Το τραγούδι των βουνών, Κωστής Παλαμάς

eberhard grossgasteiger

Βουνά ψηλά, βουνά ισκιερά,
βουνά γυμνά, βουνά πρασινισμένα,
μικρός αν είμαι, αισθήματα τρανά
γεννάτε μέσα μου και ταιριασμένα!
Μιας εποχής πανάρχαιας, μιας χρυσής,
σβηστής, με τρώγ’ η ενθύμηση κι η
ελπίδα· 
μου φαίνεται, βουνά, πως είστε εσείς
η πρώτη και η μεγάλη μου πατρίδα.
Θαρρώ, σε τέτοια σκοτεινή εποχή,
κρυμμένη σε καιρών αγνώστων βάθη,
κατέβ’ η ονειρεμένη μου ψυχή
και φώλιασε στα ύψη σας κι εστάθη.
Κι εστάθη κι έζησε με τους αϊτούς,
με της γης τους πρωτόλουβους
ανθρώπους,
 με τους αγρίους και με τους δυνατούς,
σ’ απάτητα λαγκάδια, σ’ άλλους τόπους.
Γι’ αυτό καημοί δέρνουν εμέ κρυφοί,
και στα πλευρά σας και στα μονοπάτια,
σε καθεμιά σας ρίζα και κορφή
 καθώς υψώνω προς εσάς τα μάτια.
Κι αν είναι αλήθεια αυτό, και δεν
πλανά 
κανένα μάγον όνειρον εμένα,
— βουνά ψηλά, βουνά ισκιερά, βουνά
πρασινωπά, γαλάζια, μαυρισμένα,
 βουνά, παιδιά γιγάντικα της Γης,
βουνά ανυπόταχτα, βουνά αιώνια,
που έχετε τη λαμπράδα της αυγής
για χαμογέλιο, για στολή τα χιόνια
που χύνετε θυμό σας φλογερό
 την αστραπή, το μαύρο νέφος θλίψη,
 και μίλημά σας το γοργό νερό
που με βοή κατρακυλά απ’ τα ύψη,
που έχετε χίλιες γνώμες και καρδιές,
κι αγάπη και χαρά και περηφάνια,
 σαν τους ίσκιους σας και τις ευωδιές,
σαν τα πουλιά, τ’ αγρίμια, τα βοτάνια,
που έχετε τη δική μας τη ζωή
και τα δικά μας έχετε πρωτάτα,
και μοναχά σας λείπουν, κι είστε
θεοί,
τα γεράματα· πάντα είστε με νιάτα!
Βουνά των ξένων τόπων σκοτεινά
που γλυκοχαιρετίζεστε με τ’ άστρα,
 κρυφτά στην καταχνιά παντοτινά,
άσωστα, απάτητα, άπαρτα σαν κάστρα,
 βουνά της γης αυτής ελληνικά,
διάφανα, καθαρά, πελεκημένα
από τεχνίτη χέρια γνωστικά
σα μετρημένα αγάλματα ένα ένα,
που κρύβετε τα μάρμαρα λευκά
 και μοσχομυρισμένα τα λουλούδια,
και πιο γερά απ’ τις πέτρες, πιο γλυκά 
κι απ’ τους ανθούς τα κλέφτικα τραγούδια,
κι από τα χαύνα πλήθη εσείς μακριά,
σε χρόνια σκλαβωμένα, θαμπά κρύα,
θρέψατε εσείς του Γένους τη Θεά,
 την αιθεροπλασμένη Ελευθερία!
Βουνά ψηλά, βουνά ισκιερά, βουνά
με δύναμες γιομάτα και με κάλλη
ω! δώστε μου απ’ τη χάρη σας ξανά,
και κάμετέ με όμοιον μ’ εσάς και πάλι!
Καθώς η πρώτη ακτίνα του ουρανού
 φωτίζει εσάς πριν φωτιστούν οι κάμποι,
θέλω κι εγώ μες στο δικό μου νου
το φως το αληθινό να πρωτολάμπει.
 Από τα ύψη θέλω μαγικό τον κόσμο
 και οι ματιές μου ν’ αντικρίζουν,
του κόσμου τη βοή να μη γρικώ,
και τ’ ανάξια πάθη να μη μ’ εγγίζουν.
Και θέλω οι στοχασμοί μου καθαροί
να μένουν, σαν τα χιόνια στην κορφή
σας,
και να θυμάται πάντα η θλιβερή
ψυχή μου πως επλάστηκε αδερφή σας.
Γιατί κλειστή η ψυχή μου σε κορμί
μισό, σκυφτό, σ’ έν’ άρρωστο
κουφάρι,  
κι έχασε την ακράτητην ορμή,
την ορμή που είχε απ’ το βοριά σας πάρει.
Και σαν αϊτός που του έκοψαν κακοί
και οι άνθρωποι τα δυο πλατιά φτερά
του
και σέρνεται και πέφτει εδώ κι εκεί
 και δείχνεται περίγελο άνω κάτου,
έτσι πολλές φορές κι η ανθρωπινή ψυχή,
κι αν ζει κι αν χάνεται εδώ πέρα
και άπραγη και δειλή και ταπεινή,
είναι γιατί τον έχασε τον αέρα
τον πρώτο, γιατί ξέχασε κι αυτή
από ποιo μέρος έφτασε, ποιo χέρι
την οδήγησε πρώτο, είναι γιατί
 πού θα ξαναγυρίσει δεν το ξέρει.
Ω! καν εσείς, βουνά ψηλά, βουνά
 που μια φορά τον ήλιο επρωτοείδα
κάμετ’ εσείς, να μη σας λησμονά
ποτέ η ψυχή μου, ω πρώτη μου πατρίδα!
Και κάμετε η θωριά σας να γεννά
αισθήματα μεγάλα, ταιριασμένα,
 σ’ εμένα το μικρό, ψηλά βουνά,
με γιούλια και με ρόδα πλουμισμένα.
Και κάμετε να ελπίζω πως θα ’ρθώ,
μόλις ξεφύγω από τη φυλακή μου
στα ύψη σας, να ξανανταμωθώ
 μ’ εσάς, πατρίδα αληθινή δική μου!

 

2018


The Lodgers, Robert Doisneau

Robert Doisneau . The Lodgers, 1962

Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι, Πηνελόπη Δέλτα

Robert Doisneau
Μία παραμονή Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο
παράθυρο. Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα
φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα.
Το κρύο ήταν δυνατό, και
τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο
χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της
εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα
.
Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου,
αντίκρυ του.
«Πρωτοχρονιά αύριο», μουρμούρισε, «διασκεδάζουν εκεί μέσα».

Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί,
με λιωμένο αχνό πρόσωπο.
Κουτιά γεμάτα μπογιές, μολυβένια
στρατιωτάκια, ζώα ξύλινα, σιδηρόδρομοι και καραβάκια, που σκέπαζαν το κρεβάτι
του, έστεκαν άγγιχτα. Τ’ αδύνατα
χεράκια του έμεναν ακίνητα στο σεντόνι απάνω’ δεν κοίταζε καν τα
πλούσια δώρα γύρω του. Το
κουρασμένο βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο παράθυρο όπου, στα σκοτεινά, άσπριζαν
τα χιόνια της αντικρινής στέγης.
Τι συλλογίζεσαι, Βασιλάκη; ρώτησε η μητέρα του.
– Κοίταζα τα χιόνια, αποκρίθηκε ο
μικρός, και συλλογίζουμουν τη χαρά να τρέχεις στους δρόμους, να βουτάς στα χιόνια, να τα μαζεύεις και να
φτιάνεις μπάλες, και να τις τινάζεις στους περαστικούς, όπως στη ζωγραφιά του
βιβλίου μου
, εκεί που είδα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με
τα πολλά κεράκια. Αλήθεια, μητέρα, λες να βρήκε ο Νικόλας δέντρο τέτοιο εδώ;
-Ναι, παιδί μου, βρήκε, και θα
σου το φέρει τώρα στολισμένο. Δεν είναι πολύ μεγάλο όπως στη ζωγραφιά του
βιβλίου σου, μα το
στόλισε ο πατέρας σου και είναι πολύ όμορφο. Είσαι ευχαριστημένος;
-Ναι, είπε ο Βασιλάκης χωρίς
ενθουσιασμό.
Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα.
Δυο υπηρέτες έφεραν μέσα ένα μικρό έλατο ολοφώτιστο, και το έστησαν απάνω στο
τραπέζι. Τα κλαδιά ήταν φορτωμένα χρυσά
και ασημένια στολίδια, φαναράκια και μπρίλες
. Παντού στέκουνταν
όρθια τ’ αναμμένα χρωματιστά κεράκια, και τα μεγαλύτερα κλαδιά λύγιζαν από το
βάρος των παιχνιδιών που κρέμουνταν δεμένα με κορδέλες.
Ε, Βασιλάκη, σ’ αρέσει το δέντρο σου; ρώτησε ζωηρά
ο πατέρας του.
Ο μικρός το κοίταξε μια στιγμή με
σβησμένα αγέλαστα μάτια.
Το φαντάζουμουν ωραιότερο, είπε με τη βαρεμένη του
φωνή.
Και το βλέμμα του γύρισε πάλι στο
παράθυρο και στα χιόνια του αντικρινού σπιτιού.
– Πατέρα, λες του χρόνου την Πρωτοχρονιά να είμαι πια
καλά
και να βγω κι εγώ στα χιόνια;
– Ναι, παιδί μου, είπε ο πατέρας.
Και η μητέρα βγήκε από το δωμάτιο για να κρύψει
τα κλάματα
που την έπνιγαν.
-Τι όμορφα που θα είναι να
τρέχεις στα χιόνια… είπε συλλογισμένα ο Βασιλάκης. Τι δε θα έδινα για να δω τι γίνεται έξω.
Έξω, ο Βασίλης είχε δει πίσω από
το φωτισμένο παράθυρο το δέντρο του Βασιλάκη, με τα φώτα και τα χρυσά στολίδια και τα παιχνιδάκια που γέμιζαν
τα κλαδιά από πάνω ως κάτω.
-Αχ, τι ωραίο! είπε το φτωχό·
πρέπει να το έφερε ο Άη-Βασίλης.
Και τα μάτια του έτρωγαν το
δέντρο και, τρέμοντας από το κρύο, ολοένα χώνουνταν βαθύτερα στη γωνιά του και γύρευε να τυλίξει στο κορμάκι του τα κουρέλια
του, μήπως και τον ζεστάνουν λίγο.
-Ο Άη-Βασίλης… μουρμούρισε. Γιατί
δεν έρχεται κάποτε και σε μας, ο Άη-Βασίλης;
Θυμήθηκε το φτωχικό σπιτάκι στο
χωριό του, όπου τον είχε μεγαλώσει η μάνα του· όλα τα είχε στερηθεί αφότου γεννήθηκε, εκτός μόνο τα χάδια της
μάνας του.
Ξενοδούλευε η κακομοίρα για να κερδίσει το ψωμί
τους, μα άλλο από ψωμί δεν πρόφθαινε να βγάλει, μόνο την αγάπη της μπορούσε
χάρισμα να του δίνει, και αυτήν του την έδινε μπόλικη. Μα ήλθαν οι κακοί καιροί, η αρρώστια, η μαύρη
φτώχεια, και πέθανε η μάνα του
και την έβαλαν σε σανιδένια
κάσα, και την πήγαν στο νεκροταφείο, και την είδε που τη σκέπασαν τα χώματα.
Και τον έβγαλαν από το φτωχικό του καλυβάκι, κι έφυγε το έρημο ορφανό και ήλθε
κι έπεσε στην Αθήνα, παραμονή του
Άη-Βασίλη, πεινασμένο, παγωμένο, μακαρίζοντας τους ευτυχισμένους
που
διασκέδαζαν πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, αντίκρυ του.
Από νωρίς είχε δει κίνηση μεγάλη
στους δρόμους, παιδιά μεγάλα και μικρά, που σταματούσαν στις πόρτες των
αρχοντόσπιτων και έλεγαν τον Άγιο Βασίλη. Μα τ’ ορφανό δεν τόλμησε να χτυπήσει και αυτό σε καμιά πόρτα, ούτε
ήταν μαθημένο στην ταραχή της μεγάλης πολιτείας
. Και λίγο-λίγο,
τράβηξε κατά τους ήσυχους μεγαλόπρεπους δρόμους, μακριά από το κέντρο, και ήλθε
και ζάρωσε σε μιαν εξώπορτα, χωρίς ψωμί, χωρίς σκοπό, χωρίς καμιάν ελπίδα.
Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο πήγαιναν κι
έρχουνταν σκιές
. Πέρασε κι ένας υπηρέτης με βελάδα, βαστώντας
ένα πιάτο με μια μεγάλη πίτα.
Ο Βασίλης θυμήθηκε πως την τελευταία βούκα ψωμί την είχε φάγει το
πρωί. Και μέσα κει θα έτρωγαν τώρα
πίτα.
Αχ, και να είχε και αυτός μια
