Το όνειρο της Κλάρας, Κωνσταντίνου Χατζόπουλου

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΚΛΑΡΑΣ
  

    

Την Κλάρα δέν
την αγάπησε ποτέ κανείς. Πώς ήταν τόσο άσχημη δεν ήθελε να το πιστέψη, κι ας το
φοβότανε. Όμως δέν τήν αγάπησε ποτέ κανείς, καί στις συντρόφισσές της πού
φλυαρούσαν για τούς έρωτές τους, έπρεπε να κάθεται να πλάθη και να διηγήται κι
αυτή φανταστικές ιστορίες για νέους πού την αγαπήσαν μιά φορά και γι’ άλλους
πού την κυνηγούν ακόμα. Πότε διηγότανε ρομαντικούς περίπατους μέσα στα δάση μέ
τον έναν, πότε ταξίδια με τις βάρκες καί τά βαποράκια στο ποτάμι καί στις
λίμνες μέ τον άλλον.

Αυτά όλα γίνονταν τις Κυριακές που η Κλάρα έμενε στο σπίτι
καί συντρόφευε τήν άρρωστη μητέρα της, ή έβγαινε το αποβραδίς στ’ απόμερα για
ν’ ανασάνη καί νά πλάση καλύτερα έξω στον αέρα τό όνειρο πού θα ιστορούσε τήν
άλλη μέρα στις συντρόφισσές της. Ό φίλος πού είχε τώρα ήταν ένας ξένος μέ
μελαψή θωριά, μέ μαύρα μάτια καί μαλλιά. Ήταν από μακρυσμένον τόπο, από μια
χώρα όπου δέν πέφτει ποτέ χιόνι, όπου οι κάμποι χάνονται στο άπειρο μάκρος σέ
πυρρή άχνα, τά δέντρα κρεμούνε προς τά κάτω τά κλαδιά, μέσα στα δάση ζουν
πουλιά παράξενα καί τά λευκά καί σιωπηλά παλάτια καθρεφτί­ζουν τις κολώνες τους
καί τις κορφές στ’ ακίνητα κίτρινα νερά των ποταμιών. Οι συντρόφισσές της
ανοίγανε πλατιά τά μάτια, όταν ή Κλάρα διηγόταν πώς έχει κι ο φίλος της ένα
παλάτι καί θά τήν πάρη νά πάν εκεί νά ζήσουνε μαζί.
         

Κ’ ή Κλάρα τον περίμενε νά ρθή, όπως είχε περιμένει καί τούς άλλους πού δέν
ήρθαν. Κ’ ένα βράδυ, εκεί πού γύριζε στό σπίτι κ’ ένιωσε ξαφνικά νά τήν
ακολουθούν σιγά κι αργά σάν τά δικά της κάποια πατήματα, υποψιάστηκε μήν είναι
αύτός αληθινά. Μά σά νά τη σταμάτησε μεμιάς τό αίμα, ή καρδιά της χτυ­πούσε
τόσο πού δέν μπόρεσε νά στρέψη πίσω να στρέψη πίσω να τον δεί.  Μόνο όταν
έφτασε στήν πόρτα της καί μπήκε μέσα, γύρισε κ’ έριξε πίσω γλήγορη ματιά καί
είδε αντίκρυ τά μάτια του πού λάμπαν κάτω από τό φως του φαναριού. Ανέβηκε
βιαστική τή σκάλα κ’ έτρεξε στό παράθυρο. Εκείνος στεκόταν ακίνητος κοντά στό
στύλο του φαναριού κ’ είχε τά μάτια καρφωμένα στό παράθυρο της.

