Δεκ 25 2022
Παιδική Απορία, Χλόη Κουτσούμπελη
Δεκ 11 2022
Πέθανα για την Ομορφιά, Έμιλυ Ντίκινσον
![]() |
| Αθωότητα ευγενικών προθέσεων β΄, Rafal Olbinski |
«Πέθανα για την Ομορφιά»
Πέθανα για
την Ομορφιά και πάνω
Που είχα βολευτεί μέσα στον Τάφο
Που πέθανε για την Αλήθεια
Κάποιος, έμπαινε
Σε διπλανό Δωμάτιο
Με ρώτησε ψιθυριστά «Τι έφταιξε»;
«Η Ομορφιά», του απάντησα
«Σ’ εμένα – η Αλήθεια
– Όμοια τα Δυο –
Είμαστε, Αδέρφια», είπε
Κι έτσι, σαν Συγγενείς, μιας Νύχτας
Τα λέγαμε απ’ τα Δώματά μας
Βρύα ώσπου
έφτασαν στα χείλη μας
Και σκέπασαν
τα ονόματά
μας
Δεκ 08 2022
Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν, Έλλη Αλεξίου

Α. Ανάλυση κειμένου
Εισαγωγικές
επισημάνσεις
Το διήγημα ανήκει στη συλλογή «Προσοχή συνάνθρωποι». Γράφτηκε το 1954 και δημοσιεύτηκε το 1978. Οι
ιστορίες της συλλογής συνδέονται με τη γερμανική Κατοχή, την εθνική αντίσταση, τον Εμφύλιο, την εξορία. Η ιστορία της οικογένειας του ανθολογημένου διηγήματος αντικατοπτρίζει τη γενική οικονομική και ηθική κατάπτωση των Ελλήνων τη μεταπολεμική εποχή. Δέκα χρόνια μετά τη γερμανική κατοχή η Ελλάδα δεν έχει ανακάμψει ούτε οικονομικά ούτε πολιτικά.
Μετά το έπος του ‘40 ακολούθησε το όνειδος του εμφυλίου(1946-1949). Ο αλληλοσπαραγμός έχει διαιρέσει τη χώρα σε αντίπαλα στρατόπεδα. Από τη μια πλευρά η συντηρητική παράταξη που κατέχει την εξουσία και από την άλλη οι αριστεροί που εξωθούνται στο περιθώριο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Κοινή τους μοίρα είναι η φτώχεια, η δυσπιστία, τα πολιτικά πάθη. Οι αγωνιστές της αριστεράς κηρύσσονται εχθροί του έθνους, διώκονται, φυλακίζονται και εξορίζονται. Στιγματίζονται για πάντα και οι ίδιοι και οι δικοί τους. Αυτή τη μοίρα έχει και ο πατέρας του διηγήματος. Η μητέρα με τα δυο της παιδιά απομένει μόνη και αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης.
| Έλλη Αλεξίου |
Θέμα
Το διήγημα αναφέρεται
στην ιστορία μιας οικογένειας, που ζει τις οδυνηρές συνέπειες του εμφυλίου, την
απουσία του πολιτικού εξόριστου- πατέρα και τη φτώχεια. Στην Αθήνα του ΄50 και
χωρίς την «κεφαλή» της οικογένειας, μια μάνα αγωνίζεται να συντηρήσει μόνη τα δύο
της παιδιά, τον Πέτρο και την Αγγελικούλα. Παραμονές Χριστουγέννων τα παιδιά
λαχταράνε περισσότερο από ποτέ να επιστρέψει ο πατέρας και να τους αγοράσει
ένα τρενάκι. Και τα
δύο όνειρά τους όμως ματαιώνονται.
Ο τίτλος
Ο τίτλος
είναι κειμενικός, δηλαδή αντλείται από
χωρίο του διηγήματος και δίνει το αφηγηματικό μοτίβο (leitmotiv) της εξιστόρησης. Η απουσία του
πατέρα επισημαίνεται με διάφορες φραστικές παραλλαγές στο διήγημα και είναι το δυναμικό στοιχείο
που κινεί το μύθο. Η συγγραφέας προδιαγράφοντας το τέλος της ιστορίας στρέφει
την προσοχή του αναγνώστη έντεχνα σε πιο ουσιαστικά θέματα, τη φτώχεια, την απόγνωση, την
κοινωνική αδικία και τον τρόπο, με τον οποίο τα διαχειρίζονται μικροί και
μεγάλοι. Ταυτόχρονα προκαταλαμβάνει τον αναγνώστη και του αποκαλύπτει ότι παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις της μητέρας
και μολονότι οι γιορτινές μέρες κάμπτουν συνήθως την αδιαλλαξία και το μίσος
των «κακών ανθρώπων», ο πατέρας δεν θα γυρίσει. Έτσι, γνωρίζοντας ότι τα όνειρα
των παιδιών θα διαψευστούν, ο αναγνώστης συναισθάνεται την εξέλιξη και την
κορύφωση της παιδικής αγωνίας και
μετέχει στη δραματική ένταση της ιστορίας.
Δομή
Το διήγημα
χωρίζεται σε τρεις νοηματικές ενότητες, φανερές και από την τύπωση:
α) «Η
Αγγελικούλα, μόλις άνοιξε…θα του το πω» ► το οικονομικό αδιέξοδο της οικογένειας και
το όνειρο για το τρενάκι.
β) «Στην οδό
Αιόλου…θα τους δώσουν για τις γιορτές» ► τα σχέδια των παιδιών για την απόκτηση του σιδηρόδρομου.
γ) «Η
Αγγελικούλα με τη μαμά…τα ορφανεμένα μας τα σπίτια.» ► η διάψευση του ονείρου.

Πρώτη ενότητα
Η
συγγραφέας από την εισαγωγική παράγραφο δίνει τις δέουσες πληροφορίες στον αναγνώστη με πυκνότητα, ξετυλίγοντας ταυτόχρονα το νήμα της ιστορίας. Ο αναγνώστης γνωρίζει τα πρόσωπα, τον χώρο και τον χρόνο της ιστορίας και ένα μέρος του βασικού προβλήματος, που κινεί το μύθο.
Η υπόθεση διαδραματίζεται στην Αθήνα, κάπου κοντά στην Αιόλου («θα σταθώ στην οδός Αιόλου»). ( Όπως θα φανεί στη δεύτερη ενότητα το σπίτι της οικογένειας βρίσκεται στου Ζωγράφου).
Ήρωες τις ιστορίας είναι η Αγγελικούλα με το αδελφάκι της («τη χτεσινή κουβέντα της μαμάς τους») και τη μητέρα της. Είναι παραμονές εορτών. Το κοριτσάκι ξυπνάει το πρωί και αναλογίζεται τα λόγια της μητέρας το προηγούμενο βράδυ. Η δήλωση της μάνας αντηχεί στις σκέψεις της μικρής και με αναδρομική αφήγηση την ακούει και ο αναγνώστης. Αν και είναι γιορτινές μέρες, κανείς δε ζήτησε τις υπηρεσίες της- εργάζεται ως οικιακή βοηθός – με αποτέλεσμα να είναι άνεργη. Έμμεσα η συγγραφέας προβάλλει τη φτώχεια και την ανέχεια ως γενικευμένη κατάσταση, που πλήττει και άλλες οικογένειες. Η μάνα ανακοινώνει την απόφασή της να ζητιανέψει, με τρόπο λιτό, χωρίς μελοδραματισμούς («άλλο πια δεν έχει») και χωρίς να φανερώνει την απελπισία της. Ο τρόπος της προβάλλει τη μητρική αγάπη, αλλά αναδεικνύει και τη δυναμική φύση της γυναίκας αυτής, που σηκώνει τις ευθύνες της οικογένειας αγόγγυστα.
Στη συνέχεια η συγγραφέας απλώνει το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις. Ο
πατέρας είναι εξόριστος και η μητέρα παλεύει μόνη της, για να επιβιώσει μαζί με
τα μικρά παιδιά της. Η οικονομική τους κατάσταση είναι άθλια, μα τώρα που
πλησιάζουν Χριστούγεννα γίνεται τραγική.
Τα παιδιά ονειρεύονται ένα παιχνίδι και λίγες ώρες ανεμελιάς και οικογενειακής
θαλπωρής. Η μάνα ξέροντας ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει ούτε το φαγητό και τη
ζεστασιά τους -πόσο μάλλον ένα ακριβό παιχνίδι-καταφεύγει στην επαιτεία. Το
αξιοσημείωτο είναι ότι θέλοντας να μην τα λυπήσει παρουσιάζει την επαιτεία στην
Αιόλου σαν μια ευκαιρία για περίπατο και αναψυχή. «Θα χαζέψετε και τον κόσμο…Θα δείτε και τα πράματα που θα έχουν απλωμένα
από δω κι από κει». Αυτό που θα ήταν ακατανόητο και ασυγχώρητο από τα
παιδιά της κοινωνίας της αφθονίας, να βλέπουν δηλαδή τα αγαθά σαν εκθέματα
βιτρίνας, αλλά να μην έχουν και να μην ζητούν, για τα παιδιά του διηγήματος
είναι μια οικεία πραγματικότητα. Έτσι, δέχονται τα πράγματα αδιαμαρτύρητα, διατηρώντας
παράλληλα μια σπίθα αθωότητας και αισιοδοξίας.
Η
συγγραφέας ελέγχει τις δραματικές ισορροπίες της αφήγησης και από το βαρύ κλίμα
της απόγνωσης περνάει στα γλυκόπικρα
κάλαντα του Πέτρου. Τα αυτοσχέδια κάλαντα, που θέλει να λέει ο μικρός ζητιανεύοντας
στην Αιόλου, αποτελούν μια ιδιότυπη κοινωνική καταγγελία, μια δημόσια διακοίνωση
της αλήθειας, που, επειδή λέγεται με
αφέλεια και αθωότητα από το στόμα ενός παιδιού, είναι και πιο καυστική.
Τα
παιδιά, βέβαια, δεν φαίνεται να συνειδητοποιούν τις δραματικές διαστάσεις του προβλήματος και οι επόμενες ερωτήσεις
τους εκφράζουν την ανυπομονησία τους για τη «βόλτα» στην Αιόλου. Λαχταράνε,
όπως κάθε παιδί, ένα χριστουγεννιάτικο δώρο και ελπίζουν με τα χρήματα από τα
κάλαντα και την επαιτεία να αγοράσουν έναν εντυπωσιακό σιδηρόδρομο, για τον
οποίο μιλάει όλη η τάξη του Πέτρου. Αξιοσημείωτη είναι η ενσωμάτωση της
παιδικής περιγραφής του παιχνιδιού στην αφήγηση. Η συγγραφέας υιοθετεί τον
τρόπο έκφρασης του παιδιού (ελλειπτικός λόγος, επαναλήψεις, αλλεπάλληλες μετέωρες δευτερεύουσες, απλή έκφραση,
κυριολεξία), συμμερίζεται τον ενθουσιασμό του και υποδηλώνει τη συναισθηματική
ταύτιση με τους ήρωες, τους οποίους παρακολουθεί με συμπάθεια και τρυφερότητα.
Κρατάει ακόμη και τον τύπο «σιδερόδρομος» αντί του ορθού «σιδηρόδρομος». Το συγκεκριμένο
χωρίο («Ήταν ένας σιδερόδρομος…και
ξαναρχίζει τα ίδια…» ), αν και είναι πλάγιος λόγος, διατηρεί την αμεσότητα
και τη ζωντάνια του ευθύ.
Ο
διάλογος στη συνέχεια θυμίζει στιχομυθία
τραγικού έργου. Συντελείται με πολύ σύντομες και κοφτές προτάσεις, έχει έντονο
ρυθμό και κίνηση. Θέτει για πρώτη φορά άμεσα το ζήτημα της επιστροφής του
πατέρα, που είναι συνδεδεμένη με το ακριβό ονειρεμένο δώρο, στην ουσία δηλαδή
με την αφθονία, την ασφάλεια και την ευτυχία. Αποτελεί δε ένα θαυμάσιο μέσο ηθογράφησης των
ηρώων και αποτύπωσης των συναισθημάτων τους.