βουκίτσα να γελάσει την πείνα του. Του φάνηκε τόσο ορεκτική η πίτα, τόσο
αφράτη, καθώς την πέρασε ο υπηρέτης εμπρός στο παράθυρο. Άραγε, αν ζητούσε λίγη, θα του έδινε κανένα
κομματάκι;
Και έξαφνα, χωρίς να ξέρει και
αυτός πώς το έκανε, άρχισε να τραγουδά:
«Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία… βαστά καλάμι και
χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι
».
Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο,
διάφορες σκιές πήγαν και ήλθαν κοιτάζοντας έξω. Σώπασε τρομαγμένος ο Βασιλάκης και ζάρωσε στη γωνίτσα του όσο
μπορούσε περισσότερο
.
– Παναγιά μου! ψιθύρισε, λένε πως οι πλούσιοι δεν έχουν καλή ψυχή και
περιφρονούν τους φτωχούς…
Και με τρομαγμένα μάτια
ακολουθούσε το πήγαινε κι έλα των ανθρώπων μες στην κάμαρα.
Μες στην καμάρα είχαν κόψει την
πίτα. Ακουμπισμένος στα μαξιλάρια, ο
Βασιλάκης βαστούσε το πιάτο του στα χέρια, κοιτάζοντας με αδιαφορία το κομμάτι
του
, χωρίς καν να το γευθεί.
– Δεν το κόβεις να δεις αν σου
έπεσε το φλουρί, Βασιλάκη μου; ρώτησε τρυφερά η μητέρα του.
-Ναι, μητέρα, θα το γυρέψω,
αποκρίθηκε, αλλά δεν κούνησε,
ούτε άλλαξε η κουρασμένη όψη του.
Έξαφνα ανέβηκε ως το δωμάτιο του
άρρωστου αγοριού μια φωνή παιδιάτικη, τρεμουλιαστή, σα φοβισμένη: «Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία
βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».
Ο Βασιλάκης ξαφνίστηκε’ άναψαν
μια στιγμή τα μάτια του, ζωήρεψε το
μελαγχολικό του πρόσωπο.
-Πατέρα, πατέρα! φώναξε, τ’
ακούς; Τραγουδά απ’ έξω… Θα είναι
κανένα αγοράκι… φώναξε το! Πολύ σε παρακαλώ!
Η μητέρα του είχε πάγει κιόλα στο
παράθυρο, μα δεν είδε τίποτε.
Δε βλέπω κανένα παιδί, είπε.
– Πατέρα, κοίταξε συ, άνοιξε το
παράθυρο, φώναξε το παιδί να έλθει να
πάρει από την πίτα, το κομμάτι του φτωχού
… και να μας πει τι
γίνεται έξω.
Πήγε ο πατέρας στο παράθυρο, το
άνοιξε, έσκυψε έξω, κοίταξε
δεξιά, αριστερά, μα δεν είδε τίποτε· έκλεισε το παράθυρο και γύρισε στο κρεβάτι
του Βασιλάκη.
– Πέρασε το παιδί και πάει, είπε
ζωηρά· μα δεν πειράζει, θα περάσει και
άλλο και τότε το φωνάζομε·
δοκίμασε την πίτα σου ωστόσο.
Μα ο Βασιλάκης δεν πεινούσε·
έσπρωξε το πιάτο του, ακούμπησε στα μαξιλάρια και έκλεισε τα μάτια. Η ζωηράδα του προσώπου του είχε σβήσει· το
φλουρί της πίτας δεν τον ενδιέφερε
, ούτε το δέντρο όπου είχαν
σβήσει πια τα κεράκια, ούτε τα δώρα του. Το δρόμο μόνο συλλογίζουνταν.
Και το παιδάκι, που μπορούσε να
πει την ομορφιά της ελευθερίας, τη χαρά να
τρέχεις και να βουτάς στα χιόνια, είχε περάσει και πάει.
– Θέλεις, παιδί μου, να φας την
πίτα σου αύριο; ρώτησε η μητέρα χαϊδεύοντας γλυκά το μέτωπο του.
Ναι, μητέρα, αύριο.
Η μητέρα έκανε νόημα σ’ όλους να
βγουν από το δωμάτιο.
Ο Βασιλάκης ήταν
κουρασμένος. Ο Βασιλάκης ήθελε να κοιμηθεί.
Πήρε το πιάτο με την πίτα και το
ακούμπησε στο τραπέζι, κοντά στο κομμάτι του φτωχού· έσβησε τα φώτα, άναψε την καντήλα, φίλησε
γλυκά το αγόρι της και βγήκε από το δωμάτιο.
Μα ο Βασιλάκης δε νύσταζε· ο νους
του έμενε στο δρόμο και στη χαρά που θα είχε αν μπορούσε να τρέξει στα χιόνια.
Κοίταξε γύρω του, είδε πως ήταν
μόνος’ με κόπο κατέβηκε από το κρεβάτι, και σιγά-σιγά σύρθηκε ως το παράθυρο.
Αχ! και να έβλεπε λιγάκι απ’ έξω το χιονισμένο δρόμο,
τα φανάρια, τ’ άσπρα δέντρα.
Με δυσκολία γύρισε το πόμολο,
άνοιξε το παράθυρο κι έσκυψε έξω. Το κρύο τον
ξάφνισε, του έκοψε την αναπνοή, ζήτησε να στηριχθεί στο πεζούλι του παραθύρου
μα
όλα γύριζαν, του φάνηκε πως πέφτει.
Έξαφνα, από το παράθυρο πήδησε
μέσα ένας άνθρωπος, και ο Βασιλάκης από το σάστισμά του ξέχασε τη ζάλη του. Ήταν γέρος, χιονοσκεπασμένος, με μακριά
καλογερικά ρούχα
και μεγάλα άσπρα γένια’ τον κοίταξε ο
Βασιλάκης και τον ανεγνώρισε:
-Ο Αη-Βασίλης… ψιθύρισε.
– Ναι, εγώ είμαι, είπε ο
Άη-Βασίλης με το ανοιχτόκαρδο χαμόγελο του. Ήλθα να σε ρωτήσω, τι θέλεις να σου δώσω για την εορτή μου, που
ξημερώνει αύριο
, και που είναι και δική σου εορτή;
-Αχ, Άη-Βασίλη μου, να μη μου
δώσεις πια τίποτα! φώναξε ο Βασιλάκης σταυρώνοντας παρακλητικά τα χέρια του.
Δες πόσα πράγματα μου έδωσαν, και τα έχω τόσο βαρεθεί! Μα πάρε με έξω μαζί σου! Πάρε με στα χιόνια!
Θέλω τόσο να τρέξω ελεύθερα!
– Θέλεις; είπε ο Άη-Βασίλης. Μα
έξω κάνει κρύο! Και συ έχεις όλα τα καλά του κόσμου! Τόσα παιχνίδια, τόσα χάδια, και ζεστασιά, και
