Δεκ 25 2017
[Το Αναγνωστικό Της Χαράς]. Νικηφόρος Βρεττάκος
Δεκ 25 2017
Κατέβασε και εκτύπωσε το σχολικό ημερολόγιο του 2018-9
| Κάνε κλικ στους ακόλουθους συνδέσμους |
![]() |
| ΚΑΝΕ ΚΛΙΚ ΣΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΟ ΣΥΝΔΕΣΜΟ |
2. Διετές Ημερολόγιο 2018-2019
3. Ετήσιο Ημερολόγιο 2018
4. Ετήσιο Ημερολόγιο 2018 σε letter size
Δεκ 24 2017
Νύχτα Χριστουγέννων, Άντον Π. Τσέχωφ
![]() |
| “Young Woman on the Beach. Edvard Munch (The Lonely One)” (1896) |
απίστευτα χλομό, στεκόταν στην άκρη της θάλασσας και κοιτούσε τον ορίζοντα.
Κάτω από τα μικροκαμωμένα πόδια της με τα βελουτέ μποτάκια, μια ετοιμόρροπη
σκάλα, με μια ετοιμόρροπη κουπαστή, οδηγούσε στο νερό. Κοιτούσε πέρα μακριά,
όπου έχασκε ο ορίζοντας, σκεπασμένος από βαθύ, αδιαπέραστο σκοτάδι. Δε
φαίνονταν ούτε αστέρια, ούτε θάλασσα καλυμμένη με πάγο, ούτε φώτα. Έβρεχε
δυνατά…
κοιτάζοντας μακριά, προφυλαγμένη από τον αέρα και τη βροχή με μια μουσκεμένη
κοντή γούνα και ένα σάλι.
![]() |
| Θάλασσα από πάγο, Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ |
περισσότερα βέρστια μακριά, θα πρέπει να βρίσκεται την ώρα αυτή ο άντρας της, ο
γαιοκτήμονας Λιτβίνοφ, με τα αλιευτικά του. Αν η χιονοθύελλα των τελευταίων δύο
ημερών στη θάλασσα δε σκέπασε με χιόνι τον Λιτβίνοφ και τους ψαράδες του, τώρα
θα πρέπει να κατευθύνονται προς την ξηρά. Η θάλασσα φούσκωσε και σύντομα θ’
αρχίσει να σπάει τους πάγους καταπώς λένε. Οι πάγοι δεν μπορούν να αντέξουν τον
άνεμο αυτό. Θα προλάβουν άραγε τα αλιευτικά έλκηθρά τους, βαριά και δυσκίνητα,
να φτάσουν στην ξηρά προτού η κατάχλομη γυναίκα ν’ ακούσει το μουγκρητό της
θάλασσας που ξυπνάει;
Ήθελε να κατέβει, οπωσδήποτε. Η κουπαστή μετακινήθηκε κάτω από το χέρι της, και
βρεμένη, γλιτσιασμένη, της ξέφυγε σαν ψάρι. Αναγκάστηκε να καθίσει και να
δοκιμάσει να την κατεβεί στα τέσσερα, κρατημένη γερά από τα παγωμένα βρόμικα
σκαλοπάτια. Φύσηξε ο αέρας και άνοιξε τη γούνα της. Το στέρνο της μύριζε
ξινίλα.
ψιθύρισε η νεαρή γυναίκα, μετρώντας ένα ένα τα σκαλάκια.
Ήταν ακριβώς δεκαεννιά, και κατέβαιναν σε ευθεία γραμμή, κι όχι ελικοειδώς,
σχηματίζοντας οξεία γωνία με την επιφάνεια του νερού. Ο άνεμος τα ταρακουνούσε
με μανία από τη μια πλευρά στην άλλη, κι αυτά έτριζαν, σαν τάβλα έτοιμη να
σπάσει.
Ο Ντενίς, ψηλός, μεγαλόσωμος γέροντας, με μακριά γκρίζα γενειάδα, στεκόταν στην
ακτή, στηριγμένος σε ένα μεγάλο μπαστούνι και κοιτώντας, κι αυτός, το
αδιαπέραστο σκοτάδι. Στεκόταν κι έψαχνε ένα στεγνό σημείο στα ρούχα του, για ν’
ανάψει πάνω εκεί ένα σπίρτο και να καπνίσει το τσιμπούκι του.
