Συνομιλία με την πέτρα, Βισουάβα Σιμπόρσκα

 I Lock my Door Upon Myself, Fernand Khnopff,1891


Συνομιλία με την πέτρα


Χτυπώ την πόρτα της πέτρας.
-Εγώ είμαι, άσε με να μπω.
Θέλω να μπω στο εσωτερικό σου,
να κοιτάξω τριγύρω,
να σε αναπνεύσω σαν αναπνοή.

-Φύγε, λέει η πέτρα.
-Είμαι ερμητικά κλειστή.
Ακόμα και θρυμματισμένες σε κομμάτια
θα είμαστε ερμητικά κλειστές.
Ακόμα και τριμμένες σε άμμο
δεν θ’ αφήσουμε κανένα να μπει.

Χτυπώ την πόρτα της πέτρας.
-Εγώ είμαι, άσε με να μπω.
Έρχομαι από καθαρή περιέργεια.
Γι’ αυτήν η ζωή είναι η μοναδική ευκαιρία.
Θέλω να σεργιανίσω στο παλάτι σου
και ύστερα να επισκεφθώ
ακόμα το φύλλο και τη σταγόνα του νερού.
Δεν έχω πολύ καιρό για όλα αυτά.
Η θνητότης μου πρέπει να σε συγκινήσει.

-Είμαι από πέτρα, λέει η πέτρα,
και από ανάγκη πρέπει να διατηρήσω την αυστηρότητα.
Φύγε από εδώ.
Δεν έχω μυώσεις γέλιου.

Χτυπώ την πόρτα της πέτρας.
-Εγώ είμαι, άσε με να μπω.
Ακουσα ότι υπάρχουν σε σένα μεγάλες άδειες αίθουσες,
που δεν τις είδαν, μάταια όμορφες,
κούφιες, δίχως απόηχο οποιανού βημάτων.
Αναγνώρισε ότι κι εσύ λίγα ξέρεις γι’ αυτό.

-Μεγάλες και άδειες αίθουσες, λέει η πέτρα,
μα σ’ αυτές δεν υπάρχει θέση.
Όμορφες, μπορεί, αλλά έξω απ’ το γούστο
των δικών σου σεμνών αισθήσεων.
Μπορείς να με γνωρίσεις, ποτέ δεν θα με απολαύσεις.
Με όλη μου την επιφάνεια στρέφω σε σένα,
αλλά με όλο το εσωτερικό μου κύπτω αναποδογυρισμένο.

Χτυπώ την πόρτα της πέτρας.
-Εγώ είμαι, άσε με να μπω.
Δεν ψάχνω σε σένα άσυλο για την αιωνιότητα.
Δεν είμαι δυστυχισμένη.
Δεν είμαι άστεγη.
Ο κόσμος μου αξίζει να γυρίσω πίσω.
Θα μπω και θα βγω με άδεια χέρια.
Και για απόδειξη ότι η παρουσία μου ήταν αληθινή,
δεν θα προσφέρω τίποτε άλλο από λέξεις,
που κανείς δεν θα τους δώσει εμπιστοσύνη.

-Δεν θα μπεις, λέει η πέτρα.
Σου λείπει η αίσθηση της συμμετοχής.
Καμιά αίσθηση δεν θα αντικαταστήσει
την αίσθηση συμμετοχής.
Ακόμα και η όραση οξυμμένη μέχρι που βλέπει τα πάντα
δεν θα σου χρησιμεύσει σε τίποτα
χωρίς την αίσθηση της συμμετοχής.
Δεν θα μπεις, έχεις μόλις το νόημα της συμμετοχής,
μόλις την ένωσή της, τη φαντασία.

Χτυπώ την πόρτα της πέτρας.
-Εγώ είμαι, άσε με να μπω.
Δεν μπορώ να περιμένω δυο χιλιάδες αιώνες,
για να μπω κάτω απ’ τη σκεπή σου.

-Εάν δεν με πιστεύεις, λέει η πέτρα,
απευθύνσου στο φύλλο, θα σου πει αυτό που εγώ λέω.
Στη σταγόνα του νερού, θα πει αυτό που λέει το φύλλο.
Τελικά ρώτησε μια τρίχα του κεφαλιού σου.
Το γέλιο με διευρύνει, το γέλιο, υπερβολικό γέλιο,
με το οποίο δεν ξέρω να γελάω.

Χτυπώ την πόρτα της πέτρας.
-Εγώ είμαι, άσε με να μπω.
-Δεν έχω πόρτα, λέει η πέτρα.