πίτα που ούτε τη δοκίμασες ακόμα
… Και θέλεις να φύγεις;
-Ναι! Να βγω στα χιόνια, να τρέξω
ελεύθερα, αχ, πάρε με, πάρε με, καλέ μου
Άη-Βασίλη
! παρακάλεσε ο Βασιλάκης. Πάρε με στα χιόνια!
Ο Άη-Βασίλης χαμογέλασε πάλι.
– Καλά, είπε. Εγώ σήμερα δε χαλώ χατήρι κανενός. Έλα μαζί
μου αφού το θέλεις.
Και πήρε το Βασιλάκη στην αγκαλιά του,
και πέταξε από το παράθυρο που έμεινε ανοιχτό.
Στα χιόνια κάθουνταν ο Βασίλης με
τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο. Με τρομάρα είχε δει έναν κύριο που άνοιξε τα
γυαλιά και κοίταζε στο δρόμο· μα έτσι
μικρός που ήταν και ζαρωμένος στη γωνίτσα του, δεν τον είδε ο κύριος
.
Και το παράθυρο έκλεισε πάλι.
Τα κεράκια του δέντρου είχαν
σβήσει, οι σκιές πήγαιναν κι έρχονταν ακόμα· ύστερα έσβησαν και τα φώτα, και
μόνο μια καντήλα τρεμόφεγγε, στημένη σε κανένα έπιπλο απάνω. Και ο Βασίλης ακόμα κοίταζε, σα μαγνητισμένος από
τη θαμπερή λάμψη της.
Το κρύο όλο δυνάμωνε· τα βλέφαρα
του Βασίλη βάραιναν. Θυμήθηκε τη μάνα του και τη ζεστή της αγκαλιά. Έριξε μια ματιά στο παράθυρο και
συλλογίστηκε πως εκεί μέσα θα έκαμνε ζέστη. 
Αχ! λίγη
ζέστη.
Λαφρύς κρότος τον ξάφνιασε.
Σήκωσε τα μάτια του τρομαγμένος. Το παράθυρο
είχε ανοίξει πάλι, μα δεν ήταν πια εκεί ο ίδιος κύριος· ένα παιδάκι, στα
νυχτικά του
, έσκυβε να δει το δρόμο.
Μια στιγμή το κοίταξε με απορία ο
Βασίλης, μα τόσο βαριά ήταν τα βλέφαρα του, που δεν μπορούσε να τα βαστάξει
ανοιχτά. Έκανε πάλι να δει το αντικρινό παιδί, και του φάνηκε πως σωριάζουνταν στο πάτωμα το άσπρο κορμάκι,
μα δεν πρόφθασε να βεβαιωθεί.
Ακούμπησε το κεφάλι του στον
τοίχο και τα μάτια του έκλεισαν μονάχα τους. Έξαφνα, μια λάμψη τον ξύπνησε·
εμπρός του στέκουνταν ένας γέρος ντυμένος στα κόκκινα και στα χρυσά. Τα γένια του ήταν μακριά και κάτασπρα, και
γύρω του χύνουνταν τόση ζέστη
, που ο Βασίλης ξέχασε τα χιόνια
και το βοριά. Κοίταξε το γέρο και τον ανεγνώρισε.
-Ο Άη Βασίλης! έκανε μαγεμένος.
-Ναι, ο Άη-Βασίλης, είπε ο γέρος.
Σ’ άκουσα που έλεγες πως δεν
έρχομαι ποτέ σε σας και, βλέπεις, τώρα ήλθα.
Τ’ ορφανό τον κοίταξε μ’ έκσταση.
Ο Άη-Βασίλης γέλασε.
-Λοιπόν πες μου, του είπε· αύριο
ξημερώνει Πρωτοχρονιά, που είναι εορτή μου
και δική σου εορτή. Τι θέλεις να σου χαρίσω;
Ο Βασίλης έριξε μια ματιά στο
αντικρινό παράθυρο. Η καντήλα είχε σβήσει και αυτή· τόσο κρύο θα ήταν τώρα κι
εκεί μέσα…
Θέλω, παρακαλώ, λίγη πίτα, είπε δειλά, και θέλω πάλι τη μάνα μου
Μα ίσως αυτό να είναι αδύνατο; ρώτησε φοβισμένος λίγο για τη μεγάλη του
απαίτηση.
-Τίποτα δεν είναι αδύνατο σήμερα,
είπε ο Άη-Βασίλης, και ό,τι ζητήσεις θα σου το κάνω. Πίτες όσες θέλεις θα σου δώσω, και τη μάνα
σου θα την ξαναδείς οπόταν θέλεις
. Μα σκέψου, είναι και μερικά
παιδιά που λαχταρούν την ελευθερία σου. Εσύ μπορείς τον κόσμον όλο να τον
γυρίσεις, να ζήσεις όπως θέλεις. Είσαι ακόμα μικρός και ο κόσμος όλος είναι ανοιχτός
μπροστά σου…
-Αχ όχι, καλέ μου Άη-Βασίλη!
παρεκάλεσε ο μικρός. Μόνο πάρε με
στη μάνα μου. Και δωσ’ μου λίγη πίτα και για κείνην
, που δεν
έχει φάγει τώρα τόσα χρόνια.
-Καλά, είπε ο Άη-Βασίλης με το
καλό του χαμόγελο, σήμερα δε χαλώ κανενός χατήρι. Έλα να σε πάγω στη μάνα σου.
Και τον πήρε ο Άη-Βασίλης στην
αγκαλιά του, και πέταξε ψηλά,
ψηλά, τόσο που περνούσε πάνω από τα ψηλότερα σπίτια, κι έφυγαν.
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, την ώρα
που χαρούμενες χτυπούσαν οι καμπάνες σ’ όλες τις εκκλησιές της χώρας, βγήκε ο
Νικόλας ο υπηρέτης, με μάτια κοκκινισμένα από τα κλάματα, στο χιονισμένο δρόμο.
Χωμένο σε μια γωνιά της εξώπορτας του αντικρινού
σπιτιού, είδε ένα παιδάκι
που φαίνονταν να κοιμάται. Το σίμωσε,
το άγγιξε, το βρήκε παγωμένο.
Το πήρε στην αγκαλιά του και το ανέβασε στο αρχοντόσπιτο, όπου μητέρα και
πατέρας
, πλάγι στο κρεβάτι του Βασιλάκη, έκλαιγαν το πεθαμένο
τους αγόρι.
Μαζί τα ξάπλωσαν πλάγι-πλάγι, το χαδεμένο
μονοπαίδι και το έρημο ορφανό.
Πάνω στο τραπέζι, δυο κομμάτια
πίτας ξηραίνονταν άγγιχτα, το κομμάτι του Βασιλάκη και το κομμάτι του Βασίλη.
Πλάγι-πλάγι έθαψαν τα δυο παιδιά.
Στον ένα τάφο είναι γραμμένο με
χρυσά γράμματα
τ’ όνομα του Βασιλάκη· ο άλλος τάφος δεν έχει
όνομα.
Κανένας δε γνώριζε το έρημο ορφανό.



