά σε όποιον το παρατηρούσε.
   Μια μέρα, μια γυναίκα είδε το πουλί και το ερωτεύτηκε. Έμεινε να
κοιτάζει το πέταγμα του με το στόμα ανοιχτό από τη σαστιμάρα, με την καρδιά της
να γοργοχτυπάει και τα μάτια της να λάμπουν από συγκίνηση. Την κάλεσε να
πετάξει μαζί του και ταξίδεψαν μαζί στον ουρανό μέσα σε απόλυτη αρμονία. Η
γυναίκα θαύμαζε, υμνούσε και λάτρευε το πουλί. Αλλά τότε σκέφτηκε: Μπορεί να
θέλει να γνωρίσει μακρινά βουνά! Και η γυναίκα αισθάνθηκε φόβο. Φόβο μην το
ξανανιώσει πια αυτό με άλλο πουλί. Και αισθάνθηκε φθόνο, φθόνο για την ικανότητα
του πουλιού να πετάει. Και αισθάνθηκε μοναξιά. Και σκέφτηκε: Θα στήσω παγίδα.
Την επόμενη φορά που θα εμφανιστεί το πουλί, δε θα ξαναφύγει.

 

Το πουλί που
ήταν και αυτό ερωτευμένο, επέστρεψε την επόμενη μέρα, έπεσε στην παγίδα και
κλείστηκε στο κλουβί.
Κάθε μέρα η
γυναίκα κοιτούσε το πουλί. Ήταν το αντικείμενο του πάθους της και το έδειχνε
στις φίλες της, που σχολίαζαν: «Μα εσύ τα έχεις όλα!». Όμως άρχισε να γίνεται
μια παράξενη μεταμόρφωση: αφού είχε το δικό της πουλί και δε χρειαζόταν πια να
το κατακτήσει, έχανε το ενδιαφέρον της. Το πουλί, χωρίς να μπορεί να πετάξει
και να εκφράζει το νόημα της ζωής του, πήρε να μαραζώνει, να χάνει την λάμψη του,
να ασχημαίνει και η γυναίκα δε του έδινε πλέον την προσοχή της, μόνο το τάιζε
και φρόντιζε το κλουβί του.
Μια ωραία
μέρα, το πουλί πέθανε. Η γυναίκα λυπήθηκε πολύ και το σκεφτόταν συνέχεια. Αλλά
δε θυμόταν το κλουβί, θυμόταν μόνο τη μέρα που το είδε πρώτη φορά, να πετάει
ευχαριστημένο μέσα στα σύννεφα. Αν παρατηρούσε τον εαυτό της, θα ανακάλυπτε ότι
αυτό που τη συγκινούσε τόσο πολύ στο πουλί ήταν η ελευθερία του, η ενέργεια που
εξέπεμπαν οι φτερούγες του, όχι το ίδιο του το σώμα.
Χωρίς το
πουλί και η δικής της ζωή έχασε το νόημα της και ο θάνατος ήρθε να χτυπήσει την
πόρτα της. «Γιατί ήρθες;» ρώτησε το θάνατο.
«Για να μπορέσεις να πετάξεις μαζί του στα ουράνια», αποκρίθηκε ο θάνατος.
«Αν το είχες αφήσει να φύγει και πάντα να επιστρέφει, θα το αγαπούσες και θα το
θαύμαζες ακόμη περισσότερο. Τώρα όμως χρειάζεσαι εμένα, για να μπορέσεις να το
ξαναδείς.»

(Απόσπασμα από το
βιβλίο “Έντεκα λεπτά”του Πάουλο Κοέλιο)  

Η αλληγορία του κώνωπος, Γιάννης Βαρβἐρης

Η αλληγορία του κώνωπος
Και αν όλα τα πράγματα έχουν ψυχή;
Αυτό το κοινότοπο μου ‘ρθε
τώρα που είμαστε εδώ
ξαπλωμένος εγώ και ζαλισμένο
γύρω γύρω στο πορτατίφ
ένα κουνούπι.
Πανεύκολο να το σκοτώσω.

Όμως αν η ψυχή του με κυνηγάει αιώνια
ζητώντας εκδίκηση;
Ενώ μια στάλα αίμα και λίγη φαγούρα
τι ψυχή έχουν;
Αυτά σκεφτόταν ένας ο οποίος θα μπορούσε να είναι δολοφόνος
αλλά δεν ήταν. Μόνο έγραψε και δημοσίευσε αυτήν την αλληγορία
για να μη νομίζουν όσοι του γλίτωσαν πως γλίτωσαν
για άλλους λόγους απ’΄αυτούς που γλίτωσαν.
Εκτός αλληγορίας
έλιωσε το κουνούπι
κι έσβησε το φως.

Ο έρωτας σαν το κύμα, Μαχμούντ Νταρουίς

Ο έρωτας σαν το κύμα
φέρνει και παίρνει
κεραυνοβόλος και αργόστροφος
ήρεμος σαν τη φαντασία
όταν βάζει σε τάξη τις λέξεις

Λάμπει όταν σκοτεινιάζει
Κενός και ξεχειλίζει αντιθέσεις
τέρας με φτερά αγγέλου
Πάντα όταν φεύγει  ξανάρχεται
Μας αιφνιδιάζει σαν ξεχάσουμε τα αισθήματα
Έρχεται …

Αναρχικός και ατομικιστής
Πιστός και άθεος
Μας κυνηγάει έναν έναν
Μας δολοφονεί με τα παγωμένα του χέρια
Και δηλώνει  Δολοφόνος και αθώος  μαζί

Kύδος: Μια λέξη εξομολογείται

 

 κῦδος, -εος, τό, δόξα, φήμη, ιδίως στον πόλεμο, σε Ομήρ. Ιλ.· λέγεται για μεμονωμένο πρόσωπο, κῦδος Ἀχαιῶν, η δόξα των Αχαιών.  Το κύδος είναι η δόξα, που κερδίζεται σε αγώνα: Αγώνα στο πεδίο της μάχης (πόλεμος) ή αγώνα στο πεδίο του Λόγου (αγορά-συνέλευση).
Θα με βρείτε ως το κῦδος (=ουδέτερο)
αλλά και ως ο κῦδος (=αρσενικό)
 

Ως ουδέτερο (“το κύδος”) δηλώνω  “φήμη, δόξα, τιμή, πολεμική αρετή”.
Ως αρσενικό (“ο κύδος”) δηλώνω “μομφή, λοιδορία, συκοφαντία, όνειδος”. 
Φαίνεται ότι αυτό που ορίζει τη λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δύο  λέξεις είναι το
μέτρο. Ο υπερφίαλος, ο πομπώδης, ο απερίσκεπτος, ο αχαλίνωτος στο λόγο ή στα
έργα εκπίπτει από το κύδος στον κύδο.
Άρα, αν κάποιος  σας δείχνει με το δάχτυλο και αναφωνεί: “Κύδος!” ή
πρέπει να φύγετε μακριά, γιατί σας επικρίνει, ή πρέπει να χαμογελάσετε, γιατί
μόλις κερδίσατε έναν φίλο!
Προτού κάνετε οτιδήποτε, ζητήστε διευκρινίσεις: “Κύδος ως ουδέτερο ή κύδος ως αρσενικό,
αγαπητέ μου;”
*  Συγγενείς οι ομηρικές φράσεις “κυδιάνειρα αγορά” ( κύδος + ανήρ- μάχη) και “κυδιάνειρα μάχη” (κύδος + ανήρ -μάχη).
* Το κύδος σώζεται σήμερα στη γλώσσα  μόνο ως συνθετικό, σε κύρια ονόματα που έρχονται από την αρχαιότητα: Θου-κυδ-ίδης, Φερε-κύδ-ης, Κυδ-αθηναίοι.

Κῦδος και κλέος: Μην μας ταυτίζετε!

διαβάζουμε:

Κῦδος και Κλέος, αν και μπορεί να μεταφράζονται ως «δόξα», διαφέρουν ως προς την πρωτότυπη σημασία τους. Το κῦδος αναφέρεται στην πράξη του πολεμικού κατορθώματος· είναι παροντική, εφήμερη κατά κάποιον τρόπο δόξα, που διατηρείται όσο ο νικητής πολεμιστής βρίσκεται στη ζωή. Έτσι ο Αχιλλέας, όταν με την υποστήριξη της Αθηνάς εξοντώνει τον θείο Έκτορα, θριαμβολογεί: «πήραμε μεγάλη δόξα» (ἠράμεθα μέγα κῦδος, Χ 393). Αντίθετα, το κλέος αναφέρεται στον λόγο· είναι τελική κατάσταση, που κερδίζεται κυρίως στο μέλλον ως ανταμοιβή για ένα προσωπικό κατόρθωμα του ήρωα (ζωντανού ή και νεκρού), ακόμη και μιας ηρωίδας, και συντηρείται ως υστεροφημία μέσα από το στόμα των άλλων.
Εξάλλου, το κῦδος κερδίζεται αποκλειστικά για τον ήρωα, ενώ το κλέος εξασφαλίζεται τόσο για τον ίδιο όσο και για τους δικούς του. Με την αριστεία τους οι πολεμιστές δικαιώνουν τη φήμη και των προγόνων τους και, τηρώντας τις συμβουλές τους για υπεροχή στη μάχη, επιδιώκουν να κερδίσουν, όπως ο Έκτορας και ο Τεύκρος, μεγάλη δόξα (μέγα κλέος, Ζ 446) και καλή φήμη (ἐϋκλείη, Θ 285), τόσο για τους ίδιους όσο και για τον πατέρα τους.

Αἰδώς, στην οποία αντιστοιχεί η νεοελληνική ντροπή, ενώ η πράξη που απορρέει από την αἰδῶ δηλώνεται με το ρήμα αἰδέομαι «ντρέπομαι, τιμώ κάποιον, τον σέβομαι». Η αἰδώς έχει αποτρεπτικό κατά βάση χαρακτήρα. Αναστέλλει ή εμποδίζει την πραγματοποίηση μιας ενέργειας, επιβάλλοντας συχνά στους ήρωες και στις ηρωίδες το αίσθημα ότι, αν προχωρήσουν στην εκτέλεσή της, κινδυνεύουν να διαπράξουν κάτι που, ως ανάρμοστο ή απαράδεκτο, θα προκαλέσει την έντονη αποδοκιμασία των άλλων. Ωστόσο, η λειτουργία της αἰδοῦς δεν είναι μόνο αποτρεπτική αλλά και έμμεσα προτρεπτική, υποδεικνύοντας την εκτέλεση μιας εναλλακτικής πράξης που είναι κοινωνικά αποδεκτή.

Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com