Τα παιδιά διατηρούν την ελπίδα της επιστροφής και αδημονούν γι’
αυτό. Δεν ησυχάζουν, αν δεν πάρουν
απαντήσεις και ο τρόπος τους είναι ευθύς, χωρίς περιστροφές. Έχουν την
αθωότητα της ηλικίας τους και ταυτόχρονα μια πρόωρη ωριμότητα, που οφείλεται
στις σκληρές συνθήκες της ζωής τους και φανερώνεται από την εμπιστοσύνη στη μητέρα. Η μάνα από την άλλη μεριά
έχει τεράστια αποθέματα υπομονής, καθώς παρ’ όλη τη θλίψη και την αγωνία της συζητάει ήρεμα
χωρίς να τα αποπαίρνει. Ενισχύει τις ελπίδες τους για τον πατέρα τους, αλλά
βάζει και τα απαραίτητα όρια στις προσδοκίες τους («Όσα και να πιάσουμε….δεν μπορούμε») Η κατάχρηση των αποσιωπητικών
υποδηλώνει την αμηχανία και τον πόνο της
και είναι σημαντικό ότι καταλήγει πάντα να λέει στα παιδιά την αλήθεια(«Άμα τον
αφήσουν οι κακοί ανθρώποι»). Τα γλωσσικά λάθη της προδίδουν μια φτωχή γυναίκα
του λαού, ταπεινή εργάτρια της βιοπάλης.
Μ΄ όλο το
δραματικό περιεχόμενο του διαλόγου ο τόνος είναι ζωηρός και μάλλον ευχάριστος,
λόγω της αφέλειας και της ζωντάνιας των παιδιών.
Δεύτερη ενότητα
Στη
δεύτερη ενότητα ο αναγνώστης μεταφέρεται από το φτωχικό της οικογένειας στη
λαμπροστολισμένη Αιόλου. Η μητέρα κάνει τις απαραίτητες συστάσεις στα παιδιά,
για να προσέχουν, και εκείνα τρέχουν να απολαύσουν το τρενάκι έξω απ’ τη
βιτρίνα. Έτσι, η συγγραφέας έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει τους
μικρούς ήρωες μέσα σε μια συντροφιά συνομηλίκων τους. Η σκηνή με τα παιδιά έξω
από τη βιτρίνα αποδίδεται στο σύνολό της με διάλογο και κορυφώνει τη
δραματικότητα. Τα παιδιά με την υπερβολή και τον παρορμητισμό της ηλικίας τους
εκφράζουν τη βεβαιότητά τους για την απόκτηση του σιδηρόδρομου. Όλα είναι
φτωχόπαιδα, ταλαιπωρημένα από τις σκληρές εμπειρίες της μεταπολεμικής εποχής,
βασανισμένα από την ανέχεια και την πείνα και με την παρουσία τους εξυπηρετούν
την πρόθεση της Αλεξίου να συγκινήσει και να θίξει σύγχρονά της κοινωνικά
προβλήματα.
Δίνουν,
επίσης, τη δυνατότητα στη συγγραφέα να αναδείξει αν και πώς ξεπερνούν ο Πέτρος
και η Αγγελικούλα τη σύγκριση της ζωής τους με την πληρέστερη ζωή των φίλων
τους και πώς αισθάνονται απέναντι στη διεισδυτική ματιά τους. Όλα τα παιδιά έχουν
κάποιο προστάτη, κάποιο δικό τους πρόσωπο που μπορεί να εγγυηθεί την απόκτηση
του ακριβού παιχνιδιού. Αντίθετα, ο Πέτρος και η Αγγελικούλα στηρίζουν τις
ελπίδες τους σε κάποιον που λείπει. Όταν
αντίστοιχα ανακοινώνει ότι θα του αγοράσει το τρενάκι ο πατέρας του, μόλις
επιστρέψει από την εξορία, τα υπόλοιπα παιδιά βλέποντας τα μπαλωμένα τους ρούχα
δυσκολεύονται να τον πιστέψουν. Το χωρίο («Ο
Πέτρος φορούσε μαύρο σακάκι…ως την
οδό Αιόλου») δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τη δεινή τους
θέση. Το παιδί του Δημοσίου Υπαλλήλου τονίζει με έμφαση την υψηλή τιμή του
δώρου.
Η
συγγραφέας παρασιωπά τις αντιδράσεις των παιδιών αφήνοντας τον αναγνώστη να
συμπληρώσει τη κλίμακα της απογοήτευσης.
Η επόμενη ενότητα όμως αποδεικνύει ότι
οι μικροί ήρωες δεν εγκατέλειψαν τις ελπίδες τους, για τον ερχομό του πατέρα
και το ποθητό δώρο.

Τρίτη ενότητα
Και
τις επόμενες μέρες η μητέρα με τα παιδιά της ζητιανεύουν στη Αιόλου. Τα παιδιά σπεύδουν
κάθε φορά στο κατάστημα, για να διαπιστώσουν αν βρίσκεται εκεί το πολυπόθητο
παιχνίδι. «Αν είναι πουλημένος ο σιδερόδρομος;». Η αγωνία τους συνδέεται με την
προηγούμενη σκηνή, καθώς διαπίστωσαν ότι το τρενάκι είναι κοινό αντικείμενο του
πόθου. Η συγγραφέας εκθέτει τις
βαθύτερες σκέψεις του παιδιού αυτούσιες, χωρίς εισαγωγικά: « Κ’ ύστερα; Σαν έρθει ο μπαμπάς; Αν είναι πουλημένος ο σιδηρόδρομος;»
Όμως ζουν σε μια δύσκολη εποχή και το τρενάκι είναι πολυτέλεια για κάθε
ελληνόπουλο.
Η ανυπομονησία τους εντείνεται μέρα με τη
μέρα, ιδιαίτερα του αγοριού, που έχει συνδέσει κάθε χτύπο της πόρτας με την
έλευση του πατέρα. Η λαχτάρα τους αποτυπώνεται ανάγλυφα στη ζωντανή εικόνα: «Τα βράδια….ν’ ανοίξει πρώτο» . Σπαραχτικός
είναι ο διάλογος που ακολουθεί καθώς αποκαλύπτει ότι η τόσο ισχυρή στην ψυχή
και τη ζωή τους εικόνα του πατέρα είναι στην πραγματικότητα φασματική. Οι
μικροί ήρωες έχουν χρόνια να δουν το πρόσωπό του και αγωνιούν αν και εκείνος θα
τα αναγνωρίσει. Η μητέρα διατηρεί την ιώβεια υπομονή της και την ψυχραιμία της,
για να τα παρηγορήσει αλλά και να εμφυσήσει στα παιδιά της την πίστη ότι η ζωή
τους μπορεί να αλλάξει.
Τίποτα
όμως δεν αλλάζει μέρα με τη μέρα («κόντευαν
πια τα Φώτα») και οι ελπίδες εξανεμίζονται,
καθώς τον πατέρα δεν τον άφησαν ελεύθερο «οι
κακοί ανθρώποι» και ο «σιδερόδρομος
άμα πέρασε η Πρωτοχρονιά δεν περπατούσε πια». Η ακινησία του σιδηρόδρομου συμβολίζει την ψυχική κατάπτωση των παιδιών και την οριστική διάψευση του ονείρου τους. Έτσι,
ο σιδηρόδρομος προσωποποιείται και
παραλληλίζεται με την τραυματισμένη παιδική ψυχή και «τα φώτα του δεν αναβοσβήνανε. Φαινόταν κι
αυτός σα στενοχωρημένος.» Ανεπαίσθητα μας οδηγεί η συγγραφέας ξανά στην
Αιόλου, όπου ο Πέτρος έχει την ευκαιρία να συναντήσει τους φίλους του, για αν
διαπιστώσει ότι για όλους τα φετινά Χριστούγεννα ήταν μελαγχολικά. Η ζωή τον
φέρνει αντιμέτωπο με άλλη μια σκληρή αλήθεια, με τη διαπίστωση ότι ο πατέρας
του, όπως και οι υπόλοιποι, δεν πρόκειται να επιστρέψουν από την εξορία. Κάνει
έτσι ένα ακόμη βήμα προς τη μοιραία απότομη ωρίμανση. Η παρατήρηση ότι και ο
σιδηρόδρομος είναι πολύ στενοχωρημένος,
διότι δεν έδωσε χαρά στα παιδιά αλλά λύπη, ανήκει επίσης στον Πέτρο, που
φαίνεται να αναθεωρεί την αξία της ελπίδας και της αναμονής.
Η μητέρα όμως εμφανίζεται, για να απαλύνει τον
πόνο και την πίκρα των παιδιών και για να τους εμφυσήσει ξανά την ελπίδα. Η
ανεξάντλητη ηθική και ψυχική της δύναμη, γίνεται πηγή ζωής και παραμυθίας. Η
υπόσχεση ότι την επόμενη χρονιά «θα
’χουν φύγει οι κακοί άνθρωποι, κ’ οι καλοί μπαμπάδες θα μας έχουν έρθει» είναι
η φωνή της Αλεξίου, που ελπίζει ότι στον
επαναπατρισμό των πατριωτών, την ηθική τους αποκατάσταση και την οικοδόμηση
μιας κοινωνίας ισότητας και δικαιοσύνης.
Όπως
σημειώθηκε και στα σχόλια του τίτλου, σε ολόκληρο το διήγημα κυριαρχεί ο απόντας-
πατέρας, που με την απουσία του ορίζει την ψυχική και πνευματική διαδρομή των
ηρώων. Η αφήγηση στηρίζεται στην έλευσή του από την εξορία και οι φράσεις που
σχετίζονται με αυτό το γεγονός επανέρχονται, επαναφέρουν το θεματικό κέντρο της
συγκινητικής ιστορίας και την επανατροφοδοτούν. Η φράση «ο μπαμπάς δεν ερχόταν»
και οι λοιπές συναφείς φράσεις «Πότε θα ’ρθει ο μπαμπάς μου;», «μα θα ’ρθει
πριν από την Πρωτοχρονιά», «Σαν έρθει ο μπαμπάς;», «Αν ερχόταν ο μπαμπάς μας
από την εξορία»),λειτουργούν ως μοτίβο που προωθεί τη δράση και δημιουργεί
δραματική ένταση στην αφήγηση και εντείνουν περισσότερο την αγωνία των παιδιών
και των αναγνωστών.
Αφηγηματική τεχνική
Η αφηγήτρια αφηγείται σε τρίτο γραμματικό πρόσωπο, χωρίς να συμμετέχει στα δρώμενα (ετεροδιηγητικός αφηγητής). Η αφήγηση δεν εστιάζει μέσα από την προοπτική κάποιου ήρωα, άρα η εστίαση είναι μηδενική. Ο αφηγητής φαίνεται να γνωρίζει τις βαθύτερες σκέψεις των ηρώων (π.χ. τις σκέψεις της Αγγελικούλας, του Πέτρου), άρα παρακολουθεί τα πρόσωπα από τη θέση του παντογνώστη αφηγητή. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί ποικίλους αφηγηματικούς τρόπους: την περιγραφή και την αφήγηση ελάχιστα και το διάλογο κυρίως. Με τον διάλογο να καταλαμβάνει μεγάλη έκταση στο διήγημα μάς μεταδίδει το κλίμα της εποχής, τα συναισθήματα και τον χαρακτήρα των ηρώων, που προβάλλονται ανάγλυφοι και φυσικοί. Η ιστορία αποκτά έτσι έντονα δραματικό χαρακτήρα και καθηλώνει τον αναγνώστη.
Η γλώσσα
Η γλώσσα του
διηγήματος είναι απλή, φυσική, καθημερινή δημοτική. Εναρμονίζεται με το θέμα και το ήθος των προσώπων. Μεγάλη έκταση του διηγήματος καταλαμβάνει ο
διάλογος, που παρασταίνει με δραματικότητα τα γεγονότα και αποτυπώνει γλωσσικά την
αθωότητα και την αφέλεια των παιδιών. Οι προτάσεις, κοφτές και σύντομες, δίνουν ρυθμό και ζωντάνια στη συνομιλία
παιδιών – μάνας και της παιδικής συντροφιάς. Παρατηρούνται επίσης και κάποιες
μετέωρες δευτερεύουσες προτάσεις, όταν η αφηγήτρια αναπαράγει τις πρώτες
εντυπώσεις των παιδιών απ΄το τρενάκι.(«Πώς ανάβουν και σβήνουν τα ηλεκτρικά
του…βαγόνια») Αξιοσημείωτοι είναι
μερικοί γραμματικοί και συντακτικοί τύποι που αποκλίνουν σκόπιμα από το ορθό, όπως
«την οδός», «σιδερόδρομος», «οι κακοί ανθρώποι». Η συγγραφέας με τον τρόπο αυτό
δίνει ρεαλισμό στην αφήγηση, καθώς η
μάνα, φτωχή και αγράμματη γυναίκα, εκφράζεται με το δικό της τρόπο και τα παιδιά
αποτυπώνουν άμεσα τα γλωσσικά τους ακούσματα. Η συγγραφέας- αφηγήτρια μάλιστα
υιοθετεί με τρυφερή διάθεση και συμπάθεια προς την ηρωίδα τον τύπο
«σιδερόδρομος».