        
Ή Κλάρα δέν κοιμήθηκε ούτε κείνη τή νύχτα ούτε την άλλη. Γιατί τά βήματα του
αγνώστου τήν ξαναπήρανε κοντά καί τό άλλο βράδυ. Κι όταν ανέβηκε στο σπίτι,
εκείνος ξαναστάθηκε σά στύλος αντίκρυ στο παράθυρο μέ τά μάτια γυρισμένα εκεί.
Τό τρίτο βράδυ δέν βαστούσε άλλο ή Κλάρα. Φόρεσε πάλι το καπέλο της καί
ξανακατέβηκε στο δρόμο. Κατέβηκε αποφασισμένη νά πάη ίσια στον άγνωστο, αθέλητα
όμως τράβηξε ίσια στο δρόμο χωρίς νά ξέρη που τραβά. Ό ένας δρόμος έβγαζε στον
άλλο καί κείνος έξω στο μεγάλο πάρκο. Ή Κλάρα πέρασε το μέρος πού ήτανε γε­μάτο
φως καί κόσμο καί μπήκε σ’ ενα άπό τά στενά μονοπάτια, πού φιδωτά καί
μισοφωτισμένα χανόνταν κάτω άπό τούς μαύρους θόλους των κλαριών. Χώθηκε μέσα σέ
αυτούς καί προχωρούσε. Πίσω της ένιωθε νά τήν ακολουθούν τά βήματα τού αγνώστου
άργά, σιγά σαν τά δικά της πάντα. Καί προχωρούσε όσο πού έφτασε στο μέρος όπου
μια λίμνη μισοκρυμμένη κάτω από τά δέντρα έκοβε το πάρκο. “Αμα σταμάτησε,
σταματήσαν καί τά βήματα κοντά της. κι όταν κάθισε στο κάθισμα πού ήταν εκεί
στήν άκρη του νερού, βρέθηκε καθισμένος σιμά της κι ο άγνωστος. Ένα φανάρι
κρεμασμένο ανάμεσα στά δέντρα, τής έφεξε καί κει νά ξαναδή τήν όψη του. Ήταν
μελαψή, μέ μαύρα μάτια καί μαύρα μακριά μαλλιά. Ήταν εκείνος.
Ή Κλάρα ον
κοίταζε αμίλητη κι ασάλευτη, σά βυθισμένη σέ όραμα. Δέντρα κοντά, λιγνά,
σκυφτά, γυρτόκλωνα, δέντρα μέ φύλλα αριά, μακριά, λεπιδωτά, πολύχρωμα, παράξενα
χρυσοφεγγίζανε σά γνώριμα, σάν άγνωρα στη ρόδινη αντηλιά, ή έκταση των πλατιών
κάμπων πού χάνονται πέρα μακριά σέ πυρρά βάθη ανοιγόταν γλαυκόλαμπη μπροστά της.
Είχε διαβάσει στά βιβλία για τά μέσα μάτια πού κάποτε βλέπουν πρωτύτερα άπό τά
εξω μάτια, καί κοίταζε πάντα τον άγνωστο καί περίμενε νά τής μιλήση κι
ονειρευόταν καί λαχτάριζε νά τής μιλήση γιά το μακρινό τόπο του, γιά τά
παράξενα πουλιά πού ζουν στά δάση, γιά τά κί­τρινα ακίνητα νερά πού
καθρεφτίζουν τά λευκά παλάτια. Μά ο άγνωστος δέν άνοιγε τά χείλη, παρά τήν
κοίταζε καί κείνος σιω­πηλός κι ασάλευτος. Έτσι σιωπηλός όλο το βράδυ εκείνο,
έτσι ασάλευτος καί σιωπηλός καί τ’ άλλα βράδυα στή σειρά, όταν ή Κλάρα τον
έσερνε κατόπι της κ’ έρχονταν καί καθίζανε κοντά – κοντά στο ίδιο κάθισμα εκεί
στήν άκρη τοΰ νερού.
Ή Κλάρα τώρα δέ
μιλοΰσε λόγο στις συντρόφισσές της γιά τήν ιστορία αύτή. Έμενε σιωπηλή,
συλλογισμένη όλη τήν ήμερα, σά νά ονειρευόταν καί νά περίμενε μόνο νά ρθεί το
βράδυ.
Τέλος ένα βράδυ
σιωπηλό καί σκοτεινό σάν όλα τ’ άλλα, ένα βράδυ πού σάν πάντα το φως του
φαναριού έπεφτε στο πρόσωπο του άγνωστου και σερνότανε στα πόδια του σά φίδι
καί τρεμόπαι­ζε κιτρινωπό εκεί στήν άκρη του νεροΰ, ή Κλάρα σίμωσε πιο κοντά
τόν άγνωστο καί του έπιασε τό χέρι.
Εκείνος δέν
κουνήθηκε. Τήν άφησε νά τό κρατά, την κοί­ταξε στα μάτια καί τή ρώτησε:
«Πώς σε λένε;»
Ή Κλάρα είπε τό
όνομά της.
Κι ό άγνωστος
κοιτάζοντας την πάντα ψιθύρισε:
«Δέν είσαι σύ —
»
Ή Κλάρα τέντωσε
τα μάτια.
«δέν είσαι σύ,
της μοιάζεις μόνο” της μοιάζεις στήν ασχημιά —· »
Ή Κλάρα έκαμε
νά τραβήξη τό χέρι της, μά εκείνος τό κράτησε:
«τά ίδια
κρεμασμένα χείλη, τά ίδια τ’ άχαμνά, τα κοκαλιάρικα τά μάγουλα, τά πεταγμένα
έξω’ τά ίδια τά μικρά, τ’ άχρω­μα, τ’ άλαμπα τά μάτια, τό ίδιο τό
καμπουριασμένο τό κορμί. ΤΗταν ή πιό άσχημη καί κείνη άπ’ ολες.
Κανείς δέν τήν κοίταζε, κανείς δέν της μιλούσε, κανείς δέν τήν αγάπησε. Οι
άνθρωποι δέν μπορούνε νά δούνε τήν ψυχή. Καί κείνη είχε καλή ψυχή. Δέ μίλησε
ποτέ δέ γέλασε ποτέ μέ μένα εκείνη. Καθότανε μόνη στήν άκρη, μαζεμένη, καί
κοίταζε άφωνη, σαν πάρδαλη από τό κλουβί, τις άλλες πού γελούσανε μέ μένα.
Εκείνη δέν έμοιαζε μ’ αύτές, δέν ταίριαζε στον κόσμο. Γι’ αυτό τή σκότωσα».
Κλάρα
τινάχτηκε, μά ο άγνωστος δέν της άφησε τό χέρι.
«Τήν αγαπούσα
καί τή σκότωσα», ξακολούθησε, «μά μή φο­βάσαι, έσέ δέ σ’ αγαπώ. Έσύ δέν είσαι
κείνη, όπως φαντάστηκα όταν σε είδα πρώτη φορά. Νόμισα πώς πέρασε ή ψυχή της σέ
σένα, πώς αναστήθηκε σέ σένα, πώς ξαναήρθε στή ζωή μέ σένα. Μά όχι, έσύ δέν
είσαι εκείνη. Έσύ τρέμεις. Εκείνη δέν έτρεμε. Ξέπλεξε μόνη τά μαλλιά καί μου τά
έδωσε στο χέρι.