Μετάφραση: Νίκος Χατζηνικολάου

Τέλος και αρχή, Βισουάβα Σιμπόρσκα, εκδ.Κούριερ,1997

 

 

 

 

 

Όλα, Βισουάβα Σιμπόρσκα

Snow Storm – Steam-Boat off a Harbour’s Mouth Joseph Mallord William Turner

 

Όλα-

λέξη ξιπασμένη, γεμάτη αλαζονεία.

θα έπρεπε να γράφεται σε εισαγωγικά.

Παριστάνει πως τίποτα δεν παραλείπει,

πως συγκεντρώνει, περιλαμβάνει, περιέχει και κατέχει.

Ενώ την ίδια στιγμή είναι μονάχα

το απομεινάρι μιας θύελλας. 

                                                             Μετάφραση: Μπεάτα Ζούλκιεβιτς

“Η ζωή εδώ και τώρα”, Βισουάβα Σιμπόρσκα, Εκδ. Καστανιώτη, 2021 


      

                                             

 

Η Παναγία των Κοιμητηρίων, Οδυσσέας Ελύτης

Παράσταση Ψυχών Απόντων, Χρήστος Μποκόρος


Πέτρες επήρα και κλαδιά
τα φύτεψα στην αμμουδιά
Και μια ψυχή μελέτησα
το λόγο δεν αθέτησα
Με τον καιρό με τον καιρό
έγινε αλήθεια τ’ όνειρο


Οι πέτρες μεγαλώσανε
και τα κλαδιά φυτρώσανε
Τα κυπαρίσσια τα κελιά
σου τα ‘κανα παραγγελιά
Τις πόρτες τις αμπάρες σου
και τις οχτώ καμάρες σου
Στο μέρος το πιο δροσερό
έστησα το καμπαναριό
Και κύματα και κύματα
γύρω σου τ’ άσπρα μνήματα
Έλα Κυρά και Παναγιά
με τ’ αναμμένα σου κεριά
Δώσε το φως το δυνατό
στον Ήλιο και στο Θάνατο.

 

 

Descartes, Μαριάννα Πλιάκου

Descartes

Ποστάρω επιμελώς.
Στήνω τους τένοντες και τις αρθρώσεις –
φωτογραφίες,
σπάνια ρήματα, ανέκδοτα ποιήματα,
πολυσυλλαβικά επίθετα σε δόσεις.
Φτιάχνω το δικό μου τέρας του Φράνκενσταϊν,
το ταΐζω ό,τι βρω.


Κάθε μέρα μεγαλώνει και ψηλώνει
ένα μέτρο τη φορά.
Κι αυτό με αφορά,
καθώς το ψηφιακό μου
τέρας άρχισε να μ’ αψηφά.
Και χωρίς αμφιβολία,
άλλη σκέψη ή δυσκολία,
το σαρκοφάγο,
περίτεχνο,
πλάσμα μου, σύντομα θα με καταπιεί.

 

Από τη συλλογή “2017”, Εκδόσεις Κύφαντα, 2019

 

Έξοδος, Νατάσα Χατζιδάκι

 

Καματριάδες, Εύβοια, Αύγουστος 2021, Φωτογραφία: Νίκος Χριστοφάκης

Έξοδος

Έφυγα από την Εύβοια ένα απόγευμα που 

φυσούσε ανατολικός άνεμος.

Έφυγα από αυτές που με συνόδευαν. 

Αυτές που έκλαιγαν. 

Αέρας τις σπρώχνει τώρα σε τάφρο. 

 

Σκόνη γεννούν τα χορτάρια. 

Τα μάρμαρα, αργό και ύπουλο στεγνώνει το φως.

Το Δάσος έγινε ένα.

Ακούω τα Ελάφια μου σε σκοτεινές σπηλιές να πέφτουν.

Τα Ερπετά συστρέφονται, καθώς η Εύβοια αποπλέει.

 

Νατάσα Χατζιδάκι, Άρτεμις, Στις εξόδους των πόλεων

Πηγή- Κυκλοδίωκτοςς

 

Το εγκώμιο της θαλάσσης, Κ. Γ. Καρυωτάκης

Φωτο: Εύβοια, Μωβ κιμωλία

Το εγκώμιο της θαλάσσης

Ι

Ἡ θάλασσα εἶναι ἡ μόνη μου ἀγάπη. Γιατί ἔχει τὴν ὄψη τοῦ ἰδανικοῦ. Καὶ τ᾿ ὄνομά της εἶναι ἕνα θαυμαστικό.

Δὲ θυμᾶμαι τὸ πρῶτο ἀντίκρισμά της. Χωρὶς ἄλλο θὰ κατέβαινα ἀπὸ μία κορφή, φέρνοντας ἀγκαλιὲς λουλούδια. Παιδὶ ἀκόμα, ἐσκεπτόμουν τὸ ρυθμὸ τοῦ φλοίσβου της. Ξαπλωμένος στὴν ἀμμουδιά, ἐταξίδευα μὲ τὰ καράβια ποὺ περνοῦσαν. Ἕνας κόσμος γεννιόταν γύρω μου. Οἱ αὖρες μοῦ ἄγγιζαν τὰ μαλλιά. Ἄστραφτε ἡ μέρα στὸ πρόσωπό μου καὶ στὰ χαλίκια. Ὅλα μοῦ ἦταν εὐπρόσδεκτα: ὁ ἥλιος, τὰ λευκὰ σύννεφα, ἡ μακρινὴ βοή της.

Ἀλλὰ ἡ θάλασσα ἐπειδὴ ἤξερε, εἶχε ἀρχίσει τὸ τραγούδι της, τὸ τραγούδι της ποὺ δεσμεύει καὶ παρηγορεῖ.

Εἶδα πολλὰ λιμάνια. Στοιβαγμένες πράσινες βάρκες ἐπήγαιναν δῶθε κεῖθε σὰν εὔθυμοι μικροὶ μαθητές. Κουρασμένα πλοῖα, μὲ ὀνόματα περίεργα, ἐξωτικά, ὕψωναν κάθε πρωὶ τὴ σκιά τους. Ἄνθρωποι σκεφτικοί, ὥριμοι ἀπὸ τὴν ἅλμη, ἀνέβαιναν σταθερὰ τὶς ἀπότομες, κρεμαστὲς σκάλες. Ἄγρια περιστέρια ζυγίζονταν στὶς κεραῖες.

Ὕστερα ἐνύχτωσε. Μιὰ κόκκινη γραμμὴ στὸν ὁρίζοντα, μόλις ἔβρισκε ἀπάντηση στὶς ράχες τῶν μεγάλων, ἀργῶν κυμάτων. Ἐσάλευαν σὰν ἀπὸ κάποια μυστική, ἐσωτερικὴ αἰτία, καὶ ἅπλωναν πλησιάζοντας, γιὰ νὰ σπάσουν ἀπαλά, βουβά. Ὅλα τ᾿ ἄλλα — ὁ οὐρανός, τὰ βουνὰ ἀντίκρυ, τὸ ἀνοιχτὸ πέλαγος — ἕνα τεράστιο μαῦρο παραπέτασμα.

ΙΙ

Ἔζησε κανεὶς θλιβερὰ πράγματα. (Σπίτια μαῦρα, κλειστά. Ἀναιμικά, ἐξόριστα δέντρα τοῦ δρόμου. Ἡ «μαντάμα» μετράει ἀπογοητευμένη τὶς μάρκες της. Στὴν πλατεία οἱ λοῦστροι, κουρασμένοι νὰ κάθονται, σηκώνονται καὶ παίζουν μεταξύ τους. Ὁ νέος νομάρχης, μὲ μονόκλ, ἐπροσφώνησε τοὺς ὑπαλλήλους. Δίπλα ἐξύπνησαν γιὰ νὰ πάρουν τὸ τρένο. Ποτὰ ἀνδρῶν 10 δρ., ποτὰ γυναικῶν 32,50 δρ.) Στὸν ἄνεμο ἀνοίγει ἕνα παράθυρο, κ᾿ ἔρχεται μπροστά μας. Ὅλα ξεχνιοῦνται. Εἶναι ἐκεῖ, ἄσπιλη, ἀπέραντη, αἰώνια. Μὲ τὸ πλατύ της γέλιο σκεπάζει τὴν ἀσχήμια της. Μὲ τὴ βαθύτητά της μυκτηρίζει. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἐμπόρου πεθαμένη καὶ περπατεῖ. Ἡ ψυχὴ τῆς κοσμικῆς κυρίας φορεῖ τὰ πατίνια της. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου λούζεται στὴν ἁγνότητα τῆς θαλάσσης. Βρίσκει ἡ νοσταλγία μας διέξοδο καὶ ὁ πόνος μας τὴν ἔκφρασή του.