κατάπληκτη φωνή. «Σε τέτοιο χαμό; Τι κάνετε εδώ; Με τη διάπλασή σας και μάλιστα
μετά τη γέννα, ένα κρύωμα μπορεί να είναι αιτία θανάτου. Γυρίστε σπίτι,
μητερούλα!»
του ψαρά Γεφσέι, που είχε φύγει με τον Λιτβίνοφ για ψάρεμα. Ο Ντενίς αναστέναξε
και κούνησε το χέρι.
ετούτο εβδομήντα χρονάκια, και σαν μικρό παιδί, δεν κατάλαβες τίποτα. Τα πάντα,
ανόητη, είναι θέλημα Θεού! Με τη γέρικη ανημπόρια σου, θα έπρεπε τώρα να
κάθεσαι δίπλα στη σόμπα κι όχι να στέκεσαι μέσα στην υγρασία! Πήγαινε στο καλό
του Θεού!»
τότε ακόμα κι αν η θάλασσα τον τσακίσει εκατό φορές, ζωντανός θα μείνει. Κι αν,
μητέρα, του είναι γραφτό να βρει το θάνατο αυτή τη φορά, τότε δε θα το κρίνουμε
εμείς. Μην κλαις, γριά! Δεν είναι μόνος του ο Γεφσέι στη θάλασσα! Είναι και ο
άρχοντας Αντρέι Πετρόβιτς. Εκεί κι ο Φέντκα, κι ο Κουζμά, κι ο Ταρασένκο, ο
Αλιόσκα…»
τρεμάμενη φωνή.
πήρε η χιονοθύελλα, θα πρέπει να είναι ζωντανοί. Κι αν η θάλασσα δε σπάσει,
τότε και πάλι θα είναι ζωντανοί. Δε βλέπεις όμως τι αέρας κι αυτός!»
αφύσικα βραχνή φωνή, πισωπατώντας, σαν να φοβήθηκε.
κάθεται στη βάρκα και κουνάει τα κουπιά.
«Κάθεσαι;»
![]() |
| View of Antwerp with the Frozen Schelde, Lucas van Valckenborch, 1590. |
της, καθόταν ένας ψηλός νεαρός με αδιανόητα μακριά πόδια και χέρια. Ήταν ο
χαζο-Πετράκης. Με σφιγμένα τα δόντια και τρέμοντας ολόκληρος, κοιτούσε το μαύρο
κενό, πασχίζοντας κι αυτός να διακρίνει κάτι. Κάτι περίμενε κι αυτός από τη
θάλασσα. Τα μακριά χέρια του κρατιόντουσαν από τα κουπιά, ενώ το αριστερό του πόδι
ήταν διπλωμένο κάτω από το σώμα του.
πονάει, του άμοιρου. Κι έχασε το μυαλό του από τον πόνο. Κι εσύ, βρε Πετράκη,
καλύτερα να πήγαινες στη ζεστασιά! Εδώ θα κρυώσεις χειρότερα…».
Ο Πετράκης σιωπούσε. Έτρεμε και μόρφαζε από τον πόνο. Του πονούσε ο αριστερός
γοφός, το πίσω μέρος του, ακριβώς στο σημείο που περνούσε το νεύρο.
δίπλα στη σόμπα, κι ο Θεός θα δώσει, το πρωί το πόδι σου θα είναι καλύτερα!»
του.
«Τι νιώθεις, χαζούλη;» «Ο πάγος έσπασε». «Πώς το νιώθεις;»
του νερού. Κι ο άνεμος άλλαξε, έγινε πιο μαλακός. Καμιά δεκαριά βέρστια από δω
πέρα, σπάει τώρα ο πάγος».
διέκρινε τίποτα, εκτός από το βουητό του ανέμου και το μονότονο ήχο της βροχής.
τη δουλειά του. Γινόταν όλο και πιο κακός, και θα έλεγες ότι είχε αποφασίσει,
πάση θυσία, να σπάσει τον πάγο και να πάρει το γιο της γριάς και το σύζυγο της
χλομής γυναίκας. Η βροχή στο μεταξύ γινόταν όλο και πιο αδύναμη. Σύντομα έγινε
τόσο αραιή που μπορούσες πια να διακρίνεις μέσα στο σκοτάδι τις ανθρώπινες
φιγούρες, το περίγραμμα της βάρκας και τη λευκότητα του χιονιού. Μέσα από το
βουητό του ανέμου μπορούσες τώρα να ξεχωρίσεις τις κωδωνοκρουσίες. Χτυπούσε η
παλιά καμπάνα, πάνω, στο ψαράδικο χωριουδάκι. Οι άνθρωποι που έπεφταν σε
χιονοθύελλα στη θάλασσα, έπρεπε να κατευθυνθούν προς αυτούς τους ήχους — ήταν
το σωσίβιο από το οποίο αρπάζεται ο ναυαγός.