Εκφραστικά μέσα
Ελάχιστα είναι τα εκφραστικά μέσα του διηγήματος και καλούνται κυρίως να αποτυπώσουν τα
συναισθήματα των παιδιών Κυριαρχεί ο διάλογος και ξεχωριστή θέση κατέχουν τα αυτοσχέδια κάλαντα της εξορίας :
Προσωποποιήσεις «ο σιδερόδρομος κι αυτός ήταν πολύ στενοχωρημένος», «τα ορφανεμένα μας τα σπίτια», «η αρκούδα που κοίταζε με τόση προσήλωση τα παιδιά».
Αντιθέσεις «αντί, χαρά τους είχε δώσει λύπη»,
Οξύμωρο σχήμα: «στενόχωρες γιορτές»
Επανάληψη: «τρυπώνει σ΄ένα τρυπημένο βουνό»
της λέξης «πατέρα» και «σιδερόδρομος»
Μεταφορές «να βρεθεί και κανείς
χριστιανός», «άμα σφίξει ο κόσμος», «αν δεν έχετε το νου σας»,
Παράλληλα
κείμενα
1. Το διήγημα περιστρέφεται γύρω από
την απουσία του πατέρα. Διαβάστε το δημοτικό τραγούδι «Ο ζωντανός ο χωρισμός»
και σχολιάστε πώς εκφράζεται η έλλειψη του αγαπημένου προσώπου στο διδαγμένο και το αδίδακτο κείμενο.
Άνοιξε θλιβερή καρδιά και πικραμέν’ αχείλι·
άνοιξε, πες μας τίποτες και παρηγόρησέ μας.
-Παρηγοριά ’χ’ ο θάνατος και λησμοσύν’ ο Χάρος,
ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει.
Χωρίζ’ η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα ,
χωρίζουνται τ’ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα·
τώρα όντας χωρίζουνται, τα δέντρα ξεριζώνουν,
και πάλ’ όταν ’νταμώνουνται, τα δέντρα φύλλα βγάζουν.
2. Ο «Ζητιάνος» του Ανδρέα
Καρκαβίτσα (απόσπασμα) από το σχολικό βιβλίο της Γ΄γυμνασίου. Εντοπίστε και
συγκρίνετε τους λόγους που οδηγούν τον Τζιριτόκωστα και τη μητέρα του
διηγήματος στην επαιτεία. Σχολιάστε στη
συνέχεια την πράξη τους.
Δες ενδεικτικές απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου εδώ
Δες την Έλλη Αλεξίου να μιλάει για τον Νίκο Καζαντζάκη
Νοέ 30 2022
Η πάλη των πράξεων, Χάρης Μελιτάς

Κολάζ από φυσικό πορτρέτο: Matthieu Bourel
Η πάλη των πράξεων
Πρόσθεση
Όσο γερνάω
απεχθάνομαι το συν.
Επισυνάπτει χρόνια
στην καμπούρα μου.
Αφαίρεση
Όλη τη νύχτα
ξεπληρώνω στίχους.
Μόνον ο τίτλος
παραμένει ανεξόφλητος.
Πολλαπλασιασμός
Αναζητώντας
παρτενέρ μετά το επί
προκύπτει ο εαυτός μου
στο τετράγωνο.
Διαίρεση
Η απληστία
κερματίζει την εικόνα.
Ποντάρω στα ερείπια
μηδέν εις το πηλίκον.
“Τέσσερις ενοχές”, Χάρης Μελιτάς, Εκδ. Μανδραγόρας 2021
Νοέ 26 2022
O Tεύκρος φτάνοντας στην Kύπρο αφηγείται τη συνάντηση με την Eλένη σε έναν παλιό συμπολεμιστή του… Γιάννης Θ.

Άγαλμα του Τεύκρου, Sir William Thornycroft, Los Angeles County Museum of Art, Η.Π.Α

Άγαλμα του Τεύκρου, Sir William Thornycroft, Los Angeles County Museum of Art, Η.Π.Α
O Tεύκρος φτάνοντας στην Kύπρο αφηγείται τη
συνάντηση με την Eλένη σε έναν παλιό συμπολεμιστή του…
ΤΕΥΚΡΟΣ – Επιτέλους,
μετά από τόσο μακρύ και επικίνδυνο ταξίδι έφτασα στην Κύπρο.
ΣΥΜΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ -Καλώς
ήλθες, Τεύκρο!
ΤΕΥΚΡΟΣ- Αγαπητέ μου φίλε, δεν θα πιστέψεις τι
έγινε στην Αίγυπτο.
ΣΥΜΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ -Τι έγινε; Πες μου!
ΤΕΥΚΡΟΣ -Η … Ελένη! Ήταν εκεί!
ΣΥΜΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ -Τι εννοείς;
ΤΕΥΚΡΟΣ -Η Ελένη δεν ήταν στην Τροία. Τόσα
χρόνια χαμένα για το τίποτα. Τόσοι θάνατοι. Ο αδελφός μου…
ΣΥΜΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ -Θες να μου πεις ότι όλον αυτόν
τον καιρό η Ελένη ήταν εκεί; Στην
Αίγυπτο;
ΤΕΥΚΡΟΣ -Όπως σε βλέπω και με βλέπεις!
ΣΥΜΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ -Καταραμένη να ΄ναι!
ΤΕΥΚΡΟΣ -Περίμενε λίγο! Αν το σκεφτείς, αυτή δεν
βρισκόταν στην Τροία, οπότε δεν έχει ευθύνη για ό,τι συνέβη. Οι Θεοί έχουν.
ΣΥΜΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ -Σώπασε Τεύκρο, μας ακούνε οι
Θεοί και θα σε τιμωρήσουν. Έχεις χάσει τα λογικά σου;
ΤΕΥΚΡΟΣ -Όχι, φίλε μου. Για πρώτη φορά
σκέφτομαι λογικά.
Γιάννης Θ.
Γυμνάσιο Πετρούπολης
Νοέ 25 2022
Το αντίτιμον, Δημήτριος Καμπούρογλου

Heather Evans Smith
ΠΟΛΥ ΗΣΥΧΟ κι ευχαριστημένο στην τύχη του ήταν ένα μεγάλο χωριό – άλλα είχαν περάσει βάσανα – όταν το γνώρισε στα 1806 ο Περιηγητής.
Άφθονα νερά το έλουζαν και ήτον χωμένον μέσα σε δένδρα που εφαινόντουσαν σαν οπισθοφυλακή του αγρίου δάσους, που απαντά ο ταξιδιώτης φεύγοντας απ’ τη Λακωνία και πηγαίνοντας κατά την Κυνουρία.
Είχαν ξεχωριστούς κοινωνικούς νόμους στο χωριό αυτό, ακόμα και ξεχωριστή γλώσσα.
Είχαν και την αριστοκρατία τους. Την αντιπροσωπεύουν οι πρωτόγεροι1.
Όταν πήγε ο Περιηγητής, εβάραινε ακόμα την ψυχή τους ένα έγκλημα, αν και ήτον περιλυγμένο με την κοινή απόφαση και με την δικαιολογία κάποιου ανώτερου σκοπού.
***
Μία ωραία κόρη του χωριού έμεινε ορφανή. Με όλη της τη μικρή ηλικία στάθηκε απ’ τους συγγενείς της στην Πόλη για να υπηρετήσει εκεί και να γυρίσει μια μέρα με την προίκα της.
Πέρασαν κάμποσα χρόνια, χωρίς αυτή να αιστανθεί την επιθυμιά να ‘ρθει στον τόπο που γεννήθηκε.
Στα τελευταία ήρθε, μα πολύ αλλιώτικη. Κυρία με τα όλα της. Έλαμπε από πάστρα· κτενιζότανε διαφορετικά και περπατούσε με τσακίσματα. Το χειρότερο απ’ όλα, μιλούσε και Γαλλικά!…
Οι πρωτόγεροι ξύνισαν τα μούτρα τους.
Γενική κουτσομπολιά στο χωριό. Δεν ενήστεψε και κάποια Τετάρτη. Ο παπάς έγινε κι αυτός εχθρός της.
«Πωπώ, η άμοιρη η μάνα της κάλλιο που δε ζει ναν τη βλέπει… την πήξε και τη δείξε2…», έλεγαν οι γριές και
τραβιόντουσαν λοξά-λοξά για να μην ‘γγίξουν απάνω στην οξαποδώ.
Κι αυτή ανύποπτη διασκέδαζε με τις κουταμάρες των χωριανών της.
Όσες φορές ερχότανε κανείς ξένος, πρώτη και καλύτερη αυτή. Η γλώσσα της πήγαινε ροδάνι3.
«Τι ναν του λέει τάχατες, γέρο-Σπύρο;».
«Ξέρω κι εγώ; Δεν καταλαβαίνεις; Τι άλλο θα λένε!…»
«Χαχούχα4!… Αυτή, μωρέ μάτια μου, πήρε το δρόμο της για καλά!…».
«Τι κάνει εκεί ο Φράγκος;5!…»
«Κοίτα, κοίτα… Πέρασε το δικό της μπράτσο μέσα στο δικό του και πάνε τον κατήφορο…»
«Μα αυτό είναι ντροπή μας!… Θα γινούμε σεργούνι6 στα εφτά βασίλεια!».
«Μεγάλη μας ντροπή, αλήθεια».
«Πρέπει να λείψει το σκάνταλο».
«Πρέπει να λείψει».
Σε λίγες μέρες, έκτακτος απεσταλμένος πήγε στον Πασά τον χρηματικό φόρο του χωριού για ένα φόνο που
γίνηκε.
Ο Πασάς όμως, άμα έμαθε πως η σκοτωμένη ήταν νέα, ωραία και απροστάτευτη κόρη, ζήτησεν άλλα τόσα.
1 οι αρχές του τόπου επί Τουρκοκρατίας.
2 απαξιωτικός χαρακτηρισμός
3φράση για πρόσωπο που φλυαρεί, που μιλά γρήγορα και με ευχέρεια.
4 επιφώνημα με μειωτικό, ειρωνικό χαρακτήρα
5 παλαιότερη ονομασία για τους κατοίκους της Δυτικής Ευρώπης.
6 θα ντροπιαστούμε
Νοέ 21 2022
Ὁ Ἀντίκτυπος τοῦ νοῦ, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ὁ Ἀντίκτυπος τοῦ νοῦ
Στοῦ Καρμάνη τὸ καπηλεῖον, ὅπου ἐγίνοντο ἄφθονοι σπονδαὶ εἰς τὸν Διόνυσον, ἐσύχναζον καί τινες Ἰταλοὶ σιμὰ εἰς τοὺς δικούς μας, μὲ τοὺς ὁποίους εἶχαν φιλικὰς σχέσεις. Ἀλλ᾿ οἱ πλέον ἀχώριστοι ἦσαν ὁ Ἀντώνιος Ἀλμπέργος, Σικελιώτης ἀπὸ τὴν Κατάνην, μὲ ἡλιοκαῆ Ἑλληνοϊταλικὴν ὄψιν, φέρων τὴν λάβαν τῆς Αἴτνης εἰς τὴν μορφὴν καὶ εἰς τὴν ψυχήν, σφραγιδοποιός, καὶ ἐν μέρει καλλιτέχνης· ὁ Σαββατῖνος, ἢ Σαλβατῶρος, ἢ Σάλβος, ἢ Σάββας, Ἑβραῖος ἀπὸ τὴν Κέρκυραν, ὁμιλῶν ἱκανὰς γλώσσας, καὶ ἐξασκῶν πολλὰς τέχνας· καὶ ὁ Λύσανδρος Παπαδιονύσης, ἀπὸ τοὺς δικούς μας.
Τρεῖς ἄνθρωποι, τρία θρησκεύματα, τρεῖς φυλαί. Ὡς κοινὸν γνώρισμα εἶχον μεγάλην κλίσιν εἰς τὰ γιουβέτσια, τὰ ὁποῖα παρήγγελλον εἰς ὅλους τοὺς γειτονικοὺς φούρνους, μὲ μακαρόνια πολὺ χονδρά, ραβδωτά, τὰ ὁποῖα
τινὲς ὀνομάζουν, δὲν ἠξεύρω διατί, σέλινα. Ὁ Ἀντώνιος Ἀλμπέργος, πρὶν ἀκόμη ὁ Σάββας ἀρχίσῃ νὰ μεταβιβάζῃ εἰς τὰ πιάτα, προήρπαζε, κατὰ τὸ ρῆμα τοῦ Σαμοσατέως, ὄχι ὀλίγα ζεστὰ καυτὰ μὲ τὰ δάκτυλα.
Ἐπερίσσευεν ὅμως πάντοτε μεζὲς καὶ δι᾿ ἄλλους Ἰταλούς, ὅσοι ἤρχοντο κατόπιν· ὁ Ἄντζελο Μασσίνι, ἁμαξοπηγός· ὁ ὑψηλὸς καὶ τεράστιος Πίντο, ἢ Πίνδος, ὅστις ὡς κυριώτερον ἐπάγγελμα, κατὰ τοὺς χρόνους αὐτοὺς τῆς παρακμῆς, εἶχεν, ἅμα ἐπλησίαζε λαϊκή τις ἑορτή, νὰ παίρνῃ σημειώσεις ἀπὸ τὶς γειτονιές, καὶ νὰ συντάττῃ κατάλογον, ποῖοι καὶ πόσοι ἑώρταζον, Γιάννηδες, λ.χ. Γιώργηδες, ἢ Κωσταντῆδες· ἢ ποῖαι καὶ πόσαι Μαρίαι ἢ Ἑλέναι ἢ Κατίναι· καί, τὴν πρωίαν τῆς ἑορτῆς, νὰ ὁδηγῇ τὸν θίασόν του, τοὺς πλανοδίους μουσικούς, εἰς τὰ πρόθυρα, εἰς τὴν σκάλαν τῆς οἰκίας τοῦ ἑορτάζοντος τ᾿ ὄνομά του, διὰ νὰ τονίσουν χαρμόσυνον μέλος, καὶ λάβουν ὡς ἀμοιβὴν χαρτίνην δραχμὴν ἢ καὶ δίδραχμον.
Μαζὶ μ᾿ αὐτοὺς ἤρχετο καὶ ἄλλος Ἰταλὸς Ἀντώνιος, ὡς ἐπάγγελμα ἔχων τὰ ἐμπετάσματα καὶ τὸν εὐτρεπισμὸν οἰκιῶν ἢ δωματίων. Καὶ σιμὰ εἰς τούτους εἷς γέρων παλαιὸς Ἰταλοκερκυραῖος, κατασκευαστὴς ἑστιῶν καὶ ἐπιχρίστης, ὁ μπαρμπα-Νιόνιος ὁ Πούπης.
Ὅλοι τὸν ἐγνώριζον τὸν Ἰσραηλίτην Σάλβον ἢ Σαββατῖνον. Εἰς ὅλους εἶχε προσφέρει ἐκδουλεύσεις. Οἱ πλεῖστοι ἐξ ὅλων οὔτ᾿ ἐπάτουν ποτὲ εἰς τὴν φραγκοκκλησιάν. Μόνος ὁ Ἀντώνιος Ἀλμπέργος ἐκκλησιάζετο ἅπαξ τοῦ ἔτους, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα. Ὁ γέρων Πούπης, καίτοι Δυτικός, ἐμίσει τρομερὰ τοὺς «φλάρους», ὅπως τοὺς ὠνόμαζεν, ἐνίοτε δὲ εἰσήρχετο εἰς ἑλληνικοὺς ναούς. Τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα τῶν ὀρθοδόξων, τὸ εἶχε τάξιμον νὰ ὁδοιπορῇ πεζὸς ἀπὸ τὰς Ἀθήνας εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἅμα ἐνύκτωνε τὸ Μέγα Σάββατον, διὰ ν᾿ ἀκούσῃ τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. Ἔτρεφεν ὡς Κερκυραῖος εὐλάβειαν εἰς τὸν Ἅγιον.
Οἱ ἄλλοι, βλάσφημοι, ὑβρισταί, μὲ τὸ Dio cane* καὶ Dio porco* εἰς τὸ στόμα, ἦσαν κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἄθρησκοι. Ἀλλ᾿ ὅταν ὁ Σαλβατῶρος ἢ Σαββατῖνος ἔλειπε, καὶ δὲν ἦτο παρών, τὸν ἐμνημόνευον ἁπλῶς διὰ τῆς φράσεως quello Ebreo, ἐκεῖνος ὁ Ἑβραῖος.
Κοινῶς εἰς τοὺς δικούς μας ὁ Ἰσραηλίτης, ἦτο γνωστὸς ὑπὸ τὸ ὄνομα Σάββας. Ὀλίγοι ἤξευραν ὅτι ἦτο Ἑβραῖος. Εἴς τινας ὁ ἴδιος εἶχε διηγηθῆ ὅτι ἡ οἰκογένειά του εἶχε προσέλθει εἰς τὸν Προτεσταντισμόν, καὶ εἶχε
δεχθῆ τὸ βάπτισμα ἢ ράντισμα ἐν Κερκύρᾳ. Ἀλλ᾿ εἰς τὸν Λύσανδρον Παπαδιονύσην ὁ μπαρμπα-Πούπης, ὅστις ἐφαίνετο νὰ γνωρίζῃ καλὰ ὡς συμπατριώτην του τὸν Σάλβον, εἶχεν εἰπεῖ ὅτι οὗτος ἦτον Λέχος ― οὔτε κἂν Ἑβραῖος σωστός· un bastardo Ebreo*.
Μίαν φοράν, ἦτον τὴν 5 Δεκεμβρίου, ὁ μπαρμπα-Νιόνιος ἠρώτησε πονηρῶς τὸν Σαββατῖνον·
― Ντούγκουε, ἀμίκο*… τρατάρεις σήμερα; Δὲν ἔχεις τ᾿ ὄνομά σου;
Τοῦτο ἐπειδὴ ἦτον ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Σάββα. Καὶ συγχρόνως ὁ γέρων ἔπαιζε τὴν ματιὰν προσβλέπων τὸν Λύσανδρον. Ἀργότερα ἐξήγησε πρὸς αὐτόν, ὅτι τὸ καθαυτὸ ὄνομα τοῦ Ἑβραίου ἦτον, ὡς φαίνεται, Σαμπατίν, ἀλλὰ διὰ νὰ φαίνεται τάχα ὡς χριστιανὸς εἰς τοὺς πολλούς, τοὺς ἀδιαφόρους καὶ μὴ πολυπραγμονοῦντας, εἶχεν εἰπεῖ ὅτι ἐκαλεῖτο Σάββας. Ὑπάρχουν ἄλλοι, εἶπε, φέροντες ὄνομα Ἰακὼβ ἢ Ἀσὴρ ἢ Γιουδά, οἵτινες, ἐρωτώμενοι πῶς ὀνομάζονται, διὰ νὰ φαίνωνται μὲν ὡς χριστιανοί, ἀλλὰ νὰ μὴ πατῶσι καὶ τὴν θρησκευτικήν των συνείδησιν, ἀπαντῶσιν Ἠλίας ἢ Ζαχαρίας, ἐκλέγοντες μὲ τρόπον μαστορικὸν καὶ σοφιστικόν, ὄνομα κοινὸν εἰς τὰ δύο θρησκεύματα.
Ἀλλ᾿ εἰς τὸν Παπαδιονύσην ἀνεκοίνωσέ ποτε ὁ Σάββας ὅτι ἔφερε καὶ τὸ ὄνομα Μποχώρ, ὡς πρωτότοκος μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν του καὶ ὅτι ἦτο ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ Λευΐ.
― Καὶ ὑπάρχουν ἀκόμη φυλαί; ἠρώτησε δύσπιστος ἐκεῖνος. Ὁ Σάββας μετά τινος δισταγμοῦ κατένευσεν.
Κατὰ τὰς ὥρας τῶν ρεμβασμῶν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐποτίζετο «οἶνον κατανύξεως», ὅπως λέγει ὁ Ψαλμός, κ᾿ ἐκάθητο μόνος παρὰ τὴν γωνίαν, πολλάκις ἤρχιζε νὰ ὑποψάλλῃ καθ᾿ ἑαυτόν, μὲ φωνὴν Ἄννης προσευχομένης, διάφορα μέλη τῆς Συναγωγῆς, καθὼς τὸ «Σόμερ Ἰσραέλ»*, καὶ τὸ Ἀλλελοὺ-Γιάχ (Αἰνεῖτε τὸν Ἰεχωβὰ ἢ τὸν Ὄντα). Καὶ πολλὰ ρητὰ ἀπεμνημόνευε ἀπὸ τὰς Γραφάς, συχνὰ δὲ στενάζων ἀπήγγελλε· Κι᾿ αβὶ βὲ ἀμὶ ναδζαβού-νι. Εἶτα ἐπέφερε· β᾿ Ἀδωνάϊ δασπέ-νι· (ὅτι ὁ πατήρ μου καὶ ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με, ὁ δὲ Κύριος προσελάβετό με).
Ἀλλ᾿ εἰς τὰς ὁμιλητικάς του ὥρας ἐφαίνετο τέλειος κοσμοπολίτης. Ἔτρωγε κ᾿ ἔπινεν, ὄχι μὲ ἀπληστίαν, ἀλλὰ μὲ ἄκραν κοσμιότητα καὶ ταπείνωσιν, μετὰ Ἰταλῶν καὶ Ἑλλήνων.
Δὲν τὸν ἔμελεν ἂν ὁ χαχάμης* εἶχεν ἐπιθεωρήσει τὰ κρέατα, ἢ ἂν ταῦτα ἦσαν ἀπὸ τὰ πρόσθια ἢ τὰ ὀπίσθια τοῦ προβάτου. Διηγεῖτο ὅτι ἄλλοτέ ποτε ἦτον τσαγγάρης, αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ πρώτη τέχνη του. Ἐφαίνετο τώρα ὣς ἡλικίας 45 ἐτῶν. Σήμερον, ἐκτὸς ὀλίγων μικρομεσιτειῶν ὁποὺ ἔκαμνε, πότε πωλῶν, κατὰ παραγγελίαν των, τὰ σύνεργα, πότε μικρὰ τεχνήματα, κ᾿ ἐνίοτε τὰ παλαιόρρουχα διαφόρων Ἰταλῶν, τοὺς ὁποίους εἶχε ρημάξει τὸ «κεσάτι», κατόπιν τῆς ἐπιστρατείας τῆς τότε, ἐβοήθει τὸν Ἀντώνιον, τὸν ἀγνώστου ἐπωνύμου, εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν ἐμπετασμάτων καὶ εὐτρεπισμῶν. Ἄλλοτε εἰσήρχετο ὡς μισθωτὸς νοσοκόμος εἰς οἰκίας ἀρρώστων Ἰταλῶν, Γερμανῶν ἢ Γάλλων ― πρῴην ἠθοποιῶν, μουσικῶν καὶ ἄλλων τοιούτων.
Ἀπὸ τὸν εἰρημένον Ἀτώνιον ἐκέρδιζε περισσοτέρας ὕβρεις, ἀπειλὰς καὶ προπηλακισμοὺς παρὰ χρήματα. Ἀπὸ τὸ ἔργον τοῦ κατ᾿ οἴκους νοσοκόμου ἔπαιρνε λεφτά, τὰ ὁποῖα ἤθελε νὰ χαρῇ ὕστερον ἐν ἀνέσει καὶ ρᾳστώνῃ εἰς τὸ γνώριμον καπηλεῖον.