Οι Καλικάντζαροι της Ίμβρου

Μια φορά και ένα
καιρό, ζούσαν στην Ίμβρο δυο αδέρφια. Ο ένας ήταν πολύ πλούσιος και είχε
πολλά κτήματα κι ο άλλος ήταν πολύ φτωχός και είχε πολλά παιδιά. Ο φτωχός
δούλευε σκληρά για να συντηρήσει τη φαμίλια του, ενώ ο πλούσιος, αν και
άτεκνος, ήταν πολύ φιλάργυρος. Εκείνα τα Χριστούγεννα, στου φτωχού το σπίτι
πέρασαν με ψωμί κι ελιές, ενώ ο πλούσιος είχε απ όλα τα καλά στο τραπέζι
του. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ο φτωχός πήγε στο νερόμυλο για να
πάρει λίγο αλεύρι, μα ο μυλωνάς δεν του έδωσε, γιατί δεν είχε να
πληρώσει. Καθώς γύριζε λυπημένος στο χωριό και συλλογιζόταν πώς θα πήγαινε
πάλι στα παιδιά του με άδεια χέρια, άκουσε πίσω του κουδούνια και ποδοβολητά
ζώων.

«Λες να είναι
καλικάντζαροι χρονιάρα μέρα;» αναρωτήθηκε, σκαρφαλώνοντας γρήγορα σ ένα ψηλό
δέντρο για να κρυφτεί στα κλαδιά του. Τα ζώα με τους συνοδούς τους
σταμάτησαν κάτω από το δέντρο. Τότε άκουσε μια βροντερή φωνή να λέει:
«Ατσίλ αγατζίμ
ατσίλ!», που θα πει «άνοιξε, δέντρο μου, άνοιξε!»
Αμέσως ο κορμός
του δέντρου άνοιξε στα δύο κι από μέσα ξεχύθηκε ένα φως τόσο δυνατό, που έλαμψε
ο τόπος τριγύρω. Τότε ο φτωχός είδε με τρόμο σαράντα καλικάντζαρους,
μαυριδερούς κι ασχημομούρηδες, με μυτερά κέρατα, μαλλιαρές ουρές και νύχια
γυριστά, να σέρνουν σαράντα μουλάρια τόσο φορτωμένα, που με το ζόρι στέκονταν
στα πόδια τους!
Από τη ρίζα του
δέντρου ξεκινούσαν κάτι ξύλινες, στριφογυριστές σκάλες, που απλώνονταν σε
βάθος, όσο έφτανε το βλέμμα του. Οι καλικάντζαροι φορτώθηκαν τα σακιά και κατέβαιναν
τις σκάλες για να τα στοιβάξουν στις υπόγειες αποθήκες τους. Αφού τελείωσαν
αυτή τη δουλειά, ο αρχηγός τους φώναξε ένα μικρό καλικαντζαράκι και το διέταξε:
«Φέρε μου το μύλο,
μικρέ!»
Τότε το
καλικαντζαράκι άνοιξε ένα κρυφό συρτάρι, σκαλισμένο στη ρίζα του δέντρου, πήρε
ένα μύλο μικρό, σαν εκείνους που αλέθουν τον καφέ, και τον παρέδωσε στον αρχηγό
του με μια αστεία υπόκλιση.
Ο αρχηγός των
καλικάντζαρων πήρε το μύλο, στάθηκε όρθιος με μεγάλη επισημότητα, τον σήκωσε
ψηλά τεντώνοντας τα χέρια του και βροντοφώναξε:
«Μύλε μου, αφέντη μύλε μου, βγάλε σωρούς κριθάρια νόστιμα σα ζαχαρωτά, γα φάνε
τα μουλάρια!». Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του κι ο μύλος άρχισε να
βγάζει σπόρους κριθαριού, αφράτους και λαχταριστούς σαν ένα βουνό από
κουφέτα! Τα μουλάρια έφαγαν με την ψυχή τους, μέχρι που οι κοιλιές τους
φούσκωσαν σαν μπαλόνια.
Τότε ο
Αρχικαλικάντζαρος σκέπασε με την παλάμη του το μύλο, φύσηξε τρεις φορές κι
εκείνος σταμάτησε να βγάζει κριθάρι.Έπειτα τον κράτησε πάλι ψηλά και φώναξε:
«Μύλε μου, αφέντη
μύλε μου βγάλε κρέας ψημένο, να φαν τα παλικάρια μου κι εγώ να μη χορταίνω!»
Αμέσως ο μύλος
άρχισε γα βγάζει κρέατα τραγανιστά και ροδοκοκκινισμένα. Οι καλικάντζαροι
στρώθηκαν γύρω του κι έφαγαν του σκασμού! Με τον ίδιο τρόπο ο μύλος έβγαλε πίτες,
αβγά, φρούτα, τυρί, γλυκίσματα και μπόλικο κρασί. Ο φτωχός παρακολουθούσε τα
συμβάντα από την κορυφή του δέντρου με ανοιχτό το στόμα.
«Αχ, ας είχα κι εγώ έναν τέτοιο μύλο, μόνο για μια μέρα έστω, γι απόψε που
είναι Πρωτοχρονιά. Πόσο θα χαίρονταν τα καημένα τα παιδάκια μου…» συλλογιζόταν
κι η καρδιά του μάτωνε από τη στενοχώρια.
Κοντά στα ξημερώματα, ο αρχηγός είπε
στους άλλους καλικάντζαρους:
«Καλικάντζαροι, αδέρφια, ροκάνες πάρτε μα και ντέφια! Προτού λαλήσει ο
πετεινός, σε άλλους τόπους πάμε, χίλιες να κάνουμε ζημιές, μπελάδες στις
νοικοκυρές και πριν αγιαστούνε τα νερά. στο δέντρο μας γυρνάμε».
Οι καλικάντζαροι αλάλαξαν ενθουσιασμένοι και η γη σείστηκε από τις αγριοφωνάρες
τους. Ανέβηκαν στα μουλάρια τους και, χτυπώντας τα με τις ουρές τους, έγιναν άφαντοι!
Ο Αρχικαλικάντζαρος, αφού φύλαξε με προσοχή το μύλο στην κρυψώνα του,
καβαλίκεψε το μουλάρι του, ανέβηκε τη σκάλα και είπε στο δέντρο: «Καπάν,
αγατζίμ, καπάν», δηλαδή «κλείσε, δέντρο μου, κλείσε». Αμέσως το δέντρο έκλεισε
κι ο τόπος σκοτείνιασε κι ησύχασε ξανά. Έπειτα έδωσε μια και εξαφανίστηκε κι
αυτός.
Ο φτωχός χωρικός κατέβηκε φοβισμένος
από την κορυφή του δέντρου.
Ενώ ετοιμαζόταν να φύγει, κοντοστάθηκε κι αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του. Στάθηκε
στη ρίζα του δέντρου και φώναξε «ατσίλ, αγατζίμ, ατσίλ!». Αμέσως το δέντρο
άνοιξε κι ο χωρικός θαμπώθηκε από το φως που ξεχύθηκε από μέσα του! Κατέβηκε τα
σκαλοπάτια και είδε αμέτρητες κάμαρες γεμάτες χρυσάφι. ασήμι και πολύτιμα
πετράδια!
Ήταν, ωστόσο, άνθρωπος λογικός και καθόλου πλεονέκτης.
«Δε μου χρειάζεται τίποτα απ όλα αυτά, παρά μόνο ο μύλος», σκέφτηκε.
Βρήκε την κρυψώνα του, τον πήρε, ανέβηκε πάλι τα σκαλοπάτια, διέταξε το δέντρο
να κλείσει με τα μαγικά λόγια και τράβηξε για το σπίτι του.
Φανταστείτε τι έγινε όταν ο φτωχός ο
χωρικός πήγε στην οικογένειά του και ο μύλος άρχισε να βγάζει άφθονα ό, τι αγαθά
τού ζητούσε: φαγητά, ρούχα, παιχνίδια για τα παιδιά, χρήματα. Η γυναίκα του
κόντεψε να τρελαθεί από τη χαρά της!
Την Πρωτοχρονιά ο φτωχός και η
οικογένειά του πήγαν στην εκκλησιά με καινούργιες φορεσιές κι έριξαν χρυσά
νομίσματα στο δίσκο. Όλο το χωριό απορούσε με αυτό το θαύμα. Περισσότερο
απ όλους, όμως, παραξενεύτηκε ο πλούσιος αδερφός του. «Κάτι τρέχει, κάποιο
θησαυρό θα βρήκε αυτός…» συλλογίστηκε και τα μάτια του γυάλιζαν από την απληστία.
Πήγαινε, λοιπόν, κάθε μέρα και τους
έταζε διάφορα, για να του αποκαλύψουν το μυστικό. Μια μέρα πίεσε τόσο πολύ
τη γυναίκα του αδερφού του, που εκείνη ξεχάστηκε και του φανέρωσε το μυστικό
τραγουδώντας: «Από το μύλο μας το μαγικό ότι ζητήσω έχω εγώ. Κι εσένα που μας
περιφρονούσες και διόλου δε μας συμπονούσες, θα σε περάσουμε στα πλούτη,
τσιγκούναρε γεροξεκούτη!»
Ο πλούσιος αδερφός κόντεψε να σκάσει
από τη ζήλια του. Ο μύλος τού έγινε έμμονη ιδέα. Έβαλε στόχο να τον
αποκτήσει με κάθε μέσο και να φύγει από την Ίμβρο. Άρχισε, λοιπόν, να
καλοπιάνει τον αδερφό του:
«Δώσε μου το μύλο και θα σου χαρίσω όλη μου την περιουσία. Θα μείνεις μοναδικός
άρχοντας αυτού του τόπου».
«Μα την παραμονή των Θεοφανίων, οι Καλικάντζαροι θα επιστρέψουν και θα
αναζητήσουν το μύλο τους. Τι θα γίνει τότε; Θα καταλάβουν ότι τους τον πήραμε
και θα θελήσουν να μας εκδικηθούν. Εγώ σκοπεύω αύριο να τον επιστρέψω στη θέση
του. Μου φτάνουν και μου περισσεύουν όσα αγαθά απέκτησα», του απαντούσε ο φτωχός
αλλά μυαλωμένος αδερφός.
«Την παραμονή των Θεοφανίων, εγώ θα
έχω φύγει από την Ίμβρο! Θα ναυλώσω ένα καΐκι και θα ταξιδέψω μακριά, σε τόπο
που δε θα τον ξέρει κανείς. Ο μύλος θα βρίσκεται πλέον στα χέρια μου κι αν οι
καλικάντζαροι θελήσουν να εκδικηθούν, το κακό θα βρει μονάχα εμένα!» επέμενε ο πλούσιος
που το μάτι του δε χόρταινε με τίποτα.
Με τα πολλά, ο φτωχός δέχτηκε να
παραδώσει στον πλούσιο αδερφό του το μύλο, με αντάλλαγμα την περιουσία του.
Αμέσως ο πλούσιος κατέβηκε στο λιμάνι, για να ναυλώσει ένα καΐκι και να φύγει
από το νησί. Δε βρήκε, όμως, και γύρισε στο σπίτι του άπρακτος, γιατί κανένα
καΐκι δεν έφευγε πριν αγιαστούν τα νερά.
Αλλά κι οι Καλικάντζαροι αντί να γυρίσουν στο δέντρο τους την παραμονή των
Θεοφανίων, γύρισαν μια μέρα νωρίτερα.
Όταν ο αρχηγός τους είδε ότι έλειπε ο μύλος τους, έγινε κατακόκκινος από το
θυμό του!
Διέταξε να σκορπιστούν σε όλα τα
γύρω χωριά και να βρουν τον κλέφτη.
Ωστόσο, ένα μικρό καλικαντζαράκι είχε σκαρφαλώσει στο τζάκι το βράδυ που
συνομιλούσαν τα δυο αδέρφια και άκουσε όλα όσα είπαν.
Έτρεξε στον Αρχικαλικάντζαρο και του τα είπε χαρτί και καλαμάρι: «Απόψε φεύγει
ο κλέφτης του μύλου, αφεντικό! Κατέβηκε χτες στο γιαλό να βρει καΐκι, μα δεν τα
κατάφερε».
«Μπράβο, καλικαντζαράκι μου! Άκουσε
τώρα πώς θα τον παγιδέψουμε. Εγώ θα κατέβω στο λιμάνι του Κάστρου και θα
περιμένω μέσα σε μια βάρκα. Εσύ θα πας στον κλέφτη του μύλου μας μεταμφιεσμένος
σε ναύτη και θα του πεις ότι πρέπει να κατέβει αμέσως στο λιμάνι με τα πράγματά
του, γιατί θα σαλπάρουμε νωρίς, για να φτάσουμε στη Σαμοθράκη πριν αγιαστούν τα
νερά», πρόσταξε ο Αρχικαλικάντζαρος.
Έτσι κι
έγινε. Σε λίγο έφτασε στο λιμάνι ο πλούσιος αδερφός με τη γυναίκα του και με
ένα καλάθι που είχε μέσα το μύλο. Μπήκε στο καΐκι μαζί με το καλικαντζαράκι,
που ήταν μεταμφιεσμένο σε ναύτη. Ο Αρχικαλικάντζαρος που παρίστανε τον
καπετάνιο σήκωσε αμέσως άγκυρα για Σαμοθράκη. Σε όλο το ταξίδι ο πλούσιος
αδερφός και η γυναίκα του παρακαλούσαν να ξημερώσει γρήγορα και να αγιαστούν τα
νερά, για να πάψουν να κινδυνεύουν από τους καλικάντζαρους. Οι καλικάντζαροι,
πάλι, συλλογίζονταν με τι τρόπο θα άρπαζαν το μύλο από το καλάθι του. Ήταν,
βλέπετε, σκεπασμένος με ένα πετσετάκι, που είχε επάνω του κεντημένο ένα σταυρό!
Πού να πλησιάσουν οι καλικάντζαροι! Γύρω
στα μεσάνυχτα, είπε ο καπετάνιος στο ναύτη του: «Βάλε να βράσει λίγο ρύζι, να
κάνεις σούπα να φάμε, γιατί πείνασα».
«Στις προσταγές σου, καπετάνιε μου»,
είπε το ναυτάκι-καλικαντζαράκι κι άναψε την πυροστιά στην πλώρη, για να φτιάξει
τη σούπα.
Μετά από λίγο, φώναξε: «Καπετάνιε, ξεχάσαμε να πάρουμε αλάτι και θα φας τη
σούπα σου ανάλατη».«Δεν τρώγεται ανάλατη αυτή η σούπα, βρε ναυτόπουλο! Έχασες
τα μυαλά σου; Μήπως τυχόν έχετε μαζί σας λίγο αλάτι;» ρώτησε τον πλούσιο αδερφό
και τη γυναίκα του ο καπετάνιος.
«Εμείς έχουμε ό,τι θελήσουμε, μόνο
σίμωσε να πάρεις το αλάτι που ζήτησες», είπε ο πλούσιος αδερφός με έπαρση κι
έβγαλε το μύλο απ το καλάθι του.
Τον κράτησε μπροστά του με τα χέρια
τεντωμένα και είπε δυνατά: «Μύλε μου, αφέντη μύλε μου, βγάλε ψιλό αλάτι, να
νοστιμίσει η σούπα μας, σύμφωνα με τα γούστα μας!»
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση
του κι ο μύλος άρχισε να βγάζει αλάτι.
Άλλο που δεν ήθελαν κι οι καλικάντζαροι κι όρμησαν να τον αρπάξουν!
Όσο πάλευαν με τον πλούσιο αδερφό και τη γυναίκα του, ο μύλος έβγαζε αλάτι
ασταμάτητα και το καΐκι άρχισε να γεμίζει και να βουλιάζει από το παραπανίσιο
βάρος.
Έτσι τους βρήκε το ξημέρωμα.
Ξαφνικά, από την αντικρινή στεριά της Σαμοθράκης ακούστηκαν ψαλμωδίες, το «Εν
Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε…»
Τότε οι καλικάντζαροι εξαφανίστηκαν στη στιγμή, το καΐκι βούλιαξε κι ο πλούσιος
αδερφός με τη γυναίκα του βρέθηκαν στη θάλασσα.
Καθώς πάλευαν με τα κύματα να
σωθούν, ο μύλος τούς ξέφυγε από τα χέρια και πήγε στον πάτο της θάλασσας. Με τα
χίλια ζόρια κατάφεραν να βγουν στην ακτή της Σαμοθράκης κολυμπώντας και
κατάλαβαν ότι όλα τα πλούτη του κόσμου δεν άξιζαν όσο η ζωή τους.
Ο μύλος βρίσκεται ακόμη
βυθισμένος στο θαλάσσιο πέρασμα ανάμεσα στην Ίμβρο και τη Σαμοθράκη, που είναι
από τα βαθύτερα σημεία του Αιγαίου και συνεχίζει να βγάζει αλάτι. Γι αυτό
η θάλασσα είναι πολύ αλμυρή, όσες βροχές και να κάνει, όσα ποτάμια με γλυκό
νερό και να χυθούν μέσα της.
 (Λαϊκο Παραμύθι από τη Σαμοθράκη)
Πηγή:  http://tsipiriki.gr