ένα βουητό, που δεν έμοιαζε με του ανέμου ούτε με το θρόισμα των δέντρων. Ο
χαζούλης είχε δίκιο. Δεν υπήρχε πια αμφιβολία ότι ο Λιτβίνοφ και οι ψαράδες του
δε θα επέστρεφαν στη στεριά να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα.
μούσκεμα και τρέμοντας από το κρύο, πλησίασε τη βάρκα κι έστησε αυτί. Τώρα άκουσε
κι αυτή την απαίσια βουή.
ότι σπάει ο πάγος;»
«Πηγαίνετε επάνω, κυρία! Είστε ήδη εντελώς μουσκίδι».
ευτυχισμένο… Γελούσε η χλομή γυναίκα. Ο Ντενίς ξερόβηξε.Πάντα έβηχε δυνατά
όταν ήθελε να κλάψει.
«Έχασε το μυαλό της!» ψιθύρισε στη σκοτεινή σιλουέτα του άντρα δίπλα του.
θάλασσα με τους μισολιωμένους πάγους, και η αρχόντισσα, κι ο Ντενίς, κι ο
χαζούλης ο Πετράκης, που μόρφαζε από τον αβάσταχτο πόνο. Πιο πέρα στέκονταν οι
χωρικοί που, για κάποιο λόγο, κρατούσαν στα χέρια ένα σκοινί.
Σύντομα ακολούθησε και δεύτερο και τρίτο κι ο αέρας κατακλύστηκε από έναν
τρομαχτικό τριγμό. Η λευκή, ατέλειωτη επιφάνεια κυμάτισε και σκοτείνιασε. Το
τέρας ξύπνησε και άρχισε την ταραγμένη ζωή του.
Το βουητό του ανέμου, ο θόρυβος του δάσους, τα βογκητά του Πετράκη και ο ήχος
της καμπάνας, όλα πνίγηκαν στο μουγκρητό της θάλασσας.
πλημμυρίσει και θα πεταχτούν έξω οι πάγοι. Αλλά αρχίζει κι ο όρθρος τώρα,
παιδιά! Πηγαίνετε, μητερούλα αρχόντισσα! Ο Θεός το ήθελε!»
προσεχτικά από τον αγκώνα… «Πάμε, μητερούλα!» είπε τρυφερά, με φωνή γεμάτη
συμπόνια.
σηκώνοντας ψηλά το κεφάλι πήγε προς τη σκάλα. Δεν ήταν πια τόσο θανάσιμα χλομή:
στα μάγουλά της παιχνίδιζε ένα υγιέστατο κόκκινο χρώμα, σαν να είχαν μεταγγίσει
στον οργανισμό της φρέσκο αίμα. Τα μάτια της δεν έμοιαζαν πια κλαμένα, και τα
χέρια που συγκρατούσαν στο στήθος το σάλι της δεν έτρεμαν, όπως πριν… Τώρα,
καταλάβαινε κι η ίδια ότι μόνη της, χωρίς βοήθεια από άλλους, θα μπορούσε να
ανέβει την ψηλή σκάλα…
Φτάνοντας στο τρίτο σκαλί, σταμάτησε σαν κεραυνοβολημένη. Μπροστά της στεκόταν
ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας με ψηλές μπότες και κοντή γούνα…
Η Ναταλία Σεργκέγεβνα παραπάτησε. Στον ψηλό προβάτινο σκούφο, στα μαύρα
μουστάκια και τα μαύρα μαλλιά αναγνώρισε τον άντρα της, τον τσιφλικά Λιτβίνοφ.
Ο άντρας τη σήκωσε στα χέρια και τη φίλησε στο μάγουλο, καλύπτοντάς την
ταυτόχρονα με μια μυρουδιά από κρασί και κονιάκ. Ήταν ελαφρώς μεθυσμένος.