*
* *
Μόνος ὁ Ἀντώνιος Ἀλμπέργος ὁ Κατανέζος, ὅστις ἦτον, ὡς ὡμολόγει ὁ ἴδιος, πολὺ ὀριτζινάλε*, ἀλλὰ πρᾷος καὶ φιλάνθρωπος, ἐφαίνετο νὰ τρέφῃ ἀληθῆ στοργὴν πρὸς τὸν Σαββατῖνον. Μαζὶ ἔτρωγαν ὅλα τὰ γιουβέτσια, μὲ τὰ μακαρόνια τὰ χονδρὰ καὶ ραβδωτά, καὶ ὁ Παπαδιονύσης τρίτος. Οἱ τρεῖς αὐτοὶ «τὸ εἶχαν δίπορτο». Ἔκαμναν μαζὶ Χριστούγεννα ἀλλα Φράγκα, πρωτοχρονιὰν ἀλλα νόβα, καρναβάλι ἀλλα Ἰταλιάνα, κτλ. Καὶ πάλιν μαζὶ ἔκαμναν Χριστούγεννα ἀλλα Γρέκα, Ἅι-Βασίλη ἀλλα βέκια, κι Ἀπόκριες. Κατόπιν πάλιν Πάσχα ἀλλα Φράγκα, Πάσχα ἀλλα Γρέκα, μαζὶ πάντοτε. Ἀλλ᾿ ὁ Σαββατὶν ἦτο πλέον κερδισμένος ἀπ᾿ ὅλους. Καὶ τὰς χριστιανικὰς ἑορτὰς ὅλας μαζί τους ἑώρταζε, καὶ ποτὲ δὲν ἔλεγεν εἰς τοὺς φίλους του πότε αὐτὸς εἶχε Σκηνοπηγίαν, πότε Ἄζυμα, καὶ πότε Πεντηκοστήν. Ἀλλ᾿ ὅμως εἶναι βέβαιον ὅτι, καὶ οἱ δύο, δὲν θὰ ἤθελον ποτὲ νὰ συμμετάσχωσι τῶν ἑορτῶν του, καὶ ἂν εἶχε.
Ὁ Ἀλμπέργος, κερδίζων ἀρκετὰ ἀπὸ τὴν τέχνην του, ἐξώδευεν ἀφειδῶς εἰς φαγοπότια καὶ ἄλλας ἀπολαύσεις. Ἦτο χηρευμένος καὶ ἄτεκνος. Ἔδιδεν εἰς τὸν Σάββαν ὅλα τὰ παλαιὰ καπέλα του, σακκάκια, γελέκα κτλ. Κάποτε τοῦ ἔδιδε λεπτὰ «δανεικὰ κι ἀγύριστα». Μίαν νύκτα ὁ Σάββας εὑρέθη αἴφνης ἄστεγος. Ἐξήρχετο ἀπὸ ὑπερῷον ξενῶνος, ὅπου εἶχε νοσηλεύσει ἕνα Γερμανὸν διορθωτὴν πιάνων. Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ ἰδικοῦ του δωματίου, ὅπου εἶχε τὰ ροῦχά του, εἶχε διαρρήξει τὴν θύραν, καὶ τοῦ τὰ εἶχε πετάξει ἔξω αὐθαιρέτως, λόγῳ ὅτι καθυστέρει δύο μηνῶν ἐνοίκια.
Ὁ Σάλβος δὲν εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ. Ἐξεμυστηρεύθη τὴν δυσχέρειάν του εἰς τὸν Ἀλμπέργον. Ὁ Ἰταλὸς προθύμως τοῦ προσέφερε ξενίαν. Ὁ κάπηλος παρακληθεὶς ἐπέτρεψε ν᾿ ἀκουμβήσῃ ὁ Σάββας προσωρινῶς τὰ παραπεταμένα πράγματά του εἰς τὸ ὑπόγειον τῶν οἴνων, καὶ οἱ δύο διευθύνθησαν περὶ ὥραν ἑνδεκάτην εἰς τὸ οἴκημα τοῦ Ἀλμπέργου.
Ἦτον εἰς μίαν πάροδον τῆς ὁδοῦ Αἰόλου, πρὸς τὸ ἀνατολικὸν μέρος. Μόλις εἶχον ἀποκοιμηθῆ, φωναὶ καὶ θόρυβος τοὺς ἐξύπνησαν. Ὁ οἰκοδεσπότης τοὺς ἔκρουε τὴν θύραν, μὲ ἀπόφασιν νὰ τὴν σπάσῃ.
― Ξυπνᾶτε!… τρεχᾶτε!… Καιόμαστε!
Μεγάλη φλὸξ τοὺς ἐθάμβωσε, καὶ καπνὸς τοὺς ἔπνιγε. Ἡ οἰκία εἶχε κολλήσει φωτιὰν πρὸς τὴν μίαν γωνίαν, εἰς ἕνα θάλαμον παραπέρα ἀπὸ τὸ χώρισμα τὸ ὁποῖον κατεῖχεν ὁ Ἀντώνιος. Ἦτον μεσάνυκτα περασμένα.
Ὁ Ἰταλὸς ἐφόρεσεν ἐν τάχει ὑποδήματα, περισκελίδα, κ᾿ ἐπανωφόρι ―μόνον τὸ κολάρο μὲ τὸν λαιμοδέτην ἐξεχνοῦσε― κ᾿ ἠθέλησε νὰ τρέξῃ εἰς βοήθειαν. Ὁ Σάββας, ὅστις εἶχε κοιμηθῆ μὲ τὰ φορέματά του, ὡς εἰκός, ὅπως στρατιώτης τοῦ μεταβατικοῦ, ὡσὰν νὰ ἐγνώριζε τὸ μέλλον, ἐστάθη κ᾿ ἐκοίταξε κατὰ τὴν πόρταν, τὸν διάδρομον, καὶ τὴν σκάλαν.
― Τώρα, ἔρκομαι!… Νερὸ ἔκει;… Ἆ, πεκκᾶτο*! Ὅλοι νὰ ντώσουμε βοήτεια, ἔκραζεν ὁ Ἀντώνιος.
― Τρεχᾶτε, γρήγορα! στὴν πόρτα! ἔκραζεν ὁ σπιτονοικοκύρης. Ἐσεῖς, καὶ τὰ πράγματά σας νὰ γλυτώσετε!… Μὴ σᾶς μέλῃ γιὰ τὸ σπίτι!
Καὶ μὲ τὰς χεῖρας ὤθει τὸν Ἀντώνιον πρὸς τὴν σκάλαν, κ᾿ ἐτράβα πρὸς τὰ ἔξω τὴν κασσέλαν τοῦ Ἰταλοῦ, τὴν τράπεζαν μὲ τὰ ἐργαλεῖα, καὶ τὰς σινδόνας του.
Ὁ Σάββας ἐπῆρε τὸ καπέλο του, καὶ ἤδη διευθύνετο πρὸς τὸν διάδρομον καὶ τὴν ἐξώπορταν.
― Σάλβο! Σάλβο! ντόβε βάϊ; ἔκραζεν ὁ Ἰταλός. Ντά-μι οὔνα μάνο. (Ποῦ πᾷς; δός μοι χεῖρα βοηθείας.)
Ὁ σπιτονοικοκύρης ἐπέμενεν ὅτι ἔπρεπε νὰ φύγουν τὸ ταχύτερον. Ἦτον κατὰ Μάρτιον. Ὁ Ἀντώνιος εἶχε προπληρώσει καὶ τὴν τριμηνίαν.
― Τρέξατε!… γρήγορα!… Τὰ πράγματα νὰ γλυτῶστε!
Ὁ Ἀλμπέργος ἐξηκολούθει νὰ φωνάζῃ·
― Μά, Σάλβο!… οὐν πόκο ἀσσιστάντσα. (Ὀλίγην βοήθειαν.)
Καὶ ὁ Ἑβραῖος εἰς ἀπάντησιν·
― Μὰ δὲν ἐκατάλαβες ἀκόμα;… νὸν ἄι καπίτο;… Νὸν [τσ᾽] ἒ ἀσσιστάντσα, μὰ σικουράντσα. (Δὲν ἔχει βοήθειαν, ἔχει ἀσφάλειαν.)
*
* *
Ὣς τόσον, τοῦ ἀγαθοῦ Καταναίου ἐκάησαν τὰ μισὰ ροῦχά του ἀπὸ τὴν πυρκαϊάν, καί τινα μικρὰ ἐργαλεῖα τῆς τέχνης του ἔγιναν ἄφαντα. Ἀργότερα ὁ Ἀλμπέργος ἐξωμολογεῖτο τὸ παράπονόν του εἰς τὸν Λύσανδρον Παπαδιονύσην.
―Ἄ, κόζα βολέτε;… μὰ κουέλλι Ἑμπρέι, νὸν σὶ μάντζα. (Αὐτοὶ οἱ Ἑβραῖοι, δὲν τρώγονται.)
Εἶχε χαλάσει ἡ καρδιά του, καὶ πολὺς παρῆλθε χρόνος ἑωσότου ἀρχίσῃ πάλιν νὰ τὸν χωνεύῃ. Καὶ ποτὲ ὁ Σάλβος δὲν ἀνέκτησε τὴν προτέραν του εὔνοιαν.
Εὐτυχῶς, τὰς ἡμέρας ἐκείνας ὁ Σαββατὶν συνέσφιγξε πολὺ τοὺς φιλικοὺς δεσμούς του μὲ τὸν γέρο-Πούπην τὸν Κερκυραῖον. Οὗτος κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν χρόνον εἶχεν ἐπανακάμψει ἀπὸ ἓν ταξίδι εἰς Σμύρνην, ὅπου εἶχε διατρίψει πολλοὺς μῆνας. Τὸν παλαιὸν καιρὸν εἶχε φθείρει εἰς τὴν Σμύρνην ὅλα τὰ νιᾶτά του. Εἶχε γλεντίσει κόσμον ἐκεῖ, ἀλλ᾿ εἶχεν ὅμως κάμῃ καὶ πολλοὺς καυγάδες κατὰ καιρούς, μὲ Λεβαντίνους, μὲ Ἀρμενίους καὶ μὲ Ἑβραίους… Καμμίαν ἐκ τῶν φυλῶν τούτων δὲν ἐχώνευεν. Ὅλους τοὺς ὠνόμαζε «σκυλιά».
Τώρα, εἰς τὰ γηράματά του, ἐβάστα καλὰ καὶ ἦτον γερὸς ἀκόμη, καίτοι ἑβδομηκοντούτης. Ἐκάλυπτε τὴν μικρὰν καμπούραν του μὲ σάλι σπαλετοειδῶς περὶ τὸν τράχηλον, εἶχε λευκὸν ὑπογένειον, καὶ ἡ ὄψις του ἐμειδία. Ἐφόρει πότε εἶδος κούκκου ἢ κασκέτου εἰς τὴν κεφαλήν, πότε ἡμίψηλον ἢ ρεμπούπλικαν. Συνήλλαζε καθημερινῶς διάφορα σουρτοῦκα, ζακέδες καὶ σακκάκια, καὶ ἡ ἱματιοθήκη του ἦτο πλουσία.
Τὸ τελευταῖον ταξίδι εἰς Σμύρνην, εἰς τὰ 1890, ἰδοὺ πῶς τὸ εἶχε κάμη. Ὁ μπαρμπα-Πούπης εἶχε δύο ἀδελφὰς εἰς τὰς Ἀθήνας, τὴν Νίναν καὶ τὴν Κιάραν. Ἡ πρώτη τούτων ἦτο ἰδιοκτήτρια οἰκιῶν, κατὰ τὴν ὁδὸν Σ… Ὁ Πούπης ἦτον χηρευμένος καὶ ἄτεκνος.
Ἡ Νίνα, ἄτεκνος ἐπίσης, εἶχε σύζυγον τὸν κ. Λακκοπόσταν, γέροντα μὲ ἀξίαν καὶ μὲ θέσιν κοινωνικήν. Οὗτος ἦτον διευθυντὴς ἑνὸς τῶν ἐξαρτημάτων τοῦ Πανεπιστημίου. Ἡ Νίνα ἀπέθανε κατὰ τὸ 1889. Ἦλθαν οἱ φραγκοπαπάδες μετὰ πομπῆς καὶ τὴν ἐσήκωσαν, ἐπῆγε καὶ ὁ μπαρμπα-Πούπης ἐφ᾿ ἁμάξης, μαζί. Ἦτον ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἐπάτει τὸν πόδα εἰς τὸν Δυτικὸν ναόν, ὕστερον ἀπὸ πολλὰ ἔτη.