Ποιήματα και πεζά, Κώστας Γ. Καρυωτάκης, Εκδ. Γράμματα, 2001

Κατάδυση στο Ναυάγιο, Αντριέν Ριτς

 

Κατάδυση στο Ναυάγιο

 

Αφού πρώτα διάβασα το βιβλίο των μύθων,
και φόρτωσα την κάμερα,
και έλεγξα την άκρη της λεπίδας του μαχαιριού,
φόρεσα
την ολόσωμη πανοπλία από μαύρο λάστιχο
τα γελοία βατραχοπέδιλα
τη φοβερή κι αλλόκοτη μάσκα.
Αναγκάζομαι να το κάνω αυτό
όχι σαν τον Κουστώ με την
αφοσιωμένη του ομάδα
πάνω στο ηλιόλουστο ιστιοφόρο
αλλά εδώ πέρα μόνη μου.

Μια σκάλα υπάρχει.
Η σκάλα είναι πάντα εκεί
κρέμεται αθώα
κοντά στο πλάι του ιστιοφόρου.
Γνωρίζουμε το λόγο της ύπαρξής της
εμείς που την έχουμε χρησιμοποιήσει.
Σε αντίθετη περίπτωση
δεν είναι παρά ένα κομμάτι ναυτιλιακού νήματος
απλά κάποιο μέρος του εξοπλισμού.
Κατεβαίνω.
Από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι και ακόμα
το οξυγόνο με βυθίζει
το μπλε φως
τα καθαρά άτομα
του ανθρώπινου αέρα μας.
Κατεβαίνω.
Με τα πόδια μου παράλυτα απ΄ τα βατραχοπέδιλα
σέρνομαι σαν έντομο κάτω στη σκάλα
και δεν υπάρχει κανείς
να μου πει πότε ο ωκεανός
θα αρχίσει.
Αρχικά ο αέρας είναι μπλε κι ύστερα
είναι πιο μπλε και μετά πράσινος και μετά
μαύρος και μου έρχεται σκοτοδίνη αλλά
η μάσκα μου είναι πανίσχυρη
διοχετεύει στο αίμα μου ισχύ
η θάλασσα είναι μια άλλη ιστορία
η θάλασσα δεν είναι ζήτημα ισχύος
πρέπει να μάθω μόνη μου
να στρέφω το κορμί μου χωρίς βία
μέσα στο βαθύ στοιχείο.
Και τώρα: εύκολο είναι να ξεχάσω
για ποιο λόγο ήρθα εδώ
μεταξύ τόσων πολλών που ανέκαθεν
ζουν εδώ
λικνίζοντας τα ριπιδωτά τους πτερύγια
ανάμεσα απ΄ τους υφάλους
έτσι κι αλλιώς
αναπνέει κανείς διαφορετικά εδώ κάτω.
Ήρθα να διερευνήσω το ναυάγιο.
Οι λέξεις είναι σκοποί.
Οι λέξεις είναι χάρτες.
Ήρθα να δω τι ζημιά έχει γίνει
και τι θησαυροί επικρατούν.
Έσυρα την ακτίνα του φακού μου
αργά κατά μήκος της γάστρας
για να βρω κάτι πιο μόνιμο
από ψάρια ή φύκια
εκείνο για το οποίο ήρθα εδώ:
το ναυάγιο κι όχι την ιστορία του ναυαγίου
το πράγμα το ίδιο και όχι το μύθο
το πνιγμένο πρόσωπο που πάντα κοιτά
προς τον ήλιο
τα αποδεικτικά στοιχεία της ζημιάς
που φθαρμένα απ΄ το αλάτι λικνίζονται σ΄ αυτή την ξεφτισμένη ομορφιά
τα πλευρά της καταστροφής
που καμπυλώνονται για να υψώσουν το ανάστημά τους
μεταξύ των διστακτικών θαμώνων.
Αυτό είναι το μέρος.
Κι εγώ είμαι εδώ, η γοργόνα με τα μαύρα μαλλιά
που κυματίζουν πίσω, ο γοργονάνδρας με τη μαύρη πανοπλία.
Κάνουμε κύκλους σιωπηλά
γύρω απ΄ το ναυάγιο
βουτάμε μέσα στο αμπάρι.
Είμαι εκείνη: είμαι εκείνος
με το πνιγμένο πρόσωπο που κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά
με στήθη που φέρουν ακόμα την πίεση
με το ασημένιο, χάλκινο, επιχρυσωμένο φορτίο που κείτεται
αφανές μέσα σε βαρέλια
μισοχωμένα και παρατημένα να σαπίζουν
είμαστε τα μισοκαταστραμμένα όργανα
που κάποτε κρατούσαν την πορεία
το θαλασσοφαγωμένο ημερολόγιο καταστρώματος
η χαλασμένη πυξίδα
Είμαστε, είμαι, είσαι
από δειλία ή από τόλμη
εκείνος που βρίσκει το δρόμο μας
πίσω σε αυτή εδώ τη σκηνή
κουβαλώντας ένα μαχαίρι, μια κάμερα
ένα βιβλίο μύθων
μέσα στο οποίο
τα ονόματά μας δεν εμφανίζονται.