και δεν πνίγηκα. Την ώρα της χιονοθύελλας, εγώ και οι ψαράδες μου φτάσαμε ως το
Ταγκανρόκ, απ’ όπου και ήρθα, σε σένα… και ήρθα…»
κοιτούσε με κατάπληκτα, τρομαγμένα μάτια. Δεν πίστευε…«Πώς μούσκεψες έτσι,
πώς τρέμεις!» μουρμούρισε εκείνος σφίγγοντάς την πάνω του…
απλώθηκε ένα απαλό, παιδικά γλυκό χαμόγελο… Τον περίμενε μέσα σ’ αυτό το
κρύο, μέσα στη νύχτα, μ’ αυτό τον άθλιο καιρό! Αγάπη δεν είναι αυτό; Γέλασε από
ευτυχία…
ως απάντηση στο ευτυχισμένο γέλιο του. Ούτε το μουγκρητό της θάλασσας, ούτε ο
άνεμος, τίποτα δεν ήταν σε θέση να τη σκεπάσει. Με πρόσωπο παραμορφωμένο από
απόγνωση, η νεαρή γυναίκα δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το ουρλιαχτό που
ξεπετάχτηκε από μέσα της. Ένα ουρλιαχτό που τα έλεγε όλα: και την παντρειά
χωρίς τη θέλησή της, και την ακατανίκητη αντιπάθεια για τον άντρα της, και τη
θλίψη της μοναξιάς, και, τέλος, την διαψευσμένη ελπίδα για μια ελεύθερη χηρεία.
Όλη της η ζωή, με τις λύπες, τα δάκρυα και τον πόνο, ξεχύθηκε μ’ αυτή την
κραυγή, που δεν μπορούσαν να την πνίξουν ούτε οι πάγοι που έσπαγαν. Κι ο άντρας
της την κατάλαβε αυτή την κραυγή, δε θα μπορούσε να μην την καταλάβει…
Το κάτω χείλι του άρχισε να τρέμει, και στο πρόσωπό του απλώθηκε ένα πικρό
χαμόγελο. Κατέβηκε από το σκαλοπάτι και άφησε κάτω τη γυναίκα του.
πέρα, ο Πετράκης, σφίγγοντας τα δόντια, τρέμοντας και πηδώντας στο ένα πόδι,
τραβούσε τη βάρκα στο νερό.
πονάνε…»
«Έχε γεια, Νατάσα!» φώναξε ο τσιφλικάς. «Ας γίνει το δικό σου! Θα έχεις αυτό
που περίμενες στέκοντας εδώ, μέσα στο κρύο. Ο Θεός μαζί σου!»
πάνω σε ένα μεγάλο κομμάτι πάγου, πήγε να συναντήσει τα ψηλά κύματα.
«Τράβα κουπί, Πετράκη, δώσ’ του!» είπε ο Λιτβίνοφ. «Πιο μακριά, όσο πιο
μακριά!». Ο Λιτβίνοφ, κρατημένος από την κουπαστή της βάρκας, ταρακουνιόταν, έχοντας τα
μάτια του στραμμένα στη στεριά. Εξαφανίστηκε η Νατάσα του, εξαφανίστηκαν τα
φωτάκια από τις καμινάδες, εξαφανίστηκε, τελικά, κι η ακτή.
Και στο «γύρνα» αυτό του φάνηκε ότι διέκρινε απελπισία. «Γύρνα!»
γυναίκα του. Και στο χωριό οι καμπάνες καλούσαν στο χριστουγεννιάτικο όρθρο.
«Γύρνα!» είπε και πάλι, ικετευτικά, η ίδια φωνή.
Η ηχώ επαναλάμβανε τη λέξη. Τη μετέφεραν το τρίξιμο των πάγων, το βουητό του
ανέμου και οι χριστουγεννιάτικες καμπάνες του όρθρου: «Γύρνα».
χαζούλη.