Ὅταν, μετὰ τὴν κηδείαν, ἀνεγνώσθη ἡ διαθήκη τῆς θανούσης, καὶ εἶδεν ὁ μπαρμπα-Πούπης ὅτι ὅλην τὴν περιουσίαν τὴν ἄφηνε νὰ τὴν νέμηται ὁ σύζυγός της, καὶ ἡ ἀδελφὴ Κιάρα, ἡλικιωμένη, συζῶσα μετά τινος Ἰταλοῦ, μετὰ δὲ τὸν θάνατον τοῦ συζύγου, τὸ καλύτερον ἀπὸ τὰ τρία σπίτια τὸ ἐχάριζεν εἰς τὸν ἰατρόν της, ἕνα ὅλως διόλου ξένον πρὸς αὐτήν, ―ὅστις ἐπὶ δεκαετίαν εἶχεν ἐφαρμόσει ἐπ᾿ αὐτῆς ἓν φάρμακον, τὸ ὁποῖον ἐκαυχᾶτο ὅτι εἶχεν ἐφεύρει κατὰ τῶν νευρικῶν, τῶν στομαχικῶν καὶ νεφριτικῶν ἀλγηδόνων― ὁ μπαρμπα-Πούπης εὐλόγως ἐσκύλιασε. Ἔγινε πῦρ καὶ μανία, ἔβγαζεν ἀφρούς. Ἐν τῇ μανίᾳ του ἠπείλει νὰ φονεύσῃ τὸν ἰατρόν, ἔβγαλε κ᾿ ἕνα μικρόν, γυρτὸν ξυραφάν, καὶ τὸν ἐπέδειξεν… Ἐντούτοις δὲν θὰ ἦτο ἱκανὸς νὰ τὸ κάμῃ. Ὁ ἰατρὸς ἐφοβήθη, παρεπονέθη εἰς τὴν ἀστυνομίαν… καὶ ὁ ἀστυνόμος διέταξε «νὰ τὸν πάρουν μέσα» τὸν μπαρμπα-Πούπην…
*
* *
Ὁ γέρων Πούπης, μετ᾿ ὀλίγας ἡμέρας, ἀπῆλθεν εἰς Σμύρνην… τὸ περισσότερον διὰ νὰ ξεχάσῃ τὴν προσβολήν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη… Ἐγύρισεν ἀπὸ τὴν Σμύρνην, καὶ ἀκόμη δὲν τὴν ἐξέχασεν. Ἀλλ᾿ ἓν τὸν εἶχε
ταπεινώσει· τὸ ὅτι εἶχεν ἐκπέσει πολύ, ἐν τῷ μεταξύ, καὶ μάλιστα οἰκονομικῶς. Ἐνόσῳ ἔζη ἡ ἀδελφή του, ἡ Νίνα, αὕτη τὸν διετήρει, τώρα ὅμως τὸν εἶχον παραμελήσει. Ἡ ἐπιζῶσα ἀδελφή του, ἡ Κιάρα, ἥτις εἶχε κληρονομήσει μέγα μέρος τῆς περιουσίας, τὸν ἀπελάκτιζε καὶ «μονονουχὶ δικράνοις» τὸν ἐξεώθει τῆς οἰκίας. Ὁ οἱονεὶ γαμβρός του, ὁ Ἰταλὸς Γαετᾶνος, μέχρι τινὸς τὰ εἶχε καλὰ μὲ τὸν Πούπην, καὶ μαζὶ ἐκακολόγουν καθημερινῶς τὸν ἄλλον συγγενῆ των, τὸν χῆρον τῆς Νίνας. Ἀκολούθως, τὰ ἐχάλασαν οἱ δύο, καὶ τότε ὁ Πούπης ἐβελτίωσε τὰς σχέσεις του μὲ τὸν γαμβρόν του, τὸν Λακκοπόσταν. Ὕστερον ἡ Κιάρα, θυμωθεῖσα μιᾷ τῶν ἡμερῶν, ἐδίωξε τὸν οἱονεὶ σύζυγόν της, τὸν Γαετᾶνον, καὶ λευκόθριξ ἤδη, ρευματική, ἑξηκοντοῦτις, ἐνυμφεύθη ἕνα νέον καὶ εὔρωστον, +++.
Ὅταν ἡ Κιάρα ἀπεδίωξε τῆς οἰκίας τὸν Ἰταλόν, τότε οὗτος τὰ διώρθωσεν ἐκ νέου μὲ τὸν μπαρμπα-Πούπην. Μαζὶ καὶ οἱ δύο ἤρχισαν νὰ κακολογοῦν τὴν ἀδελφὴν τοῦ Πούπη, τὴν Κιάραν.
Μὲ τὸν γαμβρόν του, τὸν Λ…, ὁ Πούπης τὰ εἶχεν ἀκόμη καλά. Οὗτος, Λεβαντῖνος, κοσμογυρισμένος, μᾶλλον Φράγκος παρὰ Ρωμῃός, ἔζη ὡς πίθηκος τῆς πολυτελείας. Πάσχων ἐκ ρευματισμῶν ἢ ποδάγρας, εὑρίσκετο κλινήρης ἀπὸ πολλῶν μηνῶν. Ἐπὶ τῆς κλίνης ἐξαπλωμένος, φορῶν βελουδίνην ρόμπαν, ἔφερε πέντ᾿-ἓξ δακτυλίδια, βαρεῖαν χρυσῆν καδέναν, ἐγκόλπιον ἢ μεδαλλιόν, κτλ. Ἐνίοτε δοκιμάζων νὰ ἐγερθῇ, ἐφόρει τὴν μαύρην ρεδιγκόταν. Ἔφερε τότε ἐπὶ τῆς κομβιοδόχης του τὰς «ροζέτας» δύο ἢ τριῶν παρασήμων, μὲ τὰ ὁποῖα ἦτον «τιμημένος», ὡς καὶ δύο ἀριστεῖα. Ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ ἐφόρει ἐπάνω του ἐπὶ τῆς κλίνης.
Εἶχε κατηγορηθῆ δι᾿ ἀπιστίαν ἢ κατάχρησιν, κ᾿ ἐπειδὴ ἦτο ἀσθενής, ἐτέλει τὴν προφυλάκισίν του οἴκοι. Δύο χωροφύλακες ἐκ περιτροπῆς ἐφρούρουν τὴν θύραν του. Ἦτο πλήρης πικρίας κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑπηρετήσει. Εἶχε λάβει εἰς μισθούς, συντάξεις, καὶ ἐκτάκτους ἀμοιβὰς ἀπὸ τὸ ταμεῖον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἄνω τῶν διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν. Τὴν βιβλιοθήκην του καὶ μίαν συλλογήν του, πρὶν ἀποθάνῃ, τὰ εἶχε χαρίσει εἰς ἓν Αὐστριακὸν Πανεπιστήμιον.
*
* *
Διωγμένος ἀπὸ τὸ σπίτι πρὸ πολλοῦ ἦτον ὁ μπαρμπα-Πούπης. Τοῦ ἔδιδον κατὰ μῆνα κάτι τι οἱ οἰκεῖοί του, ἀλλὰ δὲν τὸν ἔφθανε διὰ νὰ ζῇ, ἐνίοτε τοῦ ἔστελλον ὅ,τι ἐπερίσσευεν ἐκ τοῦ φαγητοῦ τῆς χθές, κρέατα βοδινά, ψητὰ τοῦ φούρνου, κρύα βραστά, καὶ τὰ τοιαῦτα. Κατόπιν ἠλάττωσαν τὸ χρηματικὸν ἐπίδομα· εἶτα τὸ ἔκοψαν.
Εἰς τὸν Σάλβον, τὸν Ἑβραῖον, μὲ τὸν ὁποῖον τὰ εἶχε καλά, κατ᾿ αὐτὴν τὴν ἐποχήν, ὁ Πούπης, ἔδιδεν ὅ,τι εἶχε διὰ πώλημα, παλαιὰ ἐργαλεῖα, παλαιὰ ἀποφόρια, ἐνδύματα διατηρούμενα ἀκόμη. Διότι ὁ μπαρμπα-Πούπης εἰς
τὴν νεότητά του ἦτον «τσελεπὴς»* πολύ, καὶ εἶχε πλουσίαν ἱματιοθήκην. Ὁ Σαλβατῶρος ἐφρόντιζε νὰ τὰ πωλῇ κ᾿ ἔφερεν εἰς τὸν μπαρμπα-Πούπην τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐξεκοκκάλιαζαν καθήμενοι τὸ βράδυ εἰς τὸ καπηλεῖον τοῦ Καρμάνη, καὶ κουτσοπίνοντες, λίαν εὐαρέστως. Ὁ μπάρμπα-Πούπης ἦτον πλήρης εὐτραπελίας γεροντικῆς. Τὸ ρετσινᾶτο κρασὶ τὸ ὠνόμαζε «σαμπάνια».
Εἰς τὸ παιδὶ τοῦ καπηλείου ἔλεγε:
― Μωρὲ παιδί, φέρε μας δυὸ σαμπάνιες!… Νὰ μπῇς μέσα στὸ βαρέλι, νὰ μᾶς τὸ διαλέξῃς!…
Μαζὶ ἔτρωγαν, μαζὶ ἔπιναν, μὲ τὸν Σάλβον. Ποτὲ δὲν τὰ εἶχαν τόσον καλά… Αἴφνης ἕνα πρωί, κατὰ Μάρτιον μῆνα, ἐνῷ ἐπλησίαζε τὸ Πάσχα, ἔρχεται ἀπὸ τὴν Κέρκυραν εἴδησις, καὶ τὴν ἀνέγραφον ὅλ᾿ αἱ ἐφημερίδες, ὅτι οἱ ἐκεῖ Ἑβραῖοι ἥρπασαν μικρὰν κορασίδα χριστιανήν, καὶ τὴν ἔσφαξαν· τῆς ἔπιαν τὸ αἷμα!…
Ἅμα ἤκουσεν ὁ μπαρμπα-Πούπης τὴν εἴδησιν, ὅτι εἰς τὴν πατρίδα του (ὅπου εἶχε τριάντα χρόνους νὰ πατήσῃ) συνέβη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἔγεινεν ἀμέσως πῦρ καὶ μανία ἐναντίον τῶν Ἑβραίων. Ὤ! νὰ εἶχεν ἕνα Ἑβραῖον νὰ τὸν πνίξῃ!…
Κατὰ συγκυρίαν, ἐκείνην τὴν στιγμήν, εἰσήρχετο εἰς τὸ καπηλεῖον ὁ Σάλβος… Ἰδοὺ εἷς Ἑβραῖος! Καὶ Ἑβραῖος μάλιστα ἐκ Κερκύρας, ἐκεῖθεν ὅπου οἱ ὁμόθρησκοί του ἔπραξαν τὸ ἀνοσιούργημα…
Ὁ μπαρμπα-Πούπης ἐγείρεται, σφίγγει τὰς πυγμὰς ἀπειλητικῶς, πάλλει ταύτας ἄνω καὶ κάτω κυκλοτερῶς, ὡς πρὸς πυγμαχίαν, καὶ ἐφορμᾷ κατὰ τοῦ Σάλβου.
― Μωρὲ σκυλί!…
Καὶ μπούπ! ἡ μία πυγμὴ κατέπεσεν εἰς τὸν ὦμον τοῦ Ἑβραίου.
Ὁ Σάλβος δὲν ἐπρόλαβε νὰ εἴπῃ: «Τί ἔχεις; τί ἔπαθες;» μόνον εἶπεν ὤχ! καὶ ὠπισθοχώρησεν. Ἡ δευτέρα πυγμὴ τοῦ Πούπη θὰ εὕρισκε παρ᾿ ὀλίγον τὸ στέρνον, ἀλλὰ κατέπεσεν εἰς τὸ κενόν. Ὁ Καρμάνης, ὁ κάπηλος, ὁ Λύσανδρος Παπαδιονύσης, ὅστις ἔτυχε νὰ εἶν᾿ ἐκεῖ, καὶ δύο ἄλλοι, παρενέβησαν, καὶ ἀπεμάκρυναν τὸν Σάλβον, ἔξω τοῦ καπηλείου. Ὁ μπαρμπα-Πούπης ἤθελε νὰ τὸν κυνηγήσῃ εἰς τὸν δρόμον, ἀλλὰ μετὰ κόπου τὸν ἐκράτησαν.
