Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία α στ. 26-108, Φύλλο εργασίας 1

Δες κι εδώ

Υπήρξε πραγματικά η Τροία;

 

Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης 717-718 – Αραβο-βυζαντινοί πόλεμοι




Δες ΕΔΩ με ελληνικούς υπότιτλους 

ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΝΙΝΕΥΗ- ΗΡΑΚΛΕΙΟΣ

Οδύσσεια, Προοίμιο- Φύλλο εργασίας

Νίκος Εγγονόπουλος, Ποιητής και Μούσα
Δείτε εδώ σε  pdf
1. α. Δοκιμάστε να αντιστοιχίσετε τις λέξεις του πρωτότυπου κειμένου με την απόδοσή τους στη Νεοελληνική Γλώσσα.

῎Ανδρα
μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ
Tον άντρα, Mούσα, τον πολύτροπο να
μου ανιστορήσεις, που βρέθηκε
    β.Τι παρατηρείτε;
2.  Η πρώτη λέξη του εναρκτήριου στίχου είναι Άνδρας. Ακολουθεί η λέξη Μούσα. Ποιες
σκέψεις σάς προκαλεί αυτό;
3.  Σε ποιον στίχο ο ποιητής αναφέρει το όνομα του Οδυσσέα για πρώτη φορά;

Συνέχεια ανάγνωσης

Η πένθιμη μοναξιά της Κυριακής, Τζιοκόντα Μπέλι

Πίνακας: Δημήτρης Γεωργιάδης


Η πένθιμη μοναξιά της Κυριακής

Είμαι εδώ —
γυμνή,
πάνω στα μοναχικά σεντόνια
τούτης της κλίνης όπου σε ποθώ.
Το κορμί μου κοιτάζω,
ροδαλό και λείο στον καθρέφτη,
το σώμα μου
που υπήρξε η ακόρεστη γη των φιλιών σου,
αυτό το σώμα το γεμάτο αναμνήσεις
απ’ το ανήμερο πάθος σου,
που πάνω του πάλεψες μάχες όλο ιδρώτα
σε ατέλειωτες νύχτες στεναγμών και γέλιων
και αχών σπηλαίων μου εσωτάτων
Τα στήθη μου κοιτάζω
που χαμογελώντας τα συνταίριαζες
στην παλάμη του χεριού σου,
και που σαν μικρά πουλιά τα πίεζες
στα κλουβιά σου από πέντε σιδερόβεργες,
ενώ ένα λουλούδι εκρηγνυόταν
προσκρούοντας με την στεφάνη του
στη γλυκειά σου σάρκα.
Τα πόδια μου κοιτάζω,
απαλούς κι ατέρμονους ειδήμονες των χαδιών σου,
που νευρικά και γρήγορα στις κλειδώσεις σου τυλίγονταν
για να σ’ ανοίξουνε τους δρόμους της απωλείας
προς το ίδιο κέντρο το δικό μου
και την χλοερή βλάστηση του όρους
όπου εξύφανες μάχες βουβές
εστεμμένες ηδονή,
προανηγγειλμένες από εκπυρσοκροτήσεις
και πρωτόγονους κεραυνούς.
Με κοιτάζω, μα δε με βλέπω,
καθρέφτης δικός σου είναι αυτός που πένθιμα ξαπλώνει
πάνω σ’ αυτήν τη μοναξιά της Κυριακής,
ένας καθρέφτης ροδαλός,
εκμαγείο κενό που αναζητά το άλλο του ημισφαίριο.
Βρέχει — αλύπητα βρέχει
στο πρόσωπό μου
και σκέφτομαι μονάχα τη μακρινή αγάπη σου
καθώς σκεπάζω
με τις δυνάμεις μου όλες
την ελπίδα.
Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

 

Ο ρόλος των δήμων στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και η εμπλοκή τους στη Στάση του Νίκα


Το μωβ σπιτάκι, Παναγιώτης Μπενέας

Artist:Jane Newland


Το μωβ σπιτάκι
          «Την
Κυριακήν εποίησεν ο Θεός τα λαϊκά»
. Τούτο μόνο συνεκράτησε η θλίψη μου από
το κατηχητικό της έξαρσής της, όπου παιδιόθεν την έστελνε τις Κυριακές το
ανεξήγητο. Να που ένα εξ αυτών κουλουριάστηκε μόλις στην ποδιά της ακοής μου κι
άρχισε να της εκμυστηρεύεται το νταλκαδιάρικο γουργουρητό του: Είχε κι
εκείνος μιαν αγάπη και την έχασε…
 Ορίστε; Άμα φτάνω το δακρύβρεκτο
λεξικό των απωλειών, για να το μεταφράσω; Αφού σ’ όλες τις γλώσσες το ίδιο
πνίγει το παράπονο.