Μου τά έδωσε καί της τά πέρασα γύρω στό λαιμό θηλιά, τράβηξα,
έσφιξα τή θηλιά γερά, καί τά μάτια της, τά μικρά τά μάτια της ανοί­ξανε πλατιά
στό χάος, τεντωθήκανε πόρτες ορθάνοιχτες στήν άβυσσο σαν πλάκες σμάλτο
άσπροφεγγίσαν τ’ άχρωμα τά μάτια, σάν αίμοστάλαχτα ρουμπίνια αστράψαν τ’ άλαμπα
τά μάτια. Τρόμαξα καί της σκέπασα τό πρόσωπο. Έβλεπα μόνο τό γυμνό κορ­μί. Παίζανε
φέγγη χλωμοκίτρινα, αχνορόδινα κι αυτού, πνιγόταν άσπρογάλαζες, πρασινωπές,
θαμπόχρυσες άναλαμπές. Πώς πνίγον­ται μουντά μιά μέρα θαμπερή τά χρώματα στό
φίλδισι, πώς τρεμοφέγγει στα νερά εκεί τό λειψό φεγγάρι πού τρυπά τούς κλάδους
— έτσι έφεγγε μπροστά μου τό γυμνό κορμί».

Ή Κλάρα,
κοίταξε στή λίμνη όπου έδειχνε το χέρι του. Τά νερά ήταν σκοτεινά, φεγγάρι δε
φαινόταν. μόνο στήν άκρη, εκεί μπροστά θαμπότρεμε ή λάμψη του φαναριού
κιτρινωπή.
«Γιατί τή
σκότωσα, γυμνή», ξακολούθησε ο άγνωστος. «γυμνώθηκε όταν είδε πώς τήν ήθελα
γυμνή, κ’ έπεσε στο κρεβάτι,. Εσύ δέ θέλεις, εσύ δέ λύνεις μόνη τά μαλλιά —- »
Έφερε το χέρι
στο λαιμό της, σά νά ήθελε νά τής ξεκουμπώση τήν τραχηλιά.
Ή Κλάρα
ξανατινάχτηκε.
«Μήν τρομάζης.
 δέν σέ θέλω εσένα», είπε ο άγνωστος καί κατέβασε το χέρι. «Εκείνη άφησε
και τή γύμνωσα, κ’ έπεσε έτσι στο κρεβάτι. Δέν το μόλυνα. Σκέπασα το γυμνό
κορμί γιατί μέ φόβισε κι αυτό όπως έφεγγε. Τής φίλησα μόνο το χέρι πού κρεμόταν
κάτω ασκέπαστο. Ήταν τόσο μικρό, τόσο απαλό το χέρι της. Το δικό σου είναι
άσχημο, δέν το φιλώ. Τραχύ, πλατύ, κακοπλασμένο. Δεν είσαι εκείνη εσύ, δεν
ξαναβγήκες από τό κίτρινο νερό πού πήγα καί τήν έριξα γιά νά μήν της δή κανένας
άλλος το γυμνό κορμί. Δέν είσαι σύ, της μοιάζεις μόνο. Έσύ δέ θέλεις νά
πεθάνης, δέ θέλεις ν’ αγαπήσης, δέν μπορείς — ή θέλεις; Λέγε!»
Έμεινε
κρατώντας, σφίγγοντας δυνατά το χέρι της.
Ή Κλάρα έσκυψε
το πρόσωπο. Δέ μπορούσε ν’ άντικρύζη το δικό του, δέ βαστούσε νά βλέπη τά μάτια
του πού αστράφτανε με­γάλα, μαύρα, κρύα κάτω άπό το κίτρινο φως.
Σέ λίγο ένιωσε
πώς τής άφησε το χέρι, κι όταν τόλμησε καί ξανασήκωσε το πρόσωπο, ό άγνωστος
είχε χαθή.
Το άλλο βράδυ,
όταν γύριζε στο σπίτι, δέν άκουσε πίσω της το βήμα του. Κι όταν βγήκε στο
παράθυρο, δέν τον είδε νά στέκη αντίκρυ, νά περιμένη. Περίμενε, περίμενε κι
αυτή — δέ φάνηκε. Ύστερα κατέβηκε στο δρόμο καί δίχως νά το νιώση βρέθηκε στο
πάρκο καθισμένη στήν άκρη του νερού. Έμεινε ώρες μόνη, ασάλευτη, σκυφτή. Ό
άγνωστος δέν ήρθε. Όταν όμως σηκώθηκε νά φύγη καί μπήκε στο στενό σκοτεινό
μονοπάτι, τότε της φάνηκε πώς άκουσε νά σβήνη σάν αποπίσω της, σάν από μακριά ή
κοντά, ή σάν απομέσα της μονάχα ένα μακρύ, τρικυμιστό, χαχανιστό άγριο γέλιο.


Παραρλάμα, Δημοσθένη Βουτυρά

Κάποτε του Φάρμα του ερχότανε και αναμνήσεις. Και θυμόταν ότι είχε πατέρα,
που φορούσε φέσι και κόκκινο ζωνάρι, και μάνα, της οποίας είχε ξεχάσει και αυτής
τη μορφή, που φορούσε τσεμπέρι. ‘Aλλο τίποτα! Όλα τα άλλα τα είχε φάει το
γύρισμα της ρόδας και έπειτα το κρασί, που έπινε για ξεκούρασμα. Αλλά τι ήθελε
να θυμάται;

Τη γυναίκα την είχε λησμονήσει και κανείς δαίμονας δεν
καταδεχόταν να του τη φέρει στο νου για να τον πειράξει. Όταν κάποτε έβλεπε
καμιά να έρχεται μέσα στο κατάστημα, την κοίταζε χάσκοντας, σαν παράξενο πράγμα
που πρώτη φορά το έβλεπε.