*
* *
Πρὸς τὴν ἑσπέραν τῆς αὐτῆς ἡμέρας, ὁ γέρων Κερκυραῖος αἰσθανόμενος τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογηθῇ, ἔλεγε πρὸς τοὺς φίλους του:
― Δὲν ἔχουν πίστη, μωρὲ γυιέ μου· σέντσα φέδε*! Μωρέ, αὐτὸ τὸ σκυλί, πόσα δὲ μοῦ εἶχε φάγει, καὶ πῶς μοῦ μπερδεύει τσοὺ λογαριασμούς; Μιὰ μέρα τοῦ ἔδωκα κάτι νὰ πωλήσῃ, ἐνῶ εἶχα παρμένο κάπαρο, καὶ μοῦ χάλασε τσὴ συμφωνίες. Κ᾿ ὕστερα ὁ μουστερὴς ἦρθε καὶ μοῦ γύρευε ἐμένα τὸ κάπαρο ᾽πίσω!… Ὄρσε, ντούγκουε*!…
―Ἐσεῖς τὰ εἴχατε τόσο καλά, ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ εἷς τῶν παρεστώτων.
―Ἐγὼ νὰ τὰ ἔχω καλὰ μ᾿ αὐτὸ τὸ σκυλί!… Περ λ᾿ ἀμόρε*!
―Ἐτρώγατε κ᾿ ἐπίνατε μαζύ…
― Αὐτοὶ μᾶς τρώγουν τοὺς κόπους μας, καὶ μᾶς πίνουν τὸ αἷμα… Δὲν ἄκουσες ᾽στσοὺ Κορφοὺς τί ἔκαμαν!
― Καὶ τί φταίει αὐτός;… Αὐτὸς δὲν ἦτον ἐκεῖ, γιὰ νὰ ξεύρῃ τί ἔκαμαν οἱ Ἑβραῖοι!
― Αὐτὸς δὲν ἦτον;… Παντοῦ βρίσκονται αὐτοί, κ᾿ εἰς ὅλα εἶναι μέσα… φτάν᾿ ἡ χάρη τους!
*
* *
Τὴν ἐπαύριον ἦλθεν εἴδησις ὅτι ὁ ὄχλος τῆς Κερκύρας εἶχε παρεκτραπῆ εἰς βιαιοπραγίας κατὰ τῶν Ἑβραίων. Τὴν τρίτην ἡμέραν ἡ ὀχλαγωγία εἶχε φθάσει εἰς βαθμὸν λίαν ἐπίφοβον. Τὴν ἄλλην ἡμέραν αἱ εἰδήσεις ἔλεγον ὅτι ἐνεργεῖται ἀνάκρισις ἰσχυρά. Τὴν ἑπομένην, ὅτι ἐξητάσθη τὸ πτῶμα τῆς σφαγείσης κόρης, καὶ εὑρέθη ὅτι ὅλον τὸ αἷμά της εἶχε ροφηθῆ δι᾿ ἀλλοκότου μεθόδου, δι᾿ ἀπειραρίθμων ἐντομῶν καὶ κοπίδων.
Τὴν ἐπιοῦσαν αἱ εἰδήσεις ἔφερον ὅτι συνελήφθησαν τινές, ὡς ὕποπτοι, ὅτι ἡ ἐξουσία μετὰ μεγάλης δυσκολίας κρατεῖ τὴν τάξιν… Ὕστερον ἤρχισαν ν᾿ ἀναγράφωνται συγκεχυμένα καὶ ἀντιφατικὰ πράγματα… Ὅτι ἡ νεκρὰ κόρη εὑρέθη ἐφθαρμένη, ὅτι ὁ θάνατός της δὲν προῆλθεν ἐκ σφαγῆς, οὔτε εἶχεν ἐκμυζηθῆ τὸ αἷμα της… Τέλος, ὅτι ἡ κόρη δὲν ἦτον χριστιανή, ἀλλ᾿ Ἑβραία…
Τὴν ἰδίαν ἡμέραν, καθ᾿ ἣν ἀνεγράφετο εἰς τὸν τύπον ἡ τελευταία αὕτη πληροφορία, ὁ Λύσανδρος Παπαδιονύσης συναντᾷ τὸν Σάλβον, ὅστις ἐφοβεῖτο πλέον νὰ συχνάζῃ εἰς τὸ καπηλεῖον τοῦ Καρμάνη ―ἐπειδὴ ὁ μπαρμπα-Πούπης θὰ ἔσφιγγε πάλιν τοὺς γρόνθους, ἂν τὸν ἔβλεπε―· τὸν συνήντησεν εἰς ἓν μικρὸν καφενεῖον εἰς τὸ ἄκρον τῆς αὐτῆς ὁδοῦ. Ὁ Σάλβος, ὅστις ἐκάθητο ἐκεῖ, εἶδε τὸν Λύσανδρον διερχόμενον, ἐσηκώθη, καὶ τὸν ἔκραξε.
― Τί γίνεσαι, βρὲ ψυχή;
Ὁ Σάλβος ἀπήντησε μὲ τὴν ἔννοιαν, ὄχι ὅτι ἐφοβεῖτο, ἀλλὰ νά, διὰ νὰ μὴ δίδῃ ἀφορμὴν καὶ γίνεται σκάνδαλον, καὶ θόρυβος, δίδει τόπον τῇ ὀργῇ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐξαναφάνη αὐτὰς τὰς ἡμέρας εἰς τοῦ Καρμάνη. Ὁ Λύσανδρος τὸν ἐκοίταξε καλὰ-καλά. Τοῦ ἐφάνη ὅτι τὸ πρόσωπον τοῦ Ἰσραηλίτου ἔφερε διπλῆν ἔκφρασιν, εἶχε δύο ὄψεις σχεδὸν μαχομένας πρὸς ἀλλήλας. Ἐφαίνετο καὶ εὐχαριστημένος καὶ λυπημένος. Τὰ ὄμματά του συννεφῆ ὑπὸ τὰς ὀφρῦς καὶ περὶ τὰ βλέφαρα, εἶχον ὑγρόν τι καὶ συννεφῶδες, ἐνῶ τὸ στόμα του σχεδὸν ἐμειδία μετὰ πρᾳότητος.
Ὁ Σάλβος ἤρχισε νὰ τοῦ λέγῃ·
― Εἶδες;… τί σοῦ ἔλεγα ἐγώ;… Δὲν σοῦ εἶχα εἰπεῖ ἄλλοτε ὅτι οἱ Ἑβραῖοι δὲν τὸ κάμνουν αὐτό, ποὺ τοὺς κατηγοροῦν… θυμᾶσαι τί σοῦ διηγούμην;
Ὁ Λύσανδρος ἔμεινε σύννους, προσπαθῶν ν᾿ ἀναπολήσῃ.
― Δὲν σοῦ ἔλεγα ὅτι ἡ μητέρα μου μιὰ φορά, ηὗρε ἕνα παιδὶ χριστιανόπαιδο, πεταμένο στὸ δρόμο;…
― Ποῦ;
― Στὴν Κέρκυρα.
―Ἔ;
― Καὶ ἀμέσως τὸ ἐπῆρε, καὶ τὸ παρέδωκε στὴ δημαρχία γιὰ νὰ τὸ στείλουν στὸ βρεφοκομεῖο, ἢ νὰ τὸ δώσουν σὲ παραμάννα;… Ἂν ἦτον ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ τοὺς κατηγοροῦν, τοὺς Ἑβραίους, ἡ μητέρα μου δὲν θὰ παρέδιδε τὸ παιδὶ ἐκεῖνο στὴ δημαρχία, ἀλλὰ…
Ὁ Λύσανδρος ἐνθυμήθη τότε ὅτι, πρὸ πολλοῦ καιροῦ, ἴσως πρὸ δύο ἐτῶν ἢ τριῶν, εἶχε γίνει πράγματι ἡ ὁμιλία αὐτὴ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Σάλβου. Ἀλλ᾿ ἐνθυμήθη ἐπίσης καὶ ποίαν ἀπάντησιν εἶχε δώσει τότε αὐτὸς εἰς τὸν Σάλβον. Εἶχεν ἀποκριθῆ ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι τεκμήριον, καὶ τοῦ εἶχεν ἀναπτύξει πῶς δὲν εἶναι.
― Τί θὰ πῇ; εἶχεν ἐρωτήσει ὁ Σάββας.
― Τεκμήριον θὰ πῇ, δὲν εἶναι βεβαία καὶ ἀσφαλὴς ἀπόδειξις, ποὺ νὰ μὴν ἀφήνῃ ἀμφιβολίαν… Διότι μένουν πολλὰ τὰ κενά, καὶ ἐνδοιασμοί, καὶ ἀντιρρήσεις.
― Ντούγκουε*, +++· δὲν καταλαβαίνω…
― Nά, διὰ νὰ καταλάβῃς· δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ μητέρα σου εὗρεν ἕνα χριστιανόπαιδο πεταμένο, κ᾿ ἔσπευσε νὰ τὸ παραδώσῃ εἰς τὴν δημαρχίαν· καὶ εἶναι πολὺ ἀξιέπαινος, διότι τὸ ἔκαμε… Πλὴν αὐτὸ τὸ ἔθιμον τῆς σφαγῆς χριστιανοπαίδων παρ᾿ Ἑβραίοις, ἂν ἀληθεύῃ ―ἐγώ, ὅπως σοῦ εἶπα δὲν πιστεύω ποτὲ ν᾿ ἀληθεύη, καὶ τοῦτο χάριν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ― ἂν ἠλήθευε, θέλω νὰ εἴπω, πρῶτον δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζῃ πῶς γίνεται καὶ πότε γίνεται ὅλος ὁ Ἑβραϊκὸς λαός, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδία, δεύτερον, ἂν ἐγίνετο, θὰ ἐγίνετο, ὅπως λέγει ἡ πρόληψις ἢ ἡ φήμη, ἢ τέλος πάντων ὁ θρῦλος, ὁ μῦθος αὐτός, περὶ τὰς ἡμέρας τοῦ Πάσχα, καὶ τοῦτο, κατ᾿ ἐντολήν, καὶ διὰ κλήρου, ἢ ὅπως ἄλλως· καὶ προσέτι, ὄχι συχνά, ἀλλ᾿ εἰς τακτὰς ἐποχάς· καί, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει, μία Ἑβραία ἥτις θὰ εὕρισκε ἕνα χριστιανόπαιδον ἐκτεθειμένον εἰς τὸν δρόμον καὶ θὰ τὸ παρέδιδεν εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς χριστιανικῆς κοινότητος, θ᾿ ἀπετέλει, τὸ γεγονὸς αὐτό, βεβαίαν ἀπόδειξιν· ἠδύνατο μάλιστα νὰ εἶναι ἁπλῶς «στάκτη στὰ μάτια». Θὰ εἴπῃς ὅτι ὑπάρχει ἄρα κακοβουλία ἐκ μέρους τινός, ὅστις θ᾿ ἀνέλυεν οὕτω τὸ πρᾶγμα. Δυστυχῶς ἡ φήμη αὕτη, ὁ θρῦλος ἢ λαϊκὴ πίστις αὐτή, ὑπάρχει, μεταδιδομένη ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν μεταξὺ τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν, καὶ ὁ ἐπιχειρῶν ἢ ἀναλύων ἢ ὁ συλλογιζόμενος οὕτω καὶ ζητῶν βεβαίαν ἀπόδειξιν, εὑρίσκεται εἰς τὴν δυσχερῆ ταύτην θέσιν, ἀκριβῶς διότι εἶναι ἀμερόληπτος· καθότι, ὅπως εἶπα, ὁ θρῦλος ὑπάρχει, δὲν τὸν ἔπλασα ἐγὼ οὔτε σὺ ἢ ἄλλος. Καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν δυσχερῆ ταύτην θέσιν ἀκριβῶς διότι ἐπιθυμεῖ νὰ εὕρῃ βεβαίαν ἀπόδειξιν, νὰ πεισθῇ ὅτι τὸ πρᾶγμα αὐτὸ εἶναι μῦθος. Πρὸς τὸ παρόν, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, μόνον ****.
