«Οι Μετανάστες»

 

Το απόγευμα
Οι πεθαμένοι μαζεύονται
Στην πλατεία για να τηλεφωνήσουν
Στους δικούς τους
Κρατάνε σφιχτά την κάρτα
Και στέκονται στη σειρά
Έξω από τον τηλεφωνικό θάλαμο
Οι περαστικοί που τους βλέπουν
Μονολογούν: «Από πού ήρθατε πάλι εσείς
γέμισε μετανάστες η πόλη»
Κι αυτοί μ’ ένα μουρμουρητό τους απαντούν:
«Δεν είμαστε εμείς μετανάστες
μεταστάντες είμαστε»
Μεταστάντες 1

Από χτες που έπεσα πάνω σ΄ αυτό το ποίημα, σε φαντάζομαι να περιμένεις και εσύ τη σειρά σου.
Θά ‘χει μεγάλη ουρά μπροστά. Είπα, λοιπόν, να έρθω πάλι εγώ. Πέτρες κρύες κάτω απ’ την κάψα του ήλιου και κάτι δέντρα παράταιρα, άρρωστα, που κατάντησαν αντιστύλι για τους κουβάδες, τις σκούπες και τα φαράσια, όλα αλυσοδεμένα με λουκετάκι στην κωμική τους λόχμη. Έρημο μνήμα κι άχαρο σταχόρτα τ᾿ ανθισμένα, πες μου πού πήγε το πουλί που πέταξε.
«Αποδήμησε, απεβίωσε, έφυγε, ξεκουράστηκε, συγχωρέθηκε, έδυσε, ἔγειρεν, ἔπεσεν, ἐμαράνθη, ὑπέκυψεν εἰς τὸ μοιραῖον τέλος,ἀναπαύτηκε ἐν Κυρίῳ και ἐκοιμήθη τὸν ὕπνον τὸν ἄφυκτον.» Όλα ψέματα. Η αλήθεια είναι ότι πέθανε.

Αμέσως μετά την απώλεια, πριν ακόμη δέσει κορμό ο πόνος, αναπτύσσονται σαν επίφυτα υποχρεώσεις, εκκρεμότητες, δικαιολογητικά, εξουσιοδοτήσεις, υπογραφές, ένα αναρριχητικό σύμπλεγμα νομικών και παραδοσιακών υπαγορεύσεων, που σε παρασύρουν, σε στροβιλίζουν σαν φυλλαράκι, πάνω από τον θρήνο και την απόσυρση.

Όλες οι οικογένειες έχουν κάποιον που είναι ειδικός στο τυπικό της εκκλησιαστικής και της οικογενειακής παράδοσης, αρμόδιος να σε προστατεύσει από την εκτροπή του κανόνα και της πίστης. Σε μας είναι η Βάσω.
Κατέχει απόλυτα τη διάταξη του εθιμοτυπικού. Υπολογίζει Ψυχοσάββατα, τριήμερα, σαρανταήμερα και ξέρει ακριβώς τι πρέπει να γίνει, αν κάποιος πέθανε Παρασκευή και τα τριήμερα πέφτουν Κυριακή. Την Κυριακή, λέει, απαγορεύεται να κάνουμε κάτι θρηνώδες και πένθιμο. Τό ‘ξερες αυτό; Γι’ αυτό και αναφορές στους νεκρούς γίνονται μόνο τα Σάββατα. Ποτέ την Κυριακή…

Η Βάσω μας ξέρει απ’ έξω την Παρακλητική και τα Ευλογητάρια και δεν κουνάει απλώς τα χείλη της, όπως κάνουν μερικές -μερικές που ψέλνουν μόνο το ρεφραίν και καιροφυλακτούν πότε θα μιλήσεις, για να σου κάνουν «Σσσσσσσς, ησυχία, επιτέλους, σε εκκλησία βρίσκεστε!». Η πίστη της είναι γεωμετρική, ακριβής
και ξεκάθαρη, σαν την σφραγίδα της στα πρόσφορα, που ξεχωρίζουν από μακριά πάνω στο λευκό λινό της εκκλησίας. Πεποικιλμένα και ολοστρόγγυλα, ποτέ δεν της σκάνε στην κορυφή• όσο για τη λειτουργιά της του Τιμίου Σταυρού επιβάλλεται με το άρωμά της και στο κερί και στο θυμίαμα. Είναι βέβαιο ότι οι άγγελοι παίρνουν το ισόμοιρο κομμάτι τους από το δικό της πρόσφορο πάνω στο Δισκάριο.

Αλλά και στα κόλλυβα που φτιάχνει, πάντα ζητάνε και δεύτερο ποτηράκι. Ζωγραφίζει έναν τέλειο σταυρό πάνω απ’ τη ζάχαρη, ψιχαλίζοντας την κανέλλα με το κουταλάκι του γλυκού και πριν προλάβω να σκεφτώ ότι θα μας πάρει μεσημέρι, έχει κιόλας τελειώσει. Τίποτε δεν της είναι αξεδιάλυτο, τίποτε λειψό, τίποτε ανούσιο και ξέρει όλες τις αμαρτίες πένθους που συγχωρούνται και όλες τις απαγορεύσεις, που επιτάσσονται.

Όταν φτιάχνουν κόλλυβα, δεν ακούνε μουσική.
– Όταν φτιάχνουν κόλλυβα, δεν σηκώνουν το τηλέφωνο!
Ούτε βουρκώνουν πάνω απ’ τα κόλλυβα! Τα κόλλυβα είναι για καλό. Όπως το σιτάρι θάβεται και σαπίζει, αλλά αναγεννάται και καρπίζει, έτσι κι οι κεκοιμημένοι θα αναστηθούν. Ένδοξοι. Άφθαρτοι. Αιώνιοι. Μαζί μας θα είναι ξανά στην ατελεύτητη ζωή.

– Τον μαϊντανό να τον βάλεις τελευταία στιγμή, να μην σου μαραθεί. Και το ρόδι • γιατί βγάζει νερά.

Στο γραφείο τελετών, είχα πάει πρωί πρωί, επίτηδες, να έχω το φως της ημέρας σύμμαχο. Το πρώτο πράγμα, που μου τράβηξε την προσοχή εκεί μέσα, ένας πίνακας τεραστίων διαστάσεων, η γνωστή λεπτομέρεια του Μιχαήλ Άγγελου με τον Αδάμ και τον Θεό. Από την τερατώδη μεγέθυνση η φωτογραφία είχε βγάλει κόκκο και
το χέρι του Θεού φαινόταν τόσο άψυχο, όσο και του Αδάμ. Κάτω απ’ τον πίνακα, ο τελετάρχης: Ψηλός, θεόρατος. Το γραφείο μπροστά του φαίνεται σαν πετσέτα φαγητού στα πόδια του. Γραφείο από καρυδιά, σαν… Χαρτιά, χαρτιά, στοίβες χαρτιά και ένα προσευχητάρι επιμελώς να ξεπροβάλλει ανάμεσά τους. Ένα σταθερό τηλέφωνο και δύο κινητά. Σαν τον “Παράγοντα” από τις «Εσωτερικές ειδήