Ορέστης, Γιάννης Ρίτσος

William Henry Margetson


Ακόμη και τ’ ανθοδοχεία του σπιτιού λες κι αντιτάσσουν στους ολολυγμούς της
μια κίνηση επιείκειας λίγων ευαίσθητων τριαντάφυλλων
με χάρη τοποθετημένων απ’ το χέρι της μητέρας
εκεί, στη σκαλιστή κονσόλα, μπροστά στο μεγάλο, πατρογονικό καθρέφτη,
σ’ ένα φέγγος διπλό, από ανταύγεια σ’ ανταύγεια, υδάτινο, — το αναθυμάμαι

από τα παιδικά μου χρόνια —αυτό μου μένει ασκίαστο—
υδάτινο φέγγος, λεπταίσθητο, ουδέτερο —μια αοριστία—
το άχρονο, το αναμάρτητο, — κάτι απαλό κι εξαίσιο
όπως το χνούδι στο λαιμό των κοριτσιών είτε στα χείλη των έφηβων,
όπως η μυρωδιά ενός σώματος φρεσκοπλυμένου στα σεντόνια
τα δροσερά θερμασμένα απ’ το χνότο μιας νύχτας θερινής, γεμάτης άστρα.

(απόσπασμα)  Γιάννης Ρίτσος Ποιήματα ΣΤ΄: Τέταρτη διάσταση (1956–1972). εκδ. Κέδρος.

 

Το σημειωματάριο, Αζίζ Νεσίν

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ

ΒΡΗΚΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ, κάτω απ’ το τραπέζι, ένα σημειωματάριο. Ρώτησα τους σπιτικούς μην ήταν δικό τους. Δεν ανήκε σε κανέναν. Ήταν ένα όμορφο και κομψό σημειωματάριο με μπλε εξώφυλλο και χρυσά γράμματα. Άρχισα να το ξεφυλλίζω, για να καταλάβω ποιανού ήταν. Ξαφνιάστηκα κιόλας απ’ το κοίταγμα της πρώτης σελίδας. Ήταν γραμμένο τ’ όνομα ενός υψηλού προσώπου, η διεύθυνση του σπιτιού του, ο αριθμός τηλεφώνου. Γύρισα τη δεύτερη σελίδα, κι εκεί, το ένα κάτω από το άλλο, τα ονόματα τριών προσωπικοτήτων, με τη διεύθυνση του σπιτιού τους και τον αριθμό του τηλεφώνου. Όσο γύριζα τις σελίδες, τόσο μεγάλωνε και η έκπληξή μου. Το σημειωματάριο ήταν γεμάτο με τις διευθύνσεις γνωστών ανωτέρων κυβερνητικών υπαλλήλων, οικονομολόγων και άλλων. Ο κατώτερος βαθμός της κρατικής ιεραρχίας, ανάμεσά τους, ήταν ο βαθμός του Γενικού Διευθυντή… Πρόσεξα και κάτι άλλο: στο σημειωματάριο αυτό, ήταν καταχωρισμένα τα ονόματα των πιο δυναμικών πολιτικών του τόπου μας.

Όποιος και να ‘ταν στη θέση μου, θα δοκίμαζε την ίδια μ’ εμένα αμηχανία. Το σημειωματάριο αυτό με τις διευθύνσεις σημαινόντων προσώπων μοιάζει σαν μπόμπα έτοιμη να σκάσει. Το δίχως άλλο θα το άφησε σπίτι μου κρυφά κάποιος εχθρός μου. Με κυρίεψε ένας ανεξήγητος φόβος. Μπορεί να χτυπήσει ξαφνικά η πόρτα, να χυμήξουν μέσα χαφιέδες και να μου πουν:

-Βγάλε το σημειωματάριο!

Εγώ τρέμοντας θα ρωτήσω:

– Τι σημειωματάριο ζητάτε;

Θα ψάξουν το δωμάτιό μου. Θα βρουν το σημειωματάριο κάτω απ’ το τραπέζι, λες και το βάλανε εκεί οι ίδιοι, με τα χέρια τους.

Ξέρω πολύ καλά αυτό που θα συμβεί. Ο παλιάνθρωπος που άφησε ξεπίτηδες σπίτι μου αυτό το σημειωματάριο, θα ειδοποίησε κιόλας την αστυνομία. Φως φανάρι πως έπεσα σε μεγάλη παγίδα…

Όταν θα βρουν το σημειωματάριο οι αστυνομικοί θ’ αρχίσουν να λένε:

— Ομολόγησε!… Βαστάς μητρώο κι έγραψες σ’ αυτό το σημειωματάριο τα ονόματα τόσων υψηλών προσώπων; Για να κάνεις εκβιασμούς, ε; Ίσως και καμιά δολοφονία;

Αμάν, Γιαραμπή μου!… Τι να τους πω; Σάμπως θα με πιστέψουν;

Πρέπει αμέσως να το κάψω το σημειωματάριο και τη στάχτη του να τη σκορπίσω στους τέσσερις ανέμους. Ποιος άτιμος να μου σκάρωσε αυτή τη δουλειά;

Είχαν έρθει το βράδυ τρεις φίλοι μου στο σπίτι. Αδύνατο να κάνουν αυτοί τέτοιο πράγμα. Ο ένας είναι υφηγητής στο Πανεπιστήμιο, ο άλλος βιβλιοθηκάριος και ο τρίτος φιλόλογος…

Την ώρα που ήμουνα έτοιμος να κάψω το σημειωματάριο στο μπάνιο, χτύπησε η πόρτα. Ήταν ο φίλος μου ο Χαλίτ, βιβλιοθηκάριος του Πανεπιστημίου, που ‘χε έρθει και χτες το βράδυ. Ήταν κι αυτός ανήσυχος σαν κι εμένα.

— Τι έχεις; μου λέει, σε βλέπω πολύ ωχρό.

Τον ρωτάω κι εγώ:

— Τι χάλια είναι αυτά, πώς είσαι έτσι;

— Αμάν, μήπως μου ‘πεσε χτες το βράδυ κανένα σημειωματάριο;

Του το ‘δειξα:

—Μήπως είναι αυτό;

Το άρπαξε απ’ το χέρι μου.

— Αμάν, αυτό είναι… Δεν μπορώ να σου εξηγήσω πόσο στενοχωρήθηκα, νομίζοντας ότι τό ‘χασα…

Τον έπιασα αγκαζέ και τον οδήγησα στο δωμάτιο όπου έχω το γραφείο μου.

— Πήγα να πεθάνω από το φόβο μου, του είπα. Πες μου τώρα την αλήθεια, τι τις θέλεις τις διευθύνσεις τόσων προσωπικοτήτων; Αυτή τη φορά απόρησε ο φίλος μου:

— Δεν έχεις εσύ τέτοιο σημειωματάριο με διευθύνσεις;

— Όοοχι…

— Αμάν, φρόντισε να κάνεις ένα τέτοιο και να το ‘χεις στην τσέπη σου. Κάτσε να σου εξηγήσω, γιατί έγραψα στο σημειωματάριο αυτές τις διευθύνσεις. Μ’ έπιασε η μανία να μαζεύω πένες. Μερικές τις αγόρασα, μερικές μου τις χάρισαν. Έφτασα να ‘χω στις τσέπες μου δέκα, δεκαπέντε τέτοιες πένες. Είχα πάει στο ξενοδοχείο να δω ένα Γερμανό φίλο μου ποιητή, που είχε έρθει από τη Γερμανία. Σαν έμαθε ότι κάνω συλλογή από πένες, μου χάρισε κι αυτός μία. Μόλις βγήκα απ’ το ξενοδοχείο, δεν άντεξα στον πειρασμό, κι όταν έστριψα στη γωνιά, είπα να εξετάσω την πένα. Ξέρεις, πάντα κουβαλάω στην τσέπη μου λούπα. Κοίταξα με τη λούπα την άκρη της πένας. Μου φάνηκε πως ήταν χοντρή η μύτη. Έγραψα τυχαία δυο λέξεις στο σημειωματάριο. Δυο λέξεις που ήρθαν στο νου μου εκείνη τη στιγμή: «Λεπτή και κομψή». Για να ξύνω τις μύτες από τις πένες έχω μαζί μου πάντα ένα πολύ λεπτό σμυριδόχαρτο σαν κι αυτά που έχουν οι χρυσοχόοι. Πήρα τη λούπα στο χέρι μου κι ενώ εξέταζα άλλη μια φορά τη μύτη της πένας, δυο χέρια με άρπαξαν απ’ τους ώμους:

— Τι κάνεις εκεί;

— Εγώ; Τίποτα… Να, εξετάζω την πένα.

— Χι χι χίιι… Πένα ε; Τι δουλειά κάνεις;

— Εγώ, στο Πανεπιστήμιο…

Δεν πρόλαβα να τελειώσω την κουβέντα μου, και:

— Λοιπόν, καθηγητής ε… Βάι τον καθηγητή, βάι…

Ο ένας απ’ αυτούς, μ’ έσπρωξε με τον αγκώνα του στο αριστερό πλευρό μου λέγοντας:

— Προχώρα να δούμε.

— Αμάν, μπέηδες… Κάποιο λάθος θα κάνετε…

— Περπάτααα… βρέεε…

Άρχισα να περπατάω, μόλις έφαγα σπρωξιά και στο δεξί μου πλευρό. Αν σε βαστάει, μην περπατάς… Πήγαμε στο καρακόλι. Με ρίξανε σε μια κάμαρα. Περίμενα, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση… Ύστερα από κάμποση ώρα φάνηκε ένας:

— Γονάτισε! μου λέει.

— Δεν γονατίζω…

— Α, ώστε έτσι ε; Βάι, τον καθηγητή, βάι… Βγάλε ό,τι έχεις επάνω σου… Έβγαλα ό,τι είχα επάνω μου και τ’ ακούμπησα στο τραπέζι˙ δεκατέσσερις πένες, δύο βιβλία, ένα σημειωματάριο, μια λούπα, και δύο φύλλα σμυριδόχαρτο…

Έδειξε τις πένες:

— Τι είναι αυτά;

— Πένες…

— Χι χι χίιι… Πένες έ; Βάι τον καθηγητή, βάι… Δεν ήμουνα σε θέση να πω ότι δεν είμαι καθηγητής αλλά βιβλιοθηκάριος στο Πανεπιστήμιο. Πήρε στο χέρι του τη λούπα:

— Αυτό τι είναι;

— Λούπα…

— Λούπα έ; Βάι τον καθηγητή, βάι…

Ήρθαν άλλοι τρεις. Όλοι μαζί άρχισαν να με ανακρίνουν. Ένας πήρε το σμυριδόχαρτο:

— Τι είναι αυτό;

— Σμυριδόχαρτο.

— Βρε τι λογής σμυριδόχαρτο είναι αυτό. Δεν έχει ίχνος σμυρίγδι. Ποιανού τα πουλάς αυτά;

— Είναι ψιλό σμυριδόχαρτο, απ’ αυτό που χρησιμοποιούν οι χρυσοχόοι…

— Χι χι, χίιι. Ψιλό σμυριδόχαρτο ε; Βάι, τον καθηγητή, βάι… Μου ‘δωσε και μια σπρωξιά με τον ώμο του. Βλέπω ότι θα ‘χω άσχημα ξεμπερ­δέματα.

— Μπέηδες μου, τους λέω, κάποιο λάθος θά ‘χει γίνει… Δεν ξέρω για ποια αιτία με φέρατε εδώ, όμως εμένα με ξέρουνε όλοι οι δημοσιογράφοι και οι πανεπιστημιακοί. Δεν είμαι εγώ για τέτοιες ανακρίσεις.

Αυτός που σκάλιζε το σημειωματάριο με μάλωσε, λέγοντας «Σσστ!» Ύστερα λάμψανε μεμιάς τα μάτια του. Έδειξε τις λέξεις που είχα σημειώσει πριν από λίγη ώρα, για να δοκιμάσω την πένα.

— Τι γράφει εδώ;

— Λεπτή και κομψή…

— Λεπτή και κομψή, ε;

— Ναι, λεπτή και κομψή…

— Και τι σημαίνει αυτό;

— Τίποτα δε σημαίνει…

— Τότε γιατί το ‘γραψες;

— Να, δοκίμαζα τη μύτη της πένας και…

— Α, ώστε έτσι… Καλά, δε βρήκες τίποτε άλλο να γράψεις κι έγραψες αυτό;

Η αλήθεια είναι πως δεν το είχα σκεφθεί καθόλου…

—Δεν ξέρω, αυτό ήρθε στο νου μου, αυτό έγραψα…

—Χι χι χίιι… Λεπτή και κομψή, ε; Τώρα θα σου δείξω εγώ…

— Αυτό θυμήθηκες, ε; Γιατί δεν ήρθε στο νου σου τίποτε άλλο;

Ο ένας απ’ αυτούς πήγε κοντά στη δακτυλογράφο. Άρχισε να υπαγορεύει τα πρακτικά. Μ’ έπιασε ένας φόβος… Μήπως αυτό που είχα γράψει τυχαία, «λεπτή και κομψή», ήταν κρυπτογράφημα κανενός δικτύου κατασκοπείας; Δεκατέσσερις πένες, το σημειωματάριο, η λούπα, δύο βιβλία, το σμυριδόχαρτο του χρυσοχόου, το «λεπτή και κομψή». ‘Όποιος και να ‘ναι θα υποψιαστεί. Δεν ήξερα τι να κάνω. Όλα αυτά τα κατέγραψε ένας και κάποιος άλλος όλο και σκάλιζε το σημειωματάριο. Για όλα αυτά τα αντικείμενα που είχαν βρεθεί πάνω μου, μπορούσα να δικαιολογηθώ. Όμως εκείνο το «λεπτή και κομψή», πώς θα το δικαιολογούσα; Πού στο διάολο ήρθαν αυτές οι λέξεις στην άκρια της πένας μου; Δεν ήταν να γράψω τίποτε άλλο;

Αυτός που σκάλιζε το σημειωματάριο στάθηκε ξαφνικά σε μια σελίδα. Ύστερα έδειξε εκείνη τη σελίδα στους άλλους. Κάτι ψιθύρισαν μεταξύ τους. Ξαφνικά άλλαξαν στάση απέναντί μου. Αυτός που σκάλιζε το σημειωματάριο μου έδειξε μια διεύθυνση που ήταν γραμμένη εκεί:

— Με συγχωρείτε, μπέη εφέντη, λέει, τι σας είναι αυτός εδώ;

— Παλιός συμμαθητής μου. Ανταμώσαμε προχτές. Μου είχε κάνει το τραπέζι. Μου ‘δωσε τη διεύθυνσή του και την έγραψα στο σημειωματάριο.

Αυτά που έλεγα ήταν σωστά. Είχα δει έναν φίλο που είχα πολλά χρόνια να τον δω. Ούτε ήξερα πως ήταν Γενικός Διευθυντής.

Μου λέει μ’ ένα ντροπαλό χαμόγελο αυτός που κρατούσε στο χέρι το σημειωματάριο:

— Α, ώστε έτσι… Ο κύριος Γενικός Διευθυντής είναι στενός φίλος της εξοχότητάς σας…

— Βέβαια… Μάλιστα στο σχολειό τον φωνάζαμε Τιρτίκ Ριζά…

— Ευχαριστήθηκα πολύ, μπέη εφέντη… Γιατί δεν κάθεστε… Ορίστε σας παρακαλώ.

Ύστερα γύρισε στο συνάδελφό του.

— Τζάνουμ, γιατί φέρατε εδώ τον μπέη εφέντη; — Γυρίζοντας σ’ εμένα — Μπουγιούρουν εφέντη μ’… Μπουγιούρουν εφέντη μ’…

Εγώ μπροστά και πίσω αυτοί, μπήκαμε σ’ ένα επιπλωμένο δωμάτιο. Μ’ έβαλαν να καθίσω σε μια πολυθρόνα. Λέει ένας απ’ αυτούς:

— Κάνει ζέστη σήμερα. Θα διατάξετε να σας φέρουμε μια παγωμένη γκαζόζα;

— Ωωω, παρακαλώ…

Ήρθαν οι γκαζόζες. Μείναμε οι δυο μας, οι άλλοι φύγανε. Με ρώτησε ο απεναντινός μου:

— Εφέντη μ’, σε τι οφείλεται η επίσκεψή σας; Μήπως επιθυμείτε τίποτε;

Αλλάχ, Αλλάχ… Καλέ τι να επιθυμώ; Δε με φέρανε σηκωτόν εδώ; Να του πω ότι με φέρανε με τις σπρωξιές και με γροθιές, θα ήταν ντροπή, μια που μου δείχνουν τώρα τέτοια λεπτότητα. Λέω κι εγώ:

— Εφέντη μ’, έτσι ήρθα να σας κάνω μια επίσκεψη, για να ρωτήσω πώς πάν’ τα κέφια σας.

— Αμάν, εφέντη μ’, σας ευχαριστούμε πολύ. Να είστε καλά… Μας δώσατε μεγάλη χαρά. Αμάν, τι τιμή ήταν αυτή…

Σκέφτηκα να τα μαζέψω προτού να χαλάσει πάλι ο καιρός που έφτιαξε πριν από λίγο, λέγοντας:

— Θα σας παρακαλέσω να μου επιτρέψετε, μπέη εφέντη… Σηκώθηκε στο πόδι και με συνόδεψε ως την έξοδο.

Για να γλιτώσω απ’ τα χέρια τους, τάχυνα το βήμα μου. Θα ήταν ντροπή να ζητούσα τις πένες, το σημειωματάριο, τη λούπα. Σα να τους θύμιζα το λάθος τους… Έτρεξε από πίσω μου κάποιος:

— Μπέη εφέντη… Μπέη εφέντη… Κύριε καθηγητά… Εφέντη μ’, ξεχάσατε τα πράγματά σας.

Είχε φέρει τα πράγματά μου.

— Στ’ αλήθεια, είστε φίλος του Γενικού Διευθυντή;

— Ναι, γιατί ρωτάτε;

— Να, έτσι, τώρα έγινε της μόδας… Ο καθένας γράφει στο σημειωματάριό του ονόματα και διευθύνσεις υψηλών προσώπων. Με καταλαβαίνετε; Μ’ αυτό τον τρόπο τη γλιτώνουν λέγοντας ότι είναι φίλοι τους. Πού να ξέρουμε αν είναι ή δεν είναι φίλοι τους. Ώστε εσείς είστε στ’ αλήθεια φίλος του.

— Ναι.

— Μπέη εφέντη, σ’ αυτό το χαρτί έγραψα τα στοιχεία μου. Δεν ξέρεις καμιά φορά τι γίνεται, τι δε γίνεται… Αν ξαναδείτε καμιά φορά τον κύριο Γενικό…

Αφού μου εξιστόρησε ο Χαλίτ τα όσα τράβηξε πρόσθεσε:

— Λοιπόν, από κείνη τη μέρα κι ύστερα, όπου βρω διευθύνσεις υψηλών προσώπων, τους ξέρω δεν τους ξέρω, τις σημειώνω αμέσως στο σημειωματάριο. Αδερφέ μου, έσπασε η χολή μου, νομίζοντας πως το ‘χασα. Αυτές οι διευθύνσεις είναι κάτι σαν ασφάλεια ζωής… Αμάν, καν ‘το κι εσύ. Πρόσεξε όμως σε κάτι. Αν τυχόν και παραιτηθεί κανείς απ’ αυτούς, ή εξέλθει της υπηρεσίας λόγω υγείας ή λόγω γήρατος ή γίνει συνταξιούχος, θα τον διαγράψεις αμέσως από το σημειωματάριο. Αλλιώς θα χώσεις για καλά το κεφάλι σου σε μπελά…

Ώστε εσύ δεν είχες χαμπάρι απ’ αυτά τα πράγματα…

— Δεν είχα.

— Μπα σε καλό σου… Αδερφάκι μου, τώρα ο καθένας έχει στην τσέπη του από ένα τέτοιο σημειωματάριο, για να φυλάγεται από ατυχήματα και από μπελάδες. Ξέρεις τι σε περιμένει όταν βγεις απ’ αυτή την πόρτα; Θυμάσαι, άλλοτε φορούσαν οι άνθρωποι φυλαχτά, με γραμμένα διάφορα ξόρκια, για να προφυλαχτούν από τις αρρώστιες και από την κακιά την ώρα… Τώρα, αντί για ξόρκια είναι γραμμένες αυτές οι διευθύνσεις.

Και είναι εκατό τοις εκατό αποτελεσματικές.

μτφρ. Έρμος Αργαίος

Σοβαρὰ κάποια, Ανδρέας Λασκαράτος

 

 Προσωπογραφία κυρίας με ψάρι στη γυάλα, Γεράσιμος Πιτζαμάνος

Σοβαρὰ κάποια

Εἰκώνα ἀγαπητὴ τῆς γυναικός μου,
Τώρα ἔλα καν᾿ ἐσὺ στὴ συντροφιά μου.
Κατοίκα πάντα μέσα στὴν καρδιά μου,
Καὶ φύλαμε ὂχ τσὴ πλάνεσες τοῦ κόσμου.

Ἐσὺ γιὰ ῾μὲ Προστάτης Ἄγγελός μου,
Ἄμεμπτα φύλαε τὰ πατήματά μου
Καὶ προτοῦ σκοτισθοῦν᾿ τὰ λογικά μου,
Πρόλαβε, τρέξε σὺ καὶ λάμψε ἐμπρός μου.

Ναί, τὸ φῶς σου ᾿ξυπνάει τὴν ἀρετή μου,
Καὶ πιστόνε σ᾿ ἐσένα μὲ βαστένει.
Γιατὶ τόσο σ᾿ αἰσθάνομαι ᾿δική μου,

Τόσο μὲ τὴ ψυχή μου ζυμωμένη,
Ποῦ δὲν ἠξέρω πλέον στὴ διαλογή μου
Πῶς νὰ σὲ ῾πῶ: γυναίκα μου ἢ ψυχή μου.

 

Ρόδα αειθαλή, Τίτος Πατρίκιος

ΡΟΔΑ ΑΕΙΘΑΛΗ

 

Ἡ ὀμορφιὰ τῶν γυναικῶν ποὺ ἄλλαξαν τὴ ζωή μας

βαθύτερα κι ἀπὸ ἑκατὸ ἐπαναστάσεις

δὲν χάνεται, δὲν σβήνει μὲ τὰ χρόνια

ὅσο κι ἂν φθείρονται οἱ φυσιογνωμίες

ὅσο κι ἂν ἀλλοιώνονται τὰ σώματα.



Μένει στὶς ἐπιθυμίες ποὺ κάποτε προκάλεσαν

στὰ λόγια ποὺ ἔφτασαν ἔστω ἀργὰ

στὴν ἐξερεύνηση δίχως ἀσφάλεια τῆς σάρκας

στὰ δράματα ποὺ δὲν ἔγιναν δημόσια

στὰ καθρεφτίσματα χωρισμῶν, στὶς ὁλικὲς ταυτίσεις.

Ἡ ὀμορφιὰ τῶν γυναικῶν ποὺ ἀλλάζουν τὴ ζωὴ

μένει στὰ ποιήματα ποὺ γράφτηκαν γι’ αὐτὲς

ρόδα ἀειθαλῆ ἀναδίδοντας τὸ ἴδιο ἄρωμά τους

ρόδα ἀειθαλῆ, ὅπως αἰῶνες τώρα λένε οἱ ποιητές.
 

Ποιήματα Α΄ (1943-1959) , Τίτος Πατρίκιος,  Εκδόσεις Κίχλη, 2017

 

Σημείο αναγνωρίσεως, Κική Δημουλά

Σημείο αναγνωρίσεως

Άγαλμα γυναίκας με δεμένα τα χέρια



Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,

εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.

Στολίζεις κάποιο πάρκο.

Από μακριά εξαπατάς.

Θαρρεί κανείς πως έχεις ελαφρά ανακαθίσει

να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο που είδες,

πως παίρνεις φόρα να το ζήσεις.

Από κοντά ξεκαθαρίζει τ’ όνειρο:

δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου

μ’ ένα σχοινί μαρμάρινο

κι η στάση σου είναι η θέλησή σου

κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις

την αγωνία του αιχμάλωτου.

Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη:

αιχμάλωτη.


Δεν μπορείς

ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,

ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.

Δεμένα είναι τα χέρια σου

Και δεν είν’ το μάρμαρο μόνο ο Άργος.

Αν κάτι πήγαινε ν’ αλλάξει

στην πορεία των μαρμάρων,

αν άρχιζαν τ’ αγάλματα αγώνες

για ελευθερίες και ισότητες,

όπως οι δούλοι,

οι νεκροί

και το αίσθημά μας,

εσύ θα πορευόσουνα

μες στην κοσμογονία των μαρμάρων

με δεμένα πάλι τα χέρια, αιχμάλωτη.

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,

εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.

Όχι γιατί γυναίκα σε παράδωσε

στο μάρμαρο ο γλύπτης

κι υπόσχονται οι γοφοί σου

ευγονία αγαλμάτων,

καλή σοδειά ακινησίας.

Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις

όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,

σε λέω γυναίκα.

Σε λέω γυναίκα

γιατ’ είσ’ αιχμάλωτη.

 

  Το λίγο του κόσμου, Κική Δημουλά. έκδ.  Στιγμή [1971] 1990

 

 

Ακόμα Ανατέλλω, Μάγια Αγγέλου

For the Women’s House, Faith Ringgold, 1971

 

Ακόμα Ανατέλλω

Μπορείτε να με γράψετε στην Ιστορία
Με τα πικρά, στρεβλά σας ψέματα
Μπορείτε να με σύρετε στην ίδια τη βρωμιά
Αλλά ακόμα, σαν τη σκόνη, θ’ ανεβαίνω ψηλά.

Σας αναστατώνει η ευφορία μου;
Γιατί με περιβάλλετε με σκοτάδι;
Μήπως γιατί περπατώ σαν να κατέχω πετρελαιοπηγές
Που ξεχειλίζουν απ’ το σαλόνι μου;

Ακριβώς όπως τα φεγγάρια και όπως οι ήλιοι
Mε τη βεβαιότητα της παλίρροιας
Ακριβώς όπως οι ελπίδες που πηγάζουν από ψηλά
Ακόμα θ’ ανατέλλω.

Θέλατε να με δείτε να σπάω;
Καλυμμένο κεφάλι και χαμηλωμένα μάτια;
Ώμους που πέφτουν κάτω σαν δάκρυα
Aδύναμη από τις οργισμένες μου κραυγές;

Μήπως το αγέρωχό μου ανάστημα σας προσβάλλει;
Δεν σας έρχεται πολύ δύσκολο
Που γελώ σαν να έχω ορυχεία χρυσού
Σκάβοντας στην πίσω αυλή μου;

Μπορείτε να με πυροβολήσετε με τις λέξεις σας
Μπορείτε να με σφάξετε με τη ματιά σας
Μπορείτε να με δολοφονήσετε με το μίσος σας
Αλλά ακόμα, σαν αέρας, θα ανεβαίνω ψηλά.

Μήπως η σεξουαλικότητά μου σας ενοχλεί;
Εκπλήσσεστε
Που χορεύω σαν να φορώ διαμάντια
Tη στιγμή που σμίγουν οι μηροί μου;

Πέρα από τις καλύβες της ντροπής της Ιστορίας
Ανατέλλω
Πάνω από ένα παρελθόν που ρίζωσε στον πόνο
Ανατέλλω
Είμαι ένας μαύρος ωκεανός, κυματιστός και ανοιχτός
Εκπνέοντας γιγαντώνομαι κι αντέχω στην παλίρροια

Aφήνοντας πίσω νύχτες φόβου και τρόμου
Ανατέλλω
Σε ένα ηλιοβασίλεμα που είναι θαυμαστά ξάστερο
Ανατέλλω
Κουβαλώντας τα χαρίσματα που οι πρόγονοι μού κληροδότησαν
Είμαι το όνειρο και η ελπίδα του σκλάβου.
Ανατέλλω
Ανατέλλω
Ανατέλλω

And Still I Rise: A Book of Poems, Maya Angelou, 1978

 Μετάφραση: Ασημίνα Ξηρογιάννη

 

Υπό προϋποθέσεις, Αλέξανδρος Καλλέργης

Πίνακας: Euan Uglow.

Υπό προϋποθέσεις

Της τον έφεραν κάτι συγγενείς από τον διπλανό νομό·
δεν είχαν κάτι κοινό
μίλησαν σκέτο ένα λεπτό·

τον παντρεύτηκε υπό έναν μόνο όρο
να μην ξεμένει από λουλούδια το βαζάκι του μπάνιου.

 Ο ήλιος χαμηλά, Αλέξανδρος   Καλλέργης, Άνω Τελεία, 2020

 

 

 

 

Τα καλά κορίτσια

L’Escrimeuse, Jean Béraud


Τα καλά κορίτσια

 

Τα καλά κορίτσια
μένουν σε νοικιασμένο σπίτι
Ξοδεύουν μέχρι και την τελευταία τους δεκάρα
ν΄ αγοράσουν φτερούγες, πτερύγια ή μπουκάλες οξυγόνου
Αλλά πληρώνουν το νοίκι α-νε-λλι-πώς

 

Τα καλά κορίτσια
φοβούνται όταν νυχτώνει
Και το λένε
Κρατάνε πάντα ένα φωτάκι ανοιχτό
συνήθως ζωγραφισμένο
(για να το πάρουν μαζί τους, αν μετακομίσουν)
και το παράθυρο μισάνοιχτο
(για να είναι πάντα εντός του κόσμου)
Κι ένα ραδιόφωνο δίπλα στο μαξιλάρι
(ε, δεν θα μας επιβάλλετε και τους ήχους σας…)