Οι τεχνίτες τον περίπαιζαν. Αυτός δεν απαντούσε
ποτέ. Σχεδόν είχε χάσει τη λαλιά του. Μόνο αισθανότανε μίσος, το μόνο ανθρώπινο
που του έμεινε. Δε γελούσε ποτέ, είχε απομάθει να γελά και κανείς ποτέ δεν τον
είδε έστω και να χαμογελά.

Το μόνο, μέσα στο σβησμένο και έρημο από άλλα
αισθήματα σώμα του, που έμεινε ήτανε το μίσος, όπως μένει, σε ερειπωμένο σπίτι ή
πύργο, φίδι.

Όταν εσχόλαζε, έπινε όσο που μεθούσε, και έτσι
παραμιλώντας, χωρίς να εννοεί κανείς τι έλεγε, σαν να μιλούσε τη γλώσσα της
ρόδας, επήγαινε να κοιμηθεί.

Είχε και παρέα στο κρασοπουλειό που πήγαινε,
αλλ’ ήταν σ’ αυτή σα βουβό της πρόσωπο. Φαινότανε μόνο να προσέχει σε ό,τι
λέγανε. Δύσκολα όμως να του μείνει τίποτα στο νου απ’ ό,τι άκουγε, όλα
περνούσανε δίχως ν’ αφήσουν ίχνος.

Μια βραδιά, άκουσε κάποιον πολύξερο
της παρέας να διηγείται κάτι της Γραφής. Έλεγε για το χέρι κείνο που είχε γράψει
στο συμπόσιο του Βαλτασάρ τις λέξεις: Μενέ, Μενέ θεκέλ, ου φαρσίν. Και ότι οι
λέξεις είχαν φέρει τον τρόμο στο βασιλέα και σε όλους τους άλλους του συμποσίου
και κανείς δεν βρισκότανε να τις εξηγήσει τι εννοούσαν.

Αυτά τα άκουσε με
προσοχή μεγάλη, ανοίγοντας τα και τα μάτια του τρομαχτικά. Ήτανε το μόνο που
μπόρεσε να χαραχθεί στο νου του μαζί με τους κρότους της ρόδας.

Την άλλη
βραδιά, άμα εσχόλασε, αντί να πάει στο κρασοπουλειό, διευθύνθηκε στο δωμάτιό
του. Είχε συγκάτοικο έναν πατριώτη του, ο οποίος πήγαινε πολύ ενωρίς και
κοιμότανε. Την πόρτα ποτέ δεν την έκλειναν και μπήκε ο Φάρμας χωρίς να
μεταχειρισθεί κλειδί ή να χτυπήσει. Ο συγκάτοικος ήτανε κει και
κοιμότανε.

Ένα λυχναράκι έκαιε πάνω στο τραπέζι και φώτιζε ένα ξερό
κομμάτι ψωμί και τρεις ελιές σάπιες, βαλμένες αντί σε πιάτο, σ’ ένα χαρτί
κίτρινο. Μια μύγα, άγνωστο γιατί, ξενυχτούσε, καθότανε πάνω στο ξεροκόμματο του
ψωμιού συλλογισμένη.

Ο Φάρμας έμεινε αρκετή ώρα συλλογισμένος κι αυτός,
έπειτα έφυγε γρήγορα και πήρε το δρόμο του καταστήματος που δούλευε, κοιτάζοντας
κάποτε, καθώς πήγαινε, την ημισέληνο, που του φαινότανε σαν χρυσό λαμπερό ψάρι
φτερωτό.

Το κατάστημα είχε και αυλή πίσω, και απ’ εκεί πήγε. Ανέβηκε σε
μια ελιά, μια ψωριασμένη ελιά που ήταν απ’ έξω, και απ’ εκεί ο άνθρωπος της
ρόδας και του κρασιού ελαφρός πήδησε στην αυλή. Φύλακας δεν έμενε στο κατάστημα
άλλος από ένα σκυλί, αλλ’ αυτό πήγε κοντά του, μετά από ένα μικρό γάβγισμα, και
του έγλειψε τα χέρια.

Μπήκε μέσα από ένα φεγγίτη πόρτας, όπου στήριξε μια
μισοσπασμένη σκάλα. Στάθηκε στην κάτω αίθουσα, όπου ήτανε μεγάλα εργαλεία και τα
γραφεία του καταστηματάρχη. Εκεί άναψε ένα σπίρτο και, αφού κοίταξε σαν να
ζητούσε κάτι στον τοίχο, ανέβηκε σ’ ένα εργαλείο και άρχισε να γράφει στον τοίχο
με κάρβουνο μια λέξη:

“Παραρλάμα.”

Ήταν φανταστική η λέξη, του την
είχε βγάλει το κρανίο του, αλλά του φαινότανε να λέει κάτι κακό.

Έφυγε
όπως είχε πάει.

Το πρωί, όταν πήγε στην εργασία, επρόσεχε να δει τι θα
γίνει για τη λέξη. Και δεν πέρασε πολύ και άκουσε τη φωνή του καταστηματάρχη να
φωνάζει:

“Τι είναι αυτό εκεί; Ποιος το ‘γραψε αυτό;”

Η φωνή του
καταστηματάρχη ήταν σα φοβισμένη.

Όλοι άφησαν τις δουλειές τους και
τρέξανε να δουν.

“Παραρλάμα!”