          Μπελάς
που κατσικώθηκε, ωστόσο, στο κεφάλι μου! Και σκοτίζομαι, διερωτώμαι πόσα άραγε
κι εγώ έχω χάσει. Εις ποίον ανεπιστρεπτί εδάνεισα ο απερίσκεπτος την
παιδικότητά μου και μαζί το ατσαλάκωτο μπλοκ καλοκαιριών της.
          Αχ!
και να καμάρωνα τις διακοπές μου τρίμηνες, ωσάν την αμμουδιά που τις
φιλοξενούσε απέραντες ξανά, καθόλου να μη μοιάζουν στο ενήλικο, υποχρεωτικό
σχεδόν, πουγκάκι ημερών που εξελίχθηκαν.
          Ξανά
σοροπιαστά να τρέχουνε τα χείλια μου προς της γιαγιάς το μάγουλο και όχι όλως
απαθώς να δέχεται τους ασπασμούς μου μια κορνίζα, μαρμαρένια κληροδόχος της μορφής
της.
          Από
μήλα και λεμόνια και απ’ άλλους γέλωτες εσπεριδοειδείς να σφύζει η γειτονιά.
Κόκκινο φως να ξεχυθεί στο κέλευσμα του ένα-δύο-τρία. Με νεύρο το
ποδήλατό μου να διεκδικώ απ’ την αντίζηλο σκουριά. Πρώτα με ροδάκια βοηθητικά,
με βοηθητικόν μπαμπά μετά. Κράτα με! Με κρατάς; Εντέλει μόνος. Δείτε με! «Ώς
την έπαυλη της Ελβετίδας κι ύστερα πάλι πίσω», να γκαρίζει γόρδιος ο λώρος μου.
Δείτε με, όχι δέστε…
          Στον
δρόμο για την θάλασσα να λειτουργεί ξανά το «Δειλινό», πότε σερβίροντας
και πότε νοικιάζοντας την θέα του αδρά στον ρεμβασμό. Αλήθεια, πότε το ανέλαβε
η κληρονόμος εγκατάλειψη μεταβάλλοντάς το σε ξενώνα ερπετών αχών και
αγριόχορτων;
          Κι
ελάχιστα πιο κει, μετά απ’ την απότομη στροφή, απότομα να
στρίβω το κεφάλι μου κατά το μωβ σπιτάκι. Πάντοτε υποκοριστικό το έχωνε στο
βλέμμα η απόσταση. Παρέμεινε σπιτάκι ακόμη κι όταν διεπίστωσα με τον πατέρα εκ
του σύνεγγυς ότι δεν είναι παρά μια πολύ μεγάλη βίλα, με πισίνα μάλιστα, για να
παραθερίζει απροσπέλαστος ο πλούτος. Παρέμεινε μωβ ακόμη κι όταν αργότερα το
χρώμα του άλλαξε, όταν η δύση έχυσε στην πρόσοψή του κατά λάθος το
ηλιοβασίλεμα.
          Ξανά,
λοιπόν, εγώ ανάμεσα στα σκέλια του, τα χέρια μου επάνω στο τιμόνι, στα χέρια
μου επάνω τα δικά του, μαλακά, να μη θυμώνουν την ψευδαίσθηση πως οδηγώ εγώ.
          Και
τι μεθυστική που ήτανε η παραβατική αυτή μας επαφή, τι εθιστική αυτή η
χειραγώγηση, που ν’ απεξαρτηθώ ακόμη…

Γιατί ο Αριστοφάνης θεωρείται ο πατέρας της κωμωδίας;


Ella y yo (Εκείνη κι εγώ), Juan Vicente Piqueras

 
Εκείνη
κι εγώ
Εκείνη διαβάζει βιβλία για τη γιόγκα, τον βουδισμό, την
αριθμολογία.
Εγώ διαβάζω ποίηση, θέατρο, δοκίμια, νουβέλες, ό,τι πέσει στα χέρια μου.
Εκείνη είναι χορτοφάγος.
Εγώ παμφάγος.
Εκείνη είναι πειθαρχημένη, ασκητική, πιστή.
Εγώ σκεπτικιστής και τεμπέλης.

 

Εκείνη πιστεύει στη μετενσάρκωση των ψυχών.
Εγώ είμαι αγνωστικιστής.
Εκείνη είναι σίγουρη.
Εγώ όχι.
Εκείνη είναι ενεστώτας οριστικής.
Εγώ, υποθετικός λόγος στις καλύτερες μέρες μου
και στις χειρότερες υπερσυντέλικος υποτακτικής.
Εκείνη είναι ένας άνδρας της δράσης.
Εγώ, μια γυναίκα μπερδεμένη.
Εκείνη θέλει να αλλάξω.
Εγώ, επίσης.
Εκείνη ξέρει τι θέλει και τι χρειάζεται
και τι θέλω και τι χρειάζομαι εγώ.
Εγώ ξέρω μόνο πως δεν ξέρω τίποτε
αλλά δεν είμαι πολύ σίγουρος.
Εκείνη είναι το φεγγάρι της μέρας.
Εγώ, ένα ηλιοτρόπιο στη νύχτα.
Εκείνη κι εγώ, κόντρα στον άνεμο, αγαπιόμαστε.
(Juan Vicente Piqueras – Ella y yo)

 

Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com