Τα καλά κορίτσια
δεν σωπαίνουν
κι ας τα δεσμεύει το συμβόλαιο της μίσθωσης
χτυπάνε το χέρι στο τραπέζι
αν χρειαστεί
(στο κάτω- κάτω το πληρώνουν)
και ξέρουν
ότι είναι αδύνατον να πετύχεις μια θεαματική έξωση
κάποιας άστεγης εκ πεποιθήσεως

Βάνα Δουληγέρη

 

ΜΗ * ΜΝΗ *, Μαριάννα Πλιάκου

Warrior Queen, Titti Garelli


ΜΗ * ΜΝΗ *
Συχνά λέω την ιστορία αυτή.
Είμαστε δημοτικό, καλοκαίρι, 
και παίζουμε εξερεύνηση.
Μπαίνουμε στο ερείπιο, 
που περιμένει να πεθάνει
(αργότερα ένας κληρονόμος θα του κάνει την χάρη 
και θα το σκοτώσει).
Περνάμε το τροπικό δάσος.
Σκαρφαλώνουμε τον τοίχο και μπαίνουμε 
στο κομματιασμένο δωμάτιο.
Στις ενενήντα μοίρες, ο ουρανός.
Στις εβδομήντα, τα μπαλκόνια της γειτονιάς
(σκαλωμένοι στο ένα οι φόβοι μου).
Πρωταγωνιστές στο φαντ-αστικό μας αμφιθέατρο,
με χαρτονένια σπαθιά και τα μπλουζάκια μας ανάποδα 
– ο κωδικός μας, εμείς-ενάντια-στον-κόσμο
(ποιος είπε ότι πρωτοτυπήσαμε;).
 Συχνά λέω πως έτσι έγιναν τα πράγματα.
Τόσο που το πιστεύω.
Βλέπεις,
δεν ήμουνα εκεί μαζί σου.
Έμενα.
Στο μπαλκόνι.
Με τους φόβους μου.
Να μετρώ την απόσταση
απ’ το στήθος μου στο σπαθί σου.
 
 

 

2017, Μαριάννα Πλιάκου, Εκδ. Κύφαντα, 2019

 

Το φως περνά απ’ το κόσκινο των νεφών… – Ρομπέρτο Χουαρός

Το φως περνά απ’ το κόσκινο των νεφών…

Το φως περνά απ’ το κόσκινο των νεφών,
των δέντρων, του αέρα και σωμάτων άλλων,
μα περισσότερο ακόμα απ’ αυτό της σκέψης.
Απ’ την αρχή το πρόγραμμα της μέρας δημιουργεί
μετουσιώνοντας το πρωινό
σε πρωτόκολλο αναμνήσεων.

Πολλά φώτα έχει το φως
και μέρες πολλές η μέρα,
όπως πολλά τα πρόσωπα στον καθρέφτη καθενός.
Μα το κλειδί άλλο δεν είναι απ’ το κόσκινο,
τη συνδυαστική λεπτότητα,
την εφευρετικότητα της μοίρας
προκειμένου να σουρώσουν οι δόσεις διαύγειας
και να ταιριάξουν τα ίχνη των ειδώλων,
αυτών που την κάθε ώρα σε στιγμές μονάκριβες μετατρέπουν
μέσα στην ανούσια –υποτίθεται– μονοτονία του χρόνου.

Πάντα θέλει το φως μεσάζοντες,
όπως –θαρρείς- τα πράγματα όλα.
Της πραγματικότητας ίσως ένα κλειδί να ’ναι αυτό:
Μηνύματα άμεσα δεν υπάρχουν.
Όλα μεσολάβηση, καθώς το άμεσο σκοτώνει.

Και τι να παρεμβάλει τότε κανείς
ανάμεσα στο ρόδο και το φως,
τη νύχτα και τον έρωτα,
τον άνθρωπο και το θάνατο,
ανάμεσα στη ζωή και τούτο το πρωινό,
που ανάμνηση έχει γίνει;

Τι να παρεμβάλει κανείς ανάμεσα
σ’ αυτό που κάτι είναι
και σε ό,τι δεν είναι,
για να μπορέσει να γίνει;

Πώς την απόσταση να κοσκινίσεις
ανάμεσα σε ’μας και την απουσία,
προκειμένου εν τέλει τη δική μας να βρούμε παρουσία;

 

 Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

 

Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com