Η λέξη που βγήκε από το κρανίο του
βρισκότανε στα χείλια όλων. Μα ποιος την έγραψε;

Επρόβαλε και αυτός το
πρόσωπό του από πάνω από τη σκάλα και κοίταξε. Κανείς δεν ημπορούσε να
υποπτευθεί αυτόν, και ούτε ακόμα παρατήρησαν ότι δεν έτρεξε και αυτός να
δει.

Ο αρχιτεχνίτης αυτόν έβαλε να τη σβήσει. Και την έσβησε λέγοντας
σιγά σιγά τη λέξη.

Τη νύχτα έκανε πάλι το ίδιο. Λαλά τη λέξη δεν την
έγραψε τώρα με κάρβουνο, αλλά με χρώμα κόκκινο:

“Παραρλάμα.”

Το
πρωί άλλος θόρυβος. Ο καταστηματάρχης κιτρίνισε πολύ. Ζητούσε τον άνθρωπο, αλλ’
έξαφνα φοβήθηκε μη δεν ήταν άνθρωπος. Και όμως είπε δυνατά:

“Πρέπει να
βρεθεί!”

Η ιδέα πάλι μην κάποιος ήθελε να παίξει, να τον γελωτοποιήσει,
τον έκανε έξω φρενών και φώναζε ότι θα τους διώξει όλους.

Ο Φάρμας άκουσε
τους τεχνίτες να λένε μεταξύ τους, μην φροντίζοντας γι’ αυτόν, όπως και για το
σκύλο, το φύλακα, ότι φάντασμα θα βγαίνει στο κατάστημα και αυτό θα το έγραφε!
Και οι τεχνίτες έμειναν πεισμένοι ότι φάντασμα, δίχως άλλο, βγαίνει τη νύχτα και
γράφει αυτή την παράξενη λέξη που κάτι θα σήμαινε στη δική του γλώσσα.

Τη
νύχτα, ο κύριος του καταστήματος έβαλε φύλακες. Το πρωί δεν υπήρχε η λέξη. Αλλά
σε λίγο, καθώς ο καταστηματάρχης έμπαινε, η λέξη ήτανε πάλι στον τοίχο, γραμμένη
με τα κόκκινα γράμματά της.

Ο Φάρμας είχε βρει την ευκαιρία και

την είχε γράψει.

Όλοι στο πόδι. Ο καταστηματάρχης ταραγμένος,
κίτρινος, ο αρχιτεχνίτης, οι τεχνίτες, όλοι στεκότανε μαρμαρωμένοι εμπρός στα
κόκκινα γράμματα, που κάτι θα σήμαιναν κακό
μεγάλο.

“Παραρλάμα.”

Οι τεχνίτες άρχισαν να ορκίζονται τους
μεγαλύτερούς των όρκους, πολλοί έκλαιγαν ότι δεν γνωρίζουν τίποτα, δεν ξέρουν
ποιος τα γράφει, αλλά κάποιος, κάποιο… Ήθελαν να πουν φάντασμα, αλλά δεν
τολμούσαν…

Ο Φάρμας φάνηκε από ψηλά να κοιτάζει. Έπειτα τραβήχτηκε
γρήγορα και πήγε κοντά στη ρόδα, κι εκεί κρατώντας το χερούλι της γέλασε, ύστερα
από τόσα χρόνια, ένα σιωπηλό γέλιο!… 


 


 


 [‘Aπαντα, τ. Α΄, εισ.-επιμ. Βάσιας Τσοκόπουλος, Αθήνα, εκδ. Δελφίνι, 1994,
σσ. 139-142.]


Βυζάντιο – Βενετία: Μια εικαστική έκθεση για τη συνάντηση δύο πολιτισμών

ΠΑΝΤΑ Η ΕΛΛΑΔΑ | ALWAYS GREECE | SEMPRE LA GRECIA “ Μία έκθεση που  επιβεβαιώνει  την πολιτιστική όσμωση μεταξύ Ελλάδας – Βενετίας και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ δύο αμφιθαλών πολιτισμών μέσω της βυζαντινής και νεότερης παράδοσης”, Με το εντυπωσιακό βίντεο, που ακολουθεί, ολοκληρώθηκε η παρουσίαση της ομαδικής εικαστικής έκθεσης του εικαστικού κινήματος OpenArtCode στο ιστορικό Palazzo Cavalli Franchetti στη Βενετία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο σκληρόκαρδος γίγαντας, Όσκαρ Ουάιλντ

«Ο σκληρόκαρδος γίγαντας»