«Τα κάλαντα», Στρατής Τσίρκας

Το μεγάλο το
ζήτημα, καταλαβαίνεις, ήταν το ταμπούρλο: Aν είχες ταμπούρλο, η δουλειά ήταν
τελειωμένη. Σύντροφο έβρισκες αμέσως και το φανάρι δεν κόστιζε παραπάνω από ένα
γρόσι. Eκείνη τη χρονιά ο πατέρας έκανε ένα μεγάλο έξοδο. Tο μεσημέρι της
παραμονής της Πρωτοχρονιάς μου έφερε ένα ταμπούρλο! Mικρούτσικο, βέβαια, και
τενεκεδένιο. 
– Έτσι δεν θα το σπάσεις εύκολα, μου είπε.
– Mα εγώ
κατάλαβα πως ήταν από οικονομία. Tα πέτσινα ταμπούρλα εκείνα τα πρώτα χρόνια
μετά τον πόλεμο κόστιζαν έναν κόσμο λεφτά.

Πήγα και
βρήκα αμέσως το φίλο μου το Mιχάλη. Ήταν το παλικάρι της γειτονιάς κι ο καλύτερος
σύντροφος για τα κάλαντα. Συχνά τύχαινε να μας ριχτούν τα αραπάκια στις
γειτονιές και να μας σκίσουν το φανάρι ή να σπάσουν το ταμπούρλο. O Mιχάλης
ήταν πολύτιμος.
– Tο
ταμπούρλο το έχουμε, του φώναξα. Bγαίνουμε απόψε;
O Mιχάλης
δέχτηκε αμέσως. Eίπε, όμως, πως έπρεπε να πάρουμε μαζί μας και τον αδερφό του,
τον Δημήτρη. Ήταν καλλίφωνος, λέει, και θα βοηθούσε πολύ στη δουλειά. H αλήθεια
είναι πως ο Δημήτρης τραγουδούσε σαν άγγελος. Σου ‘φτανε να τον ακούσεις να
ψάλλει μια φορά Tη Yπερμάχω ή να διαβάζει τον «Aπόστολο» για να προτιμήσεις
αμέσως τον Άγιο Kωνσταντίνο όπου εκείνος έψαλλε από τον Aϊ Nικόλα. Mα η πρόταση
του Mιχάλη είχε κάποια υστεροβουλία: Tα λεφτά που θα κερδίζαμε θα μοιράζονταν
στα τρία. Eκείνα θα έπαιρναν τα πιο πολλά κι εγώ, μ΄ όλο το ταμπούρλο μου, τα
πιο λίγα.
Kι όμως,
χωρίς κανένα δισταγμό, δέχτηκα. Tόση ήταν η αγάπη που του είχα κι ο θαυμασμός
μου!
Ξεκινήσαμε
βραδάκι. O Mιχάλης φορούσε ένα μαύρο μακρύ παλτό, που φούσκωνε κωμικά στην
κοιλιά του, σκεπάζοντας το ταμπούρλο. Σ’ εμένα ξέπεσε το χάρτινο φαναράκι κι η
φροντίδα να τα αναβοσβήνω κάθε τόσο. O Δημήτρης, σαν πρίγκιπας, με τα όμορφα
μάτια του και τη γλυκιά φωνή του, είχε τα χέρια του στις τσέπες και πήγαινε στο
δρόμο πότε πιο μπροστά, πότε πιο πίσω μας, σάμπως να μην μας ήξερε. O Mιχάλης
τον πείραζε λέγοντάς του πως έκανε τον κόντε για χατίρι της Pηνούλας. Mα
πέρασαν πολλά χρόνια από τότε για να καταλάβω τη σημασία αυτού του πειράγματος.
H «πελατεία» του Mιχάλη και του Δημήτρη ήταν η περισσότερη από τις
φτωχογειτονιές. Oι εισπράξεις μέτριες. Λέγαμε κι «ευχαριστώ» αν τύχαινε να μας
δώσουν κανένα γροσάκι εκτός από τα φουντούκια και τα αμύγδαλα. Tότες εγώ τους
τράβηξα στις αριστοκρατικές γειτονιές. Aυτό ήταν ένα μυστικό δικό μου. Mέρες
τώρα το φύλαγα. Στο κουρείο του πατέρα μου έρχονταν όλο γιατροί και δικηγόροι.
Aπό μέρες
τώρα με ρωτούσαν:
– E,
πιτσιρίκο, δε θα ‘ρθεις να μας τα πεις;
Eγώ
απαντούσα αόριστα. Σημείωνα, όμως, το όνομα και φρόντιζα να μάθω τη διεύθυνση.
Eτσι, στην πιο απελπιστική στιγμή της «επιχείρησης» ξεφούρνισα στους φίλους μου
μια λίστα με έξι – εφτά ονόματα γενναία.
– Πάμε, τους
είπα, παίρνοντας ύφος προστατευτικό.
– Tι λες,
μωρέ!
Φώναξαν κι
οι δυο τους. Θα μας διώξουν με τις κλοτσιές.
– Έγνοια
σας, είπα εγώ. Ξέρω τη δουλειά μου.
H δουλειά
μου ήταν, μόλις άνοιγε η πόρτα, να ειδοποιώ πως ο Tάκης ο γιος του Kυρ
Στέφανου, του μπαρμπέρη, ήρθε να πει τα κάλαντα. Έτσι τα πήγαμε θαυμάσια. Tα
σελινάκια ήρθαν να σκεπάσουν τα γροσάκια των φτωχογειτονιών.
Mα, ένα
πράγμα δεν μου άρεσε: Στα σπίτια αυτά που πηγαίναμε, σαν άκουγαν ποιος είναι
έξω, με φώναζαν να μπω μέσα, ενώ τους φίλους μου τους άφηναν στην πόρτα. Mε
φίλευαν ιδιαίτερα και μου έδιναν στο χέρι, κρυφά, κανένα σελίνι, λέγοντας μου
πως αυτό είναι «δικό μου, μόνο δικό μου».
Θυμήθηκα το κόλπο
του Mιχάλη που μου επέβαλε το Δημήτρη. Όμως, η καρδιά μου δεν βάσταξε και τους
τα ομολόγησα όλα αμέσως. Kι έτσι τα ιδιαίτερά μου μπήκαν στον κοινό κουμπαρά.
Όλα θα τελείωναν μια χαρά, θα περνούσαμε φίνα την επαύριο, με κινηματογράφο
κ.λπ. κ.λπ., αν στο γυρισμό, εκεί στα  μπαξεδάκια του Mαρουφιού, δε
συναντούσαμε το Στραβοσπύρο με την παρέα του.
O
Στραβοσπύρος ήταν ένας ίσαμε κει πάνω, μόρτης και βλάσφημος. Tις Kυριακές στον
Άγιο Kωνσταντίνο πουλούσε κουλούρια της κανέλας. Mαζί του και δυο άλλο -Παναγιά
μου φύλαγε!- που κουβαλούσαν μια λατέρνα κι ένα φανάρι τζάμινο, στολισμένο με
λογής – λογής κορδέλες και χαρτιά. Tι ήθελε ο Δημήτρης σ’ εκείνη τη σκοτεινή
γωνιά να πάει να τους παινευτεί για τις εισπράξεις μας; Ωσπου να το πάρουμε
χαμπάρι, μας είχαν βάλει κάτω, μας πήραν τα λεφτά και μας σπάσαν και το
ταμπούρλο. Tι μπορούσε να του κάνει κι ο Mιχάλης το παιδί μ’ αυτούς τους
νταγλαράδες.
Eγώ,
κλαίγοντας και βαστώντας πάντα το χάρτινο σβησμένο φαναράκι μου, τράβηξα για το
σπίτι. O Mιχάλης κι ο Δημήτρης, όμως, πήραν στο κατόπι τους μόρτες, καλώντας,
άδικα, τους τσαούσηδες να τους πιάσουν. Δεν ξέρω πως τέλειωσαν οι φίλοι μου. Δε
ρώτησα ή δε θυμάμαι πια. Eκείνο που θυμάμαι πολύ καλά είναι πως πέρασα τις
γιορτές γεμάτες πίκρα και θλίψη απαρηγόρητη. Tο παιδικό μυαλό μου δεν μπορούσε
να παραδεχτεί τότε πως υπήρχαν κι άλλοι πιο δυστυχισμένοι από μένα και πως το
περιστατικό με το Στραβοσπύρο ήταν ένα απειροελάχιστο παράδειγμα της αδικίας
και της βίας που βασίλευε και  βασιλεύει ακόμα στον κόσμο
ΣΤΡΑΤΗΣ
ΤΣΙΡΚΑΣ
«ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ» εκδόσεις Καστανιώτη



Τὸ φλουρὶ τοῦ φτωχοῦ, Παύλος Νιρβάνας

Τὸ πρῶτο φλουρὶ τῆς βασιλόπιτας, ποὺ μοῦ ἔπεσε, βγῆκε μοιρασμένο. Ἦταν
ἀληθινὸ φλουρί, γιατί ὁ πατέρας μου τὸν καιρὸ ἐκεῖνο συνήθιζε νὰ βάζει στὴ
βασιλόπιτα τοῦ σπιτιοῦ μας μιὰ χρυσὴ ἀγγλικὴ λίρα.

Πῶς ἔρχονται τὰ πράματα καμιὰ φορά!

Ὁ πατέρας μου, ὄρθιος μπροστὰ στὸ ἁγιοβασιλιάτικο τραπέζι, ἔκοβε τὴν πίτα,
ὀνοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πρὶν κατεβάσει τὸ μεγάλο μαχαίρι τοῦ
ψωμιοῦ. Ἀφοῦ ἔκοψε τὸ κομμάτι τοῦ σπιτιοῦ, τῶν ἁγίων, τὸ δικό του καὶ τῆς
μητέρας μου, πρὶν ἀρχίσει τὰ κομμάτια τῶν παιδιῶν, σταμάτησε σὰν νὰ θυμήθηκε
κάτι.
– Ξεχάσαμε, εἶπε, τὸ κομμάτι τοῦ φτωχοῦ. Αὐτὸ ἔπρεπε νά ῾ρθει ὕστερα ἀπὸ
τοὺς ἁγίους. Ἂς εἶναι ὅμως. θὰ τὸ κόψω τώρα κι ὕστερα θ᾿ ἀρχίσω τὰ κομμάτια τῶν
παιδιῶν. Πρῶτα ὁ φτωχός. Κατέβασε τὸ μαχαίρι καὶ εἶπε:
– Τοῦ φτωχοῦ.
Ἔπειτα θὰ ἐρχόταν τὸ δικό μου κομμάτι, ποὺ ἤμουν ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ τὰ
παιδιά.
Καθὼς τραβοῦσε ὅμως τὸ κομμάτι τοῦ φτωχοῦ, γιὰ νὰ κόψει τὸ δικό μου, τὸ
χρυσὸ φλουρὶ κύλησε στὸ τραπεζομάντιλο. Τὸ κόψιμο τῆς πίτας σταμάτησε.
Κοιτάζαμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο κι ὁ πατέρας ὅλους μας.