                                                             Κατάδυση στο Ναυάγιο: Ποιήματα 1971-1972, Adrienne Rich
Μετάφραση: Μαργαρίτα Παπαγεωργίου

 

Μέσα στο σιωπηλό δάσος, Μαξ Ζακόμπ

Γλυπτό: Peter and Sue Hill

  Μέσα στο σιωπηλό δάσος

«Μέσα στο σιωπηλό δάσος, δεν ήρθε ακόμα η νύχτα και η θύελλα της θλίψης δεν έχει προσβάλει ακόμα τα φύλλα. Μέσα στο σιωπηλό δάσος όπου οι Δρυάδες έχουνε φύγει, οι Δρυάδες δεν θα ξανάρθουνε πια.

Μέσα στο σιωπηλό δάσος, το ρυάκι δεν έχει πια κύματα, μια κι ο χείμαρρος κυλάει χωρίς νερό σχεδόν και γυρίζει. Μέσα στο σιωπηλό δάσος, υπάρχει ένα δέντρο μαύρο σαν το μαύρο, και πίσω από το δέντρο υπάρχει ένας θάμνος που έχει τη μορφή κεφαλιού και που φλέγεται, και που φλέγεται από αιμάτινες και χρυσές φλόγες.

 

Μέσα στο σιωπηλό δάσος όπου οι Δρυάδες δε θα ξανάρθουνε πια, υπάρχουν τρία μαύρα άλογα, που είναι τ’ άλογα των μάγων βασιλιάδων, κι οι μάγοι βασιλείς δεν είναι πια επάνω στ’ άλογά τους ούτε αλλού, κι αυτά μιλάνε σαν άνθρωποι.»

 

Μετάφραση: Τάσος Κόρφης

 

Γλυπτό: Peter and Sue Hill

 

 

Ο Ψαράς, Λι Γιου/ Λι Χουζ Χου

photo: μωβ κιμωλία

 

Ο Ψαράς

Αφρισμένες παλίρροιες σαν νιφάδες
χασομερούν
Δαμασκηνιές παραταγμένες ανθίζουν σιωπηλά
Ένα μπουκάλι κρασί και το ψάρεμα
Ποιος σ΄αυτό τον κόσμο μετριέται μαζί μου;

Το κουπί σχίζει στα δύο νερά πηγής
η βάρκα σαν φτερό επιπλέει
ένας μικρούλης γάντζος παίζει
στο τέλος του μεταξένιου σκοινιού
Το νησάκι γεμάτο λουλούδια
κι η κανάτα μου γεμάτη κρασί
Πάνω στα χίλια στρέμματα των κυμάτων
υπάρχει ελευθερία. 
Λι Γιου
 

Μάτια Ανάποδα- 7, Χριστιάνα Αβρααμίδου

Julien Pacaud, 66 Πολαρόιντ που δεν υπήρξαν ποτέ-1

 

7

Άκουσα να λένε,
πως παίζουν οι τολμηροί τη ζωή τους κορώνα -γράμματα.

Αποφάσισα να το κάνω και εγώ,  

να δω επιτέλους,

αν επιφέρει κάτι.

 

 

Ρίχνω το κέρμα στη μέση του δρόμου,

γράμματα. 

Το ξαναρίχνω,

κορώνα.

Μεσημέρι Αυγούστου, στους 40 βαθμούς,

εγώ έπαιξα τη ζωή μου κορώνα- γράμματα. 

Και παρακαλώ όπως καταγραφεί,

πως μάλλον δεν φάνηκα διόλου τολμηρή.

Έπαιξα τα πάντα κορώνα- γράμματα, 

μα καμιά αγάπη ή άνοιξη 

 δεν είχε -αν
μη τι άλλο-
 

σωθεί

 

 

 

Μάτια Ανάποδα, Χριστιάνα Αβρααμίδου, Λογοτεχνικά Σημειώματα, Τ. 12. 2011

 

Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com