Κάθε απόγευμα, φεύγοντας απ’ το σχολείο, τα παιδιά το ‘χαν συνήθεια να παίζουν στον κήπο του γίγαντα.
Ήταν ένας πελώριος, μαγευτικός κήπος, μ’ απαλή πράσινη χλόη και
χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια όμοια μ’ αστέρια κι ακόμα, εδώ κι εκεί,
δώδεκα ροδακινιές φορτωμένες ρόδινα κι ολόλευκα ντελικάτα ανθάκια απ’
της άνοιξης τ’ άγγιγμα, που το φθινόπωρο βάραιναν απ’ τα πολύχυμα
φρούτα.
Τα πουλιά κάθονταν στα δέντρα και κελαηδούσαν τόσο γλυκά, που τα
παιδιά σταματούσαν το παιχνίδι για να τ’ ακούσουν. «Πόσο ευτυχισμένα
είμαστε εδώ!» έλεγαν αναμεταξύ τους.
Κάποια μέρα ο γίγαντας γύρισε. Εφτά ολάκερα χρόνια ήταν σ’ επίσκεψη,
στο φίλο του το δράκο της Κόρνις, κι όταν τα χρόνια πέρασαν κι εκείνος
είχε τελειώσει ό,τι είχε να πει —αφού δεν είχε και πολλά να
συζητήσει— αποφάσισε το γυρισμό στο κάστρο.
Την ώρα που ‘φτασε, αντίκρισε τα παιδιά να παίζουν στον κήπο.
«Τι δουλειά έχετε εδώ;» φώναξε μ’ οργή, και τα παιδιά το ‘βαλαν στα πόδια τρομαγμένα.
«Ο κήπος είναι μοναχά δικός μου», είπε ο γίγαντας. «Όλοι μπορούν να
το καταλάβουν, και δεν θα επιτρέψω σε κανένα να παίζει εδώ, έξω από
μένα».
Κι έτσι, έχτισε έναν πελώριο τοίχο ολόγυρα στον κήπο, κι ύστερα κάρφωσε μια πινακίδα που ‘λεγε: Οι παραβάτες τιμωρούνται.

Ήταν, αλήθεια, ένας πολύ σκληρόκαρδος γίγαντας.

Τα δύστυχα τα παιδιά τώρα δεν είχαν μέρος να παίξουν. Δοκίμασαν να
παίξουν στο δρόμο, όμως ήταν γεμάτος σκόνη και στουρναρόπετρες και δεν
τους άρεσε. Βάλθηκαν τότε να περιπλανιούνται γύρω απ’ τους ψηλούς
τοίχους, όταν τέλειωναν τα μαθήματά τους, νοσταλγώντας τον όμορφο κήπο.
«Πόσο ευτυχισμένα ήμασταν εκεί», έλεγαν αναμεταξύ τους.
Κι ύστερα ήρθε η άνοιξη. Η εξοχή γιόμισε από μικρά μπουμπούκια και
πουλάκια. Μονάχα στον κήπο του Σκληρόκαρδου Γίγαντα ήταν ακόμα χειμώνας.
Τα πουλιά ούτε που νοιάστηκαν να τραγουδήσουν για ‘κείνον, αφού δεν
υπήρχαν παιδιά εκεί, και τα δέντρα λησμόνησαν ν’ ανθίσουν.
Αν καμιά φορά κανένα όμορφο λουλουδάκι έβγαζε το κεφαλάκι του απ’ το
γρασίδι, μόλις αντίκριζε την πινακίδα ένιωθε τέτοια λύπη για τα
παιδιά, που λούφαζε ξανά στο χώμα, συνεχίζοντας τον ύπνο του.

Οι μόνοι που ‘ταν ευχαριστημένοι απ’ αυτή την κατάσταση ήταν το χιόνι
και η παγωνιά. «Η άνοιξη λησμόνησε αυτό τον κήπο», έλεγαν, «κι έτσι
εμείς θα μείνουμε εδώ όλο το χρόνο». Το χιόνι τύλιξε το γρασίδι με τον
ολόλευκο μανδύα του κι η παγωνιά μπογιάτισε όλα τα δέντρα ασημένια.
Ύστερα προσκάλεσαν και το Βόρειο Άνεμο να ‘ρθει να μείνει μαζί τους κι
εκείνος ήρθε τυλιγμένος με βαριά γουναρικά. Ολημερίς ούρλιαζε πάνω απ’
τον κήπο και φύσαγε μες στις καμινάδες. «Μα τούτο είναι ένα θαυμάσιο
μέρος», έλεγε, «πρέπει να καλέσουμε και το χαλάζι». Κι έτσι, το χαλάζι,
ντυμένο στα γκρίζα και μ’ ανάσα όμοια με πάγο, ήρθε. Κάθε μέρα, για
τρεις ώρες, χοροπηδούσε πάνω στη στέγη του κάστρου, μέχρι που τα
περισσότερα κεραμίδια ράγισαν, κι ύστερα, γυρνοβόλαγε στον κήπο, όσο πιο
γρήγορα μπορούσε. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η άνοιξη άργησε να
‘ρθει», συλλογιζόταν ο Σκληρόκαρδος Γίγαντας, καθώς γερμένος στο
παράθυρο, κοιτούσε τον παγωμένο, ολόλευκο κήπο.

«Ελπίζω να φτιάξει ο καιρός»…
Όμως η άνοιξη δεν ήρθε ποτέ, μήτε το καλοκαίρι. Κι έτσι ήταν πάντα
χειμώνας εκεί κι ο Βόρειος Άνεμος και το χαλάζι και το χιόνι κι η
παγωνιά ασταμάτητα χόρευαν ανάμεσα στα δέντρα.