-Ποιανοῦ εἶναι τώρα τὸ φλουρί; εἶπε ἡ μητέρα μου. Τοῦ φτωχοῦ ἢ τοῦ Πέτρου;
Ἐγὼ λέω πῶς εἶναι τοῦ Πέτρου.
Ἡ καημένη ἡ μητέρα! Τὸ εἶχε καημὸ νὰ πέσει σ᾿ ἐμένα.
-Οὔτε τοῦ φτωχοῦ εἶναι, εἶπε ὁ πατέρας μου, οὔτε τοῦ Πέτρου. Τὸ σωστὸ
σωστό. Τo φλουρὶ μοιράστηκε. Ἦταν ἀνάμεσα στὰ δυὸ κομμάτια. Καθὼς τὰ χώρισα μὲ
τὸ μαχαῖρι, ἔπεσε κάτω. Τὸ μισὸ λοιπὸν εἶναι τοῦ φτωχοῦ, τὸ μισὸ τοῦ Πέτρου.
– Καὶ τί θὰ γίνει τώρα; ρώτησε στενοχωρημένη ἡ μητέρα μου.
– Τί θὰ γίνει;… Συλλογιζόμαστε κι ἐμεῖς.
– Μὴν πονοκεφαλᾶτε, εἶπε ὁ πατέρας. Ἄνοιξε τὸ πορτοφολάκι του, ἔβγαλε ἀπὸ
μέσα δυὸ μισὲς χρυσὲς λίρες (τὸ χρυσάφι δὲν εἶχε κρυφτεῖ ἀκόμα) καὶ τὶς
ἀκούμπησε στὸ τραπέζι.
– Νά, τί θὰ γίνει. Αὐτὴ φυλάξτε τη, νὰ τὴ δώσετε στον πρῶτο ζητιάνο, ποὺ θὰ
χτυπήσει τὴν πόρτα μας. Εἶναι ἢ τύχη του. Ἡ ἄλλη μισὴ εἶναι τοῦ Πέτρου. Καὶ μοῦ
τὴν ἔδωσε.
– Καλορίζικη! Καὶ τοῦ χρόνου, παιδί μου! Εἶσαι εὐχαριστημένος;
Ἤμουν καὶ μὲ τὸ παραπάνω. Ἡ ἰδέα μάλιστα πὼς είχα συντροφέψει μὲ τὸ φτωχὸ
μὲ διασκέδαζε.
– Θὰ τοῦ τὴ δώσω ἐγὼ μὲ τὸ χέρι μου, εἶπα καὶ γελούσαμε ὅλοι μὲ τὴν
παράξενη τύχη μου.
Τὰ ἄλλα παιδιὰ μὲ πείραζαν. Ὁ σύντροφος τοῦ φτωχοῦ. Μονάχα ὁ πατέρας μου δὲ
γελοῦσε.
Ἐκεῖνος μὲ τράβηξε κοντά του, μὲ φίλησε καὶ μοῦ εἶπε:
– Μπράβο σου! Εἶσαι καλὸ παιδί.
Τὸ ἄλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε ἡ πόρτα. Κάτι μοῦ ἔλεγε πὼς ἦταν
ζητιάνος, ποὺ ἔφτανε βιαστικὸς νὰ πάρει τὸ μερίδιό του. Ἔτρεξα στὴν πόρτα μὲ τὴ
μισὴ λίρα. Ἦταν ἕνας γέρος φτωχός, μὲ κάτασπρη γενειάδα, γυρτὸς ἀπὸ τὰ χρόνια,
καὶ τρέμοντας ἀπὸ τὸ κρύο μουρμούριζε εὐχές.
– Πάρε, παππού, τοῦ εἶπα. Ὁ γέρος, ποὺ δὲν ἔβλεπε καλὰ καὶ τοῦ εἶχε
γυαλίσει, φαίνεται, παράξενα ἀπὸ τὰ χρονιὰ τὸ χρυσὸ νόμισμα, τὸ ἔφερε κοντὰ στὰ
μάτια του, γιὰ νὰ τὸ κοιτάξει καλύτερα. Δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει πὼς κρατοῦσε
χρυσάφι στὰ χέρια του, τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, ποὺ ὅλοι ἔδιναν στοὺς φτωχοὺς δίλεπτα
καὶ μονόλεπτα.
– Τί εἶναι αὐτό, παιδάκι μου; μὲ ρώτησε.
-Μισὴ λίρα εἶναι, παππού, τοῦ εἶπα. Πάρε την, δική σου εἶναι.
Ὁ καημένος δὲν ἤθελε νὰ τὸ πιστέψει. Μήπως ἔκαμες λάθος, παιδάκι μου; Γιὰ
ρώτησε τοὺς γονεῖς σου.
Τοὺ ἐξήγησα μὲ τί τρόπο εἴχαμε μοιραστεῖ τὸ φλουρὶ τῆς βασιλόπιτας. Ὁ γέρος
ἔτρεμε ἀπὸ τὴ χαρά του. Σήκωσε ψηλὰ τ᾿ ἀρρωστημένα του μάτια καὶ εἶπε:
-Ὁ Θεὸς εἶναι μεγάλος! Νὰ ζήσεις, παιδάκι μου, καὶ νὰ σὲ χαίρονται οἱ
γονιοί σου. Καὶ ὁ Θεὸς νὰ σ᾿ ἀξιώσει νὰ ῾χεις πάντα ὅλα τὰ καλὰ καὶ νὰ τὰ
μοιράζεις μὲ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀδικημένους. Τὴν εὐχή μου νά ῾χεις!
Μοῦ ἔδωσε τὴν εὐχή του, σήκωσε πάλι ψηλὰ κατὰ τὸν οὐρανὸ τ᾿ ἀρρωστημένα του
μάτια καὶ κατέβηκε μὲ τὸ ραβδί του τὴ σκάλα.



Έτσι
τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε
πέρασαν πολλά χρόνια. Μα από τότε, όσες φορές δίνω μια βοήθεια σ’ έναν φτωχό,
συλλογίζομαι: Τάχα εγώ μοιράζω τα λεφτά μου με το φτωχό ή ο φτωχός μοιράζεται
τα λεφτά του μ’ εμένα; Αυτό δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε τότε, που μοίρασα με
τον παλιό ζητιάνο το φλουρί της βασιλόπιτας.



«Λευκό χιόνι», Γκιγιώμ Απολλιναίρ

Christophe Jacrot

«Λευκό χιόνι»

Αγγέλοι Αγγέλοι στον ουρανό
Ο ένας ντυμένος αξιωματικός
Ο άλλος μάγειρος
Κι οι υπόλοιποι το ρίχνουν στο τραγούδι

Φιλόκαλε αξιωματικέ του ουρανού
Ύστερ’ απ’ τα ΧριστούγενναΆνοιξη τρυφερή θα σου φέρει
Ήλιο λαμπρό
Να σε παρασημοφορήσει
Ήλιο λαμπρό

Ο μάγειρας ξεπουπουλιάζει μια πάπια
Αχ πέφτει το χιόνι
Χιόνι χιόνι πια
Και δεν έχω την αγάπη μου αγκαλιά
Μετάφραση: Νίκος Σπάνιας
(Γκ. Απολλιναίρ, Ποιήματα, Γνώση)

Το Παρίσι στη βροχή, Christophe Jacrot

Christophe Jacrot
Christophe Jacrot

Christophe Jacrot


Χέρια, Αργύρης Χιόνης

                                        

                                                              Χέρια

Οι άνθρωποι το πιο συχνά


δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους


Τα δίνουν – τάχα χαιρετώντας – σ’ άλλους


Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες


Ή – το χειρότερο – τα ρίχνουνε στις τσέπες τους

                                      και τα ξεχνούνε
                                      Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα

                                     Ένα σωρό ποιήματα άγραφα




(Λεκτικά τοπία, 1983)

Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com