Αλλά ο χαζούλης δεν άκουγε. Σφίγγοντας τα δόντια από τον πόνο και κοιτώντας με
ελπίδα μακριά, κουνούσε τα μακριά του χέρια… Αυτουνού κανείς δεν του φώναξε
«γύρνα», κι ο πόνος στο νεύρο, που άρχιζε και πάλι, γινόταν όλο και πιο δυνατός
και καυτός… Ο Λιτβίνοφ άρπαξε τα χέρια του και του τα τράβηξε πίσω. Αλλά τα
χέρια ήταν σκληρά σαν πέτρα, και δεν ήταν εύκολο να τα αποσπάσεις από τα
κουπιά. Ήταν κι αργά πια. Ίσια καταπάνω στη βάρκα ερχόταν ένας τεράστιος όγκος
πάγου. Ο πάγος αυτός θα έπρεπε να απαλλάξει για πάντα τον Πετράκη από τον
πόνο…
μισοπαγωμένη και εξουθενωμένη από το ηθικό μαρτύριο, την κουβάλησαν στο σπίτι
και την ξάπλωσαν στο κρεβάτι, τα χείλη της έλεγαν ακόμα: «Γύρνα!»
της.
(Ρώσικες χριστουγεννιάτικες ιστορίες, μεταφρ. Ελένη Μπακοπούλου, εκδ. Νάρκισσος, 2003.)
Δεκ 21 2017
Παραμονή Χριστούγεννα, Φώτης Κόντογλου
έκανε, παραμονή Χριστούγεννα. Ο αγέρας σα να ’τανε κρύα φωτιά κι έκαιγε. Μα ο
κόσμος ήτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Είχε βραδιάσει κι ανάψανε τα φανάρια με
το πετρόλαδο. Τα μαγαζιά στο τσαρσί φεγγοβολούσανε, γεμάτα απ᾿ όλα τα καλά. Ο
κόσμος μπαινόβγαινε και ψώνιζε· από το ’να το μαγαζί έβγαινε, στ᾿ άλλο έμπαινε.
Κι όλοι χαιρετιόντανε και κουβεντιάζανε με γέλια, με χαρές.
καφενέδες ήτανε γεμάτοι καπνό από τον κόσμο που φουμάριζε. Ο καφενές τ᾿
Ασημένιου είχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Είχε μέσα δύο σόμπες και τα
τζάμια ήτανε θαμπά, απ᾿ όξω έβλεπες σαν ήσκιους τους ανθρώπους. Οι μουστερήδες
είχανε βγαλμένες τις γούνες από τη ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι
νοικοκυραίοι.
πόρτα και μπαίνανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα. Άλλα μπαίνανε, άλλα
βγαίνανε. Και δεν τα λέγανε μισά και μισοκούτελα, μα τα λέγανε από την αρχή
ίσαμε το τέλος, με φωνές ψαλτάδικες, όχι σαν και τώρα, που λένε μοναχά πέντε
λόγια μπρούμυτα κι ανάσκελα, και κείνα παράφωνα.
μεγάλον καφενέ τ᾿ Ασημένιου ήτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα, ψαθάδικα και
τέτοια. Ίσια-ίσια αντίκρυ στη μεγάλη πόρτα του καφενέ ήτανε ένα μικρό
καφενεδάκι, το πιο φτωχικό σ᾿ όλη την πολιτεία, μία ποντικότρυπα.
καφενές φεγγολογούσε και τα τζάμια ήτανε θολά από τη ζέστη, η ποντικότρυπα
ήτανε σκοτεινή, γιατί η λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία άναβε, μία έσβηνε,
όπως έμπαινε ο χιονιάς από τα σπασμένα τζάμια της πόρτας. Η φιτιλήθρα ήτανε στραβοβιδωμένη
και τσαλαπατημένη σαν το μούτρο του καφετζή, του μπαρμπα-Γιαννακού του Χατζή,
το φιτίλι στραβοκομμένο, το γυαλί σπασμένο από το ’να μάγουλο και στην τρύπα
είχανε κολλημένο ένα κομμάτι ταραμαδόχαρτο. Βάλε με το νου σου τι φως έδινε μια
τέτοια λάμπα! Κάτω τα σανίδια ήτανε σάπια και τρίζανε.
κρεμασμένα δύο-τρία παμπάλαια κάντρα, καπνισμένα σαν αρχαία εικονίσματα: το ’να
παρίστανε τον Μέγα Πέτρο μέσα σε μία βάρκα που την έδερνε η φουρτούνα, τ᾿ άλλο
τον μάντη Τειρεσία, που μιλούσε με τον Αγαμέμνονα, τ᾿ άλλο τον Παναγή τον
Κουταλιανό που πάλευε με την τίγρη.