Κάποιο πρωινό, ο Γίγαντας ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του μ’ ανοιχτά
μάτια, όταν άκουσε μια θεσπέσια μουσική. Ηχούσε τόσο γλυκά στ’ αυτιά του
που πίστεψε πως μάλλον θα ‘ταν οι μουσικοί του βασιλιά που πέρναγαν —
κι όμως, ήταν μονάχα ένας μικρούλης σπίνος που τραγουδούσε έξω απ’ το
παραθύρι του. Μα είχε κυλήσει τόσο πολύς καιρός από τότε που το στερνό
τιτίβισμα είχε ακουστεί στον κήπο του, που θάρρεψε πως ήταν η
ομορφότερη μουσική στον κόσμο.
Κι άξαφνα, το χαλάζι σταμάτησε το χορό του πάνω απ’ το κεφάλι του
Γίγαντα, ο Βόρειος Άνεμος έπαψε να βρυχάται, και μια μεθυστική ευωδιά
τον τύλιξε, περνώντας απ’ τ’ ανοιχτό παραθυρόφυλλο. «Θαρρώ πως η άνοιξη
επιτέλους έφτασε», είπε ο Γίγαντας και πηδώντας απ’ το κρεβάτι κοίταξε
έξω.
Μα τι ήταν αυτό που ‘πνιξε τη ματιά του;
‘Ηταν η πιο μαγευτική εικόνα. Από ένα άνοιγμα στον τοίχο, τα παιδιά
σύρθηκαν μέσα και σκαρφάλωσαν στα μπράτσα των δέντρων. Σε κάθε δέντρο
που αγκάλιαζε το μάτι του αντίκριζε κι ένα παιδάκι. Και τα δέντρα
πετάριζαν από χαρά για τα παιδιά που γύρισαν, κι έτσι ντύθηκαν με
λουλούδια και λύγιζαν τα μπράτσα τους απαλά, πάνω απ’ τα παιδικά
κεφαλάκια. Τα πουλιά φτερούγιζαν ολόγυρα τιτιβίζοντας μαγευτικά και τα
λουλούδια κρυφοκοίταζαν μεσ’ απ’ την πράσινη χλόη και ξεκαρδίζονταν
στα γέλια.
Ήταν μια όμορφη εικόνα, μα όμως στην άκρη της κρατούσε ακόμα ο
χειμώνας. Ήταν που στην πιο απόμερη γωνιά του κήπου, στέκονταν ένα μικρό
αγόρι. Κι ήταν τόσο μικρό που μήτε τα κλαδιά του δέντρου δεν μπόραγε
να φτάσει, έτσι που απελπισμένο βάλθηκε να κόβει βόλτες γύρω του
κλαίγοντας γοερά.
Το καημένο το δεντράκι ήταν ακόμα σκεπασμένο από πάγο και χιόνι κι ο Βόρειος Άνεμος φυσούσε και μούγκριζε από πάνω του.
«Σκαρφάλωσε, μικρό μου αγοράκι», έλεγε το δέντρο, και λύγιζε τα κλαδιά του όσο μπορούσε, αλλά το αγόρι ήταν μικρό, τόσο μικρό.
Η καρδιά του Γίγαντα έλιωσε καθώς το έβλεπε.
«Πόσο σκληρόκαρδος ήμουνα», συλλογίστηκε. «Τώρα ξέρω γιατί η άνοιξη
δεν θα ‘ρχονταν ποτέ εδώ. Να, τώρα θ’ ανεβάσω αυτό το αγοράκι στην
κορφή του δέντρου κι έπειτα θα γκρεμίσω τον τοίχο, έτσι που ο κήπος
μου θα ‘ναι μόνο για τα παιχνίδια των παιδιών». Κι αλήθεια,
μετάνοιωσε πολύ για ό,τι είχε κάνει.
Έτσι, περπάτησε στις μύτες των ποδιών του, κι ανοίγοντας την εξώπορτα
πολύ σιγά, βγήκε στον κήπο. Όμως, να, μόλις τα παιδιά τον είδαν
σκιάχτηκαν τόσο πολύ, που όλα μαζί το ‘βαλαν στα πόδια κι ο χειμώνας
ήρθε ξανά στον κήπο. Μόνο το μικρό αγόρι δεν έφυγε, γιατί τα ματάκια
του που ‘ταν γεμάτα δάκρυα δεν είδαν το Γίγαντα που ερχόταν.
Κι ο Γίγαντας ήρθε κλεφτά πίσω του, το πήρε απαλά στο χέρι του και το
ανέβασε στο δέντρο. Και το δέντρο άνθισε. Τα πουλιά ήρθαν και
τραγούδησαν πάνω του και τ’ αγοράκι τύλιξε τα χεράκια του γύρω στο λαιμό
του Γίγαντα και τον φίλησε. Και τ’ άλλα παιδιά, σαν είδαν πως ο
Γίγαντας δεν ήταν πια κακός, γύρισαν τρέχοντας και μαζί τους ήρθε η
άνοιξη,
«Τώρα είναι ο κήπος σας αυτός, μικρά μου παιδάκια», είπε ο Γίγαντας,
και παίρνοντας ένα μεγάλο τσεκούρι γκρέμισε τον τοίχο. Κι όταν οι
άνθρωποι περνούσαν για την αγορά στις δώδεκα η ώρα βρήκαν τον Γίγαντα να
παίζει στον πιο όμορφο κήπο που είχαν δει ποτέ.
Ολημερίς έπαιζαν και το βράδυ πήγαν στο Γίγαντα να τον
αποχαιρετίσουν. «Όμως, πού είναι ο μικρός σας σύντροφος;» είπε. «Το
αγόρι που ανέβασα στο δέντρο». Βλέπετε ο Γίγαντας το αγαπούσε απ’ τ’
άλλα περισσότερο, γιατί τον είχε φιλήσει.
«Δεν ξέρουμε», αποκρίθηκαν τα παιδιά «έφυγε».
«Πρέπει να του πείτε να ‘ρθει οπωσδήποτε αύριο», είπε ο Γίγαντας.
Αλλά τα παιδιά είπαν πως δεν ήξεραν που έμενε και πως δεν το είχαν
δει ποτέ πριν. Κι ο Γίγαντας ήταν πολύ λυπημένος. Κάθε απόγευμα, όταν το
σχολείο τέλειωνε, τα παιδιά έρχονταν κι έπαιζαν με το Γίγαντα. Μα το
μικρό αγόρι, που ο Γίγαντας αγαπούσε, ποτέ δε φάνηκε. Εκείνος
φέρνονταν καλά σ’ όλα τα παιδιά κι όμως του έλειπε ο πρώτος μικρός του
φίλος και συχνά μιλούσε γι’ αυτόν θλιμμένα «πόσο θα ‘θελα να τον
έβλεπα!» έλεγε κάθε τόσο.
Τα χρόνια κύλησαν. Κι ο Γίγαντας γέρασε κι αδυνάτισε. Δεν μπορούσε να
παίξει πια κι έτσι κάθονταν σε μια πελώρια πολυθρόνα και
παρακολουθούσε τα παιγνίδια των παιδιών και θαύμαζε τον κήπο. «Έχω
πολλά όμορφα λουλούδια», έλεγε «μα τα παιδιά είναι τα ωραιότερα απ’
όλα».
Ένα χειμωνιάτικο πρωινό κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο, καθώς ντυνόταν.
Δε μισούσε τώρα το χειμώνα, γιατί ήξερε πως η άνοιξη κοιμόταν μόνο και
τα λουλούδια ξεκουράζονταν.
Ξάφνου έτριψε τα μάτια του από απορία και κοίταζε… και κοίταζε… Ήταν βέβαια κάτι το θαυμάσιο…
Στην πιο απόμερη γωνιά του κήπου ένα δέντρο ήταν σκεπασμένο μ’
ολόλευκα λουλούδια. Τα κλαδιά του ήταν χρυσαφένια κι ασημένια φρούτα
κρέμονταν, ενώ πλάι του στεκόταν το μικρό αγόρι που ‘χε τόσο αγαπήσει.
Όρμησε τρέχοντας στις σκάλες ο Γίγαντας, γιομάτος χαρά, και τρέχοντας
βγήκε στον κήπο. Έτρεξε πάνω στο γρασίδι κι ήρθε κοντά στο παιδί. Κι
όταν το έφτασε, το πρόσωπο του κοκκίνισε απ’ την οργή κι είπε: «Ποιος
τόλμησε να σε πληγώσει;» Γιατί στις παλάμες του αγοριού και στα μικρά
του πόδια διακρίνονταν οι πληγές από καρφιά.
«Ποιος τόλμησε να σε πληγώσει;» φώναξε ο Γίγαντας «πες μου κι εγώ θα πάρω το μεγάλο μου σπαθί να τόνε κάνω κομμάτια!».
«Κανένας!» αποκρίθηκε το παιδί «όμως αυτές είναι οι πληγές της αγάπης!».
«Ποιος είσαι;» είπε ο Γίγαντας, κι ένας παράξενος φόβος τον κυρίεψε και γονάτισε μπρος στο παιδί.
Και το παιδί του χαμογέλασε και του είπε: «Μ’ άφησες κάποτε να παίξω
στον κήπο σου, απόψε εσύ θα ‘ρθεις μαζί μου στο δικό μου κήπο, τον
Παράδεισο».
Κι όταν τα παιδιά ήρθαν τρέχοντας το απόγεμα, βρήκαν το Γίγαντα νεκρό
κάτω απ’ το δέντρο, σκεπασμένο ολάκερο με κάτασπρα λουλούδια.