― Δι᾿ αὐτὸ σοῦ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ἀνόσιον αὐτὸ ἔθιμον, τὸ ἀποδιδόμενον εἰς τοὺς Ἑβραίους, εἶναι μῦθος ― καὶ εἴθε νὰ εἶναι μῦθος.
Λοιπόν…
― Λοιπόν; εἶπε καὶ ὁ Λύσανδρος.
― Λοιπόν, ἐπανέλαβεν ὁ Ἰσραηλίτης, τί σοῦ ἔλεγα… Ὄχι μόνον αὐτὴ ἡ μικρὴ κόρη, τὴν ὁποίαν ηὗραν σκοτωμένην εἰς τὴν Κέρκυραν δὲν εἶχε σφαγῆ ἀπὸ Ἑβραίους διὰ νὰ τῆς πάρουν τὸ αἷμα, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ κόρη δὲν ἦτον χριστιανή.
―Ἀλλὰ τί ἦτον; ὑπέλαβεν ὁ Λύσανδρος· ἀληθεύει λοιπὸν ὅτι ἦτον Ἑβραιοπούλα;
― Ναί, ἦτον Ἑβραιοπούλα, καὶ τὴν εἶχαν σκοτώσει χριστιανοί, ἀπήντησε μετὰ πάθους ὁ Σάλβος, ὄχι διὰ χριστιανικοὺς σκοποὺς, βέβαια, προσέθηκε μὲ πικρὰν ἔκφρασιν.
― Τί θέλεις νὰ πῇς;
― Ναί, ἦτον ἡ Ρουμπίνα, ἡ ἀνηψιά μου, τὸ πουλάκι μου, εἶπεν αἴφνης ὁ Σάλβος… τὴν εἶχαν βιάσει καὶ τὴν ἐσκότωσαν, ποὺ νὰ κρεμασθοῦν ἀνάποδα!…
*
* *
Καὶ ἡ φωνή του ἐπνίγη ἀπὸ τὰ δάκρυά του, ἔβγαλε τὸ μανδῆλι ἀπὸ τὴν τσέπην του, καὶ ἤρχισε νὰ σπογγίζῃ τὰς παρειάς του. Ὁ Λύσανδρος ἐστάθη ἐπί τινα δευτερόλεπτα, ἐν ἄκρᾳ ἀπορίᾳ καὶ ἀμηχανίᾳ. Δὲν ἤξευρε τί νὰ
σκεφθῇ. Καὶ ἐν ἀκαρεῖ, πλεῖσται ἀντιφατικαὶ ἰδέαι, ἀσυνάρτητοι, συγκρουόμεναι, μαχόμεναι πρὸς ἀλλήλας, συνέρρευσαν εἰς τὸν ἐγκέφαλόν του.
«Τί νὰ πιστεύσῃ κανείς; Προχθὲς ἀκόμη ἦτον Ρωμῃοπούλα, σφαγεῖσα καὶ αἱμορροφηθεῖσα ἀπὸ Ἑβραίους, καὶ σήμερον εἶναι Ἑβραιοπούλα, βιασθεῖσα καὶ φονευθεῖσα ἀπὸ Ρωμῃούς… Πῶς τόση τύφλωσις!… Πόθεν τόση ἀντίφασις;… Ἀπὸ κακίαν ἐπιστεύθη τὸ πρῶτον, ἢ ἀπὸ κακὴν ἐπίδρασιν ἀπεδείχθη τὸ δεύτερον; Ἡ ἀνάκρισις φωτίζει τὰ σκοτεινά, ἢ σκοτίζει τὰ φωτεινά;… Οἱ Ἑβραῖοι προσκυνοῦν τὸν Ἰεχωβὰ καὶ τὸν Χρυσοῦν Μόσχον, ἢ οἱ Χριστιανοὶ δουλεύουν Θεὸν καὶ Μαμωνᾶν; Τί νὰ εἶναι;.. Τί νὰ συμβαίνῃ;… Δὲν ἐδόθη εἰς τοὺς ἀμυήτους νὰ τὰ γνωρίζουν αὐτά… Ποτὲ δὲν θὰ μάθωμεν τὴν ἀλήθειαν.»
Ἐντοσούτῳ τὰ δάκρυα τοῦ Σάλβου ἦσαν δάκρυα. Δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις ἂν ἦσαν φώκης ἢ κροκοδείλου, πλὴν ὁπωσδήποτε ἦσαν δάκρυα. Ὁ Λύσανδρος ἐστάθη, τὸν ἐκοίταξε καὶ πάλιν ἐν συμπεράσματι καθ᾿ ἑαυτὸν εἶπε:
«Μήπως οἱ Ἑβραῖοι δὲν εἶναι ἄνθρωποι; Ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς κλαίει… Βεβαίως, πρέπει νὰ ὑπῆρξε κακὴ
(Ἀνολοκλήρωτο)1910
(1912)
* Μεγάλο μέρος τοῦ διηγήματος ―ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὴ φράση «εἶχε
γλεντίσει κόσμον ἐκεῖ» ― παρουσιάζει σημαντικὲς ἀποκλίσεις ἀπὸ τὸ
ἀντίστοιχο κείμενο τῆς ἔκδοσης Δόμου. Γιὰ τὴ διαφορὰ αὐτὴ δὲς τὸ
μελέτημα Λ. Τριανταφυλλοπούλου – Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου «“Ὁ Ἀντίκτυπος
τοῦ νοῦ”. Συμβολὴ στὴ μελέτη τῆς παράδοσης τοῦ παπαδιαμαντικοῦ
κειμένου», Νέα Ἑστία, τεῦχ. 1744, Ἀπρίλιος 2002.
Νοέ 20 2022
Ερωτόκριτος, Β. Κορνάρος [Γ. 891-936. Διάλογος ρήγα Ηράκλη και Πεζόστρατου], Άσκηση Δημιουργικής γραφής, Γιάννης Μ.
![]() |
| Πίνακας: Μέντης Μποσταντζόγλου-Μποστ |
Άσκηση:
Ερωτόκριτος ακολουθεί κρυφά τον πατέρα του στο παλάτι και ακούει τον διάλογό
του με τον Βασιλιά. Στο τέλος της ομιλίας του Ηράκλη, εμφανίζεται και
απευθύνεται με θάρρος και ευγένεια στο βασιλιά, εκφράζοντας τις δικές του
απόψεις και επιθυμίες. Να γράψετε την ομιλία του.
Εδώ το κείμενο
Ερωτόκριτος
« Για ποιο λόγο, Βασιλιά μου,
φέρεσαι τόσο άσχημα στον πατέρα μου,
ενώ εκείνος σου μιλεί με τόσο ωραίο τρόπο
Και σου παραθέτει επιχειρήματα;
Είμαι ένας νέος που ξεχωρίζει για το ήθος και την ανδρεία του
και βάζω πάνω απ΄όλα την αρετή και τη γνώση.
Αυτά έχουν σημασία στη ζωή.
Εσύ γιατί με ξεχωρίζεις;
Νομίζεις ότι η κόρη σου θα γίνει ευτυχισμένη
μόνο με πλούτη και
θησαυρούς;
Η ευτυχία δεν έρχεται μ΄αυτά.
Σκέφου το καλά, λοιπόν, αν αγαπάς την κόρη σου
και μην οργίζεσαι
γιατί όλοι είμαστε ίσοι
και κανείς δεν είναι ανώτερος.»
Νοέ 20 2022
Ερωτόκριτος, Β. Κορνάρος [Γ. 891-936. Διάλογος ρήγα Ηράκλη και Πεζόστρατου], Άσκηση Δημιουργικής γραφής, Φαίδρα Λ.
Άσκηση: Ο
Ερωτόκριτος ακολουθεί κρυφά τον πατέρα του στο παλάτι και ακούει τον διάλογό
του με τον Βασιλιά. Στο τέλος της ομιλίας του Ηράκλη, εμφανίζεται και
απευθύνεται με θάρρος και ευγένεια στο βασιλιά, εκφράζοντας τις δικές του
απόψεις και επιθυμίες. Να γράψετε την ομιλία του.
Εδώ το κείμενο
Ερωτόκριτος
«Βασιλιά μου, πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι
είτε φτωχοί είτε πλούσιοι
έχουν το δικαίωμα να βρουν έναν άνθρωπο που θα αγαπήσουν
και θα αγαπηθούν αληθινά από αυτόν.
Μπορεί να μην έχω πλούτη και στέμμα
αλλά διαθέτω φρόνηση, θάρρος, ανδρεία.
Μπορώ να της προσφέρω σεβασμό, αγάπη
και την υπόσχεση ότι θα βρίσκομαι πάντα κοντά της.
Ο πατέρας μου παραμέρισε τις ιδέες του
κι έβαλε σε κίδυνο τη ζωή του,
για να μεσολαβήσει.
Όλα αυτά τα τόλμησε από αγάπη προς εμένα.
Το ίδιο θα έπρεπε να κάνετε και εσείς.
Θα έπρεπε να σας ενδιαφέρει
η ευτυχία του παιδιού σας πάνω απ΄όλα.
Έχει το δικαίωμα να επιλέξει η ίδια
για το μέλλον της και τη ζωή της.
Νοέ 20 2022
Ερωτόκριτος, Β. Κορνάρος [Γ. 891-936. Διάλογος ρήγα Ηράκλη και Πεζόστρατου], Άσκηση Δημιουργικής γραφής, Νικόλας Φ.
![]() |
| Γιώργος Γούσης (εικονογράφηση), από το graphic novel ” Ερωτόκριτος”των Δημοσθένη Παπαμάρκου και Γιάννη Ράγκου |
Άσκηση: Ο
Ερωτόκριτος ακολουθεί κρυφά τον πατέρα του στο παλάτι και ακούει τον διάλογό
του με τον Βασιλιά. Στο τέλος της ομιλίας του Ηράκλη, εμφανίζεται και
απευθύνεται με θάρρος και ευγένεια στο βασιλιά, εκφράζοντας τις δικές του
απόψεις και επιθυμίες. Να γράψετε την ομιλία του.
Εδώ το κείμενο
Ποιητής
Ευθύς αμέσως φάνηκε ο Ερωτόκριτος. Βρήκε τον ρήγα,
Λέγει του:
Ερωτόκριτος
«Τα σέβη μου, βασιλιά μου!
Είμαι εδώ, για να σας πω και εγώ για την Αρετούσα.
Το ξέρω ότι αηδιάζετε στη σκέψη ενός τέτοιου γάμου
Και πως με απεχθάνεστε για την αυθάδειά μου.Όμως
Δεν θα ήταν καλύτερος για την Αρετούσα ένας γάμος,
Που θα δέχεται κάθε μέρα αγάπη και σεβασμό
Και αφοσίωση μέχρι τα βαθιά γεράματα
από την καταδίκη ενός γάμου που δεν θα τον θέλει,
απλώς για να
φοράει κοσμήματα φανταχτερά;
Υπόσχομαι να της δώσω αγάπη και φροντίδα
Μέχρι να βρεθώ κάτω απ΄το χώμα.
Ξέρω ότι θα την κάνω ευτυχισμένη, όπως κι αυτή κάνει
εμένα.
Αντιλαμβάνομαι ότι με θεωρείτε κατώτερο
των απαιτήσεων και των προσδοκιών σας,
αλλά στην πραγματικότητα είμαι ο πιο άξιος.
Όχι όμως λόγω χρημάτων, αλλά λόγω φρόνησης και ανδρείας.
Μπορεί να θεωρείτε αυτόν τον γάμο αισχρό,
Αλλά κάθε ζευγάρι που αγαπιέται
Νιώθει καταδικασμλένο, όταν δεν καταλήγει μαζί.
Πάρτε παράδειγμα τη Θλίσβη και τον Πύραμο.
Αγαπιούνταν αληθινά, αλλά καθώς δεν μπορούσαν να είναι
μαζί
εξαιτίας της κοινωνίας αυτοκτόνησαν.
Αυτό που ζητώ είναι να δείτε ότι αυτός ο γάμος δεν είναι
καταστροφικός
Αλλά ο πιο μεγαλειώδης λόγω της αγάπης.»
Νίκος Φ. Γ2 Γυμνάσιο Πετρούπολης