συνέχεια με το καφενείο. Όλοι-όλοι ήτανε πέντ᾿ – έξι γέροι σκεβρωμένοι,
σαράβαλα, με κάτι τρύπιες γούνες που δεν τις έπιανε αγκίστρι. Δύο-τρεις ήτανε
γιαλικάρηδες, δηλαδή είχανε καμιά σάπια βάρκα και βγάζανε θαλασσινά για
μεζέδες, που τα λέγανε γιαλικά, γιατί βρίσκουνται στο γιαλό, δηλαδή στα ρηχά
νερά. Οι άλλοι ήτανε φρουκαλάδες, δηλαδή κάνανε φρουκαλιές. Ήτανε και κανένας
νεροκουβαλητής και κανένας καρβουνιάρης. Να, αυτή ήτανε η πελατεία.
μέσα με την τρούμπα και στριφογύριζε τη λάμπα που κρεμότανε από το μαυρισμένο
ταβάνι κι αναβόσβηνε. Από το κρύο τρέμανε οι γέροι και χουχουλίζανε τα χέρια
τους, τα βάζανε κι από πάνω από το τσιγάρο, τάχα για να ζεσταθούνε.
καφετζής, για να μην παγώσει, έκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε από το τεζάκι
ίσαμε την πόρτα, με την παλιογούνα ριχμένη από πάνω του, και, για να δώσει
κουράγιο στην πελατεία, εκεί που σουλατσάριζε, τον επίανε το σύγκρυο και
χτυπούσανε τα κατωσάγονά του, κι έσφιγγε απάνω του την παλιοπατατούκα του κι
έλεγε:
ζεστό που είναι το καφενεδάκι μας!…
έδειχνε τον μεγάλον καφενέ, που καπνίζανε κάργα οι σόμπες, κι έλεγε:
ψοφά από το κρύο…, σκυλί ψοφά!
μπαρμπα-Χατζής!
κόσμος βιαστικός, με γέλια και με χαρές. Από ’δω κι από ’κει ακουγόντανε τα
παιδιά που λέγανε τα κάλαντα στα μαγαζιά.
ανάριευε σιγά-σιγά ο κόσμος. Τα μαγαζιά σφαλούσαν ένα-ένα. Μοναχά μέσα στα
μπαρμπεριά ξουριζόντανε ακόμα κάτι λίγοι.
λιγόστευε η φασαρία, μα στους μαχαλάδες γυρίζανε τα παιδιά με τα φανάρια και
λέγανε τα κάλαντα στα σπίτια. Οι πόρτες ήτανε ανοιχτές, οι νοικοκυραίοι, οι
νοικοκυράδες και τα παιδιά τους, όλοι ήτανε χαρούμενοι, κι υποδεχόντανε τους
ψαλτάδες και κείνοι αρχίζανε καλόφωνοι σαν χοτζάδες:
Άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
γέννησιν να πω στ᾿ αρχοντικό σας.
σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει,
αγάλλονται, χαίρει η κτίσις όλη…
ξιστορούσανε όσα λέγει το Ευαγγέλιο, τον Ιωσήφ, τους αγγέλους, τους
τσομπάνηδες, τους Μάγους, τον Ηρώδη, το σφάξιμο των νηπίων και τη Ραχήλ που
έκλαιγε τα τέκνα της, ύστερα τελειώνανε με τούτα τα λόγια:
είπαμεν όλην την ιστορίαν,
Χριστού γέννησιν την αγίαν.
καλονυκτίζομεν, πέσετε, κοιμηθείτε,
πάρετε και πάλιν σηκωθείτε.
ρούχα σας, εύμορφα ενδυθείτε,
τρέξατε, με προθυμίαν μπείτε.
προσοχήν όλην την υμνωδίαν
ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν.
γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας,
στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας.
σας κάμετε, γευθείτε, ευφρανθείτε,
πτωχού, όστις να υστερείται.
κόπον μας, ό,τ᾿ είναι ορισμός σας
πάντοτε να είναι βοηθός σας.
με χαρά, βγαίνανε με πιο μεγάλη χαρά. Παίρνανε αρχοντικά φιλοδωρήματα από τον
κουβαρντά τον νοικοκύρη κι από τη νοικοκυρά λογιών-λογιών γλυκά, που δεν τα
τρώγανε, γιατί ακόμα δεν είχε γίνει η Λειτουργία, αλλά τα μαζεύανε μέσα σε μία
καλαθιέρα.
πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οι άνθρωποι και γινήκανε σαν ξερίχια από τον
πολιτισμό! Πάνε τα καλά χρόνια!
τα ’λεγε το τραγούδι: Πέφτανε στα ζεστά τους και παίρνανε έναν ύπνο, ώσπου
αρχίζανε και χτυπούσανε οι καμπάνες από τις δώδεκα εκκλησιές της χώρας. Τι
γλυκόφωνες καμπάνες! Όχι σαν τις κρύες τις ευρωπαϊκές, που θαρρείς πως είναι
ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε όλοι, βάζανε τα καλά τους και πηγαίνανε στην
εκκλησιά.
Λειτουργία, γυρίζανε στα σπίτια τους. Οι δρόμοι αντιλαλούσανε από χαρούμενες
φωνές. Οι πόρτες των σπιτιών ήτανε ανοιχτές και φεγγοβολούσανε. Τα τραπέζια
περιμένανε στρωμένα μ᾿ άσπρα τραπεζομάντηλα κι είχανε πάνω ό,τι βάλει ο νους
σου. Φτωχοί και πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οι αρχόντοι στέλνανε απ᾿
όλα στους φτωχούς. Κι αντίς να τραγουδήσουνε στα τραπέζια, ψέλνανε το Χριστός
γεννάται, δοξάσατε, Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει, Μυστήριον ξένον
ορώ και παράδοξον. Αφού ευφραινόντανε απ’ όλα, πλαγιάζανε ξέγνοιαστοι, σαν τ᾿
αρνιά που κοιμόντανε κοντά στο παχνί, τότες που γεννήθηκε ο Χριστός, εν Βηθλεέμ
της Ιουδαίας.
ίδια βραδιά στην αντικρινή στεριά, που τρεμοσβήνουνε ένα-δύο μικρά φωτάκια,
πέρα από το πέλαγο, που βογγά από τον άγριο τον χιονιά.
πίσω από μία ραχούλα, κοντά στη θάλασσα, φυτρωμένη από πουρνάρια. Αυτό το
μαντρί είναι του Γιάννη του Βλογημένου. Τα πρόβατα είναι σταλιασμένα κάτω από
τη σαγιά και ακούγουνται τα κουδούνια, τιν-τιν, όπως αναχαράζουνε. Επειδή
γεννάνε, οι τσομπαναραίοι παρα-φυλάγουνε και, μόλις γεννηθεί κανένα αρνί, τ᾿
αρπάνε και το μπάζουνε στο καλύβι και το ζεσταίνουνε στη φωτιά να μην παγώσει.
Απ᾿ όξω φωνάζουνε οι μαννάδες. Η φωτιά ξελοχίζει και το καλύβι είναι σαν
χαμάμι.
βρίσκουνται εξ᾿-εφτά νοματέοι, καθισμένοι γύρω από τον σοφρά. Πρώτος είναι ο
αρχιτσέλιγκας Γιάννης ο Βλογημένος, που, άμα τον δεις, θαρρείς πως βρίσκεσαι
αληθινά στο μαντρί που γεννήθηκε ο Χριστός. Είναι αρχαίος άνθρωπος, αθώος, με
γένια μαύρα, σαν άγιος. Τα ρούχα που φορά είναι βρακιά ανατολίτικα, στα ποδάρια
του έχει τυλιγμένα πετσιά δεμένα με λαγάρες, στο σελάχι του έχει ήσκα και
τσακμάκι. Κι οι άλλοι τσομπάνηδες είναι σαν τον Γιάννη, μονάχα που ο Γιάννης
κάθεται με το πουκάμισο, ενώ οι άλλοι, επειδή βγαίνουνε όξω για να κοιτάζουνε
τα νιογέννητα, φοράνε προβιές προβατίσιες, με το μαλλί γυρισμένο από μέσα.
κάθουνται στον σοφρά είναι μουσαφιραίοι. Ο ένας είναι ο Παναγής ο Στριγκάρος,
κοντραμπατζής ξακουσμένος για την παλικαριά του. Είχε πάγει για κυνήγι και
νυχτώθηκε στο μαντρί. Με τον Γιάννη γνωριζόντανε από χρόνια κι είχε κοιμηθεί
πολλές φορές στη στάνη. Οι άλλοι τρεις ήτανε καρβουνιάρηδες, που κάνανε
κάρβουνα εκεί κοντά. Οι άλλοι δύο ήτανε ψαράδες, ο γερο-Ψύλλος με το γιο του,
τον Κωσταντή.
γύρω στο σοφρά και τρώγανε. Απάνω στο τραπέζι ήτανε κρέατα, μυτζήθρες ανάλατες,
μανούρια, αγίζια, ψάρια, μπεκάτσες ψητές, τσίχλες, κι άλλα πουλιά του κυνηγιού.
ήτανε από τα μπουγάζια της Πόλης, από τη Μάδυτο, κι ήξερε κι έψελνε καλά, είχε
και φωνή γλυκιά και βαριά, τζουράδικη. Έψαλε το Μεγάλυνον, ψυχή μου, με τέτοιο
μεράκι, που κλάψανε οι άλλοι που τον ακούγανε, κι ο Γιάννης ο Βλογημένος. Το
καλύβι γίνηκε σαν εκκλησιά, έλεγες πως εκεί μέσα γεννήθηκε ο Χριστός.
μούγκριζε και τσάκιζε τα ρουπάκια. Ο γερο-Στριγκάρος καθότανε στα σκοτεινά
συλλογισμένος και μασούσε το μουστάκι του. Φορούσε μία κατσούλα από αστραχάν,
μ᾿ όλο που έκανε ζέστη, κι είχε χωμένη την απαλάμη του κάθε χεριού του μέσα στ᾿
ανοιχτό μανίκι τ᾿ αλλουνού χεριού.
σωπάσανε να κουβεντιάζουνε. Ο Στριγκάρος, σκυφτός, κοίταζε το χώμα. Κούνησε
κάμποσο το κεφάλι του, κι άνοιξε το στόμα του κι είπε:
εσείς, γιορτάζετε τη χάρη Του, είσαστε καλοί άνθρωποι. Αμ εγώ, τι ψυχή θα
παραδώσω, που σκότωσα καμιά κοσαριά ανθρώπους; Ακόμα και γυναίκες ξεκοίλιασα,
και μωρά πράματα χάλασα!
Ύστερ᾿ από ώρα, σαν να ’τανε μοναχός, ξανακούνησε το κεφάλι του κι αναστέναξε
κι είπε: Άραγες υπάρχει Κόλαση και Παράδεισο;…
μουστάκι του. Ξανακούνησε το κεφάλι του κι είπε μέσα στο στόμα του, σα να
μιλούσε με τον εαυτό του:
Κατιτίς θα υπάρχει…
ξαναμίλησε.
Δεκ 16 2017
«Διεκδίκησε τον κότινο»: Επιτραπέζιο παιχνίδι επανάληψης στα Αρχαία Α΄ Γυμνασίου
- Το παιχνίδι αφορά τις ενότητες 1η -11η με μια μικρή υπέρβαση στο Συντακτικό. Το τμήμα χωρίζεται σε ομάδες.
- Κάθε ομάδα επιλέγει όνομα από την ορολογία του μαθήματος.
- Οι κανόνες σημειώνονται στον πίνακα του παιχνιδιού.
- Ο διαθέσιμος χρόνος για τη σύσκεψη της ομάδας και την απάντηση προσυμφωνείται από τις ομάδες και είναι απαραβίαστος.
- Κάθε ομάδα έχει ετοιμάσει επιπλέονδικές της ερωτήσεις μέτριας δυσκολίας,
- σε περίπτωση που χρειαστεί να υποβάλει δική της ερώτηση στην αντίπαλη ομάδα.
- Το ζάρι δίνει αποτελέσματα 1,2,3 για να απαντηθούν περισσότερες ερωτήσεις.
- Για να φτιάξεις το ζάρι:
Δεκ 14 2017
«Διεκδίκησε το στέμμα»: Επιτραπέζιο παιχνίδι για επανάληψη στη Βυζαντινή Ιστορία-330-1261μ.Χ
χρόνος για τη σύσκεψη της ομάδας και την απάντηση προσυμφωνείται από τις
ομάδες και είναι απαραβίαστος. Κάθε ομάδα έχει ετοιμάσει επιπλέον
δικές της ερωτήσεις μέτριας δυσκολίας, σε περίπτωση που χρειαστεί να απευθύνει ερώτηση στους αντιπάλους.





