μτφ. Ελένη Μπόλλη


[πηγή: Ν. Γρηγοριάδης, Δ. Καρβέλης, Χ. Μηλιώνης, Κ. Μπαλάσκας & Γ. Παγανός, Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α’ Γυμνασίου, Αθήνα, ΟΕΔΒ, 71987, σ. 49-53]


Δίκαιο: ένας διάλογος για τη δικαιοσύνη βασισμένος στην Πολιτεία του Πλάτωνα



Από τη ψηφιακή έκθεση «ο Πλάτων στο Μουσείον του» του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού.

Η γέννηση της Τραγωδίας – Διάλεξη

Από τον κύκλο διαλέξεων του Παντελή Τσάβαλου με τίτλο “Αρχαίοι ελληνικοί μύθοι και διαχρονικές απεικονίσεις τους στην τέχνη: Μύθοι, νοήματα, προσλήψεις και απεικονίσεις (Κύκλος Γ’)” που πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης τον Φεβρουάριο-Μάρτιο 2016.


Εισαγωγή στη Βυζαντινή Τέχνη- Διάλεξη


Από την Ύστερη Αρχαιότητα στο Βυζάντιο: Εισαγωγή στον κύκλο διαλέξεων του Παντελή Τσάβαλου : “Ο κόσμος της ανατολικής Μεσογείου και οι καλλιτεχνικές αναζητήσεις του από την Ύστερη Αρχαιότητα στους Μέσους Χρόνους” (Κύκλος διαλέξεων στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, Φεβρουάριος-Απρίλιος 2014)

Φυγή, Γιώργος Σεφέρης

Patrick Gonzales

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας. 


 
 


H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.
 



Kι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.

Το Συμπόσιο του Πλάτωνα σε κόμικς

Αναπαράσταση του πλατωνικού Συμποσίου από την ψηφιακή έκθεση
«ο Πλάτων στο Μουσείον του» του ΙΜΕ.

 

Αριστοκλής: Ένας Υπηρέτης του Διονύσου

Ακολούθησε τον Αριστοκλή και ανακάλυψε πολλά μυστικά του Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου: ένα εκπληκτικό ψηφιακό βιβλίο. Πατώντας το τετράγωνο πλαίσιο απολαμβάνεις σε μεγάλη οθόνη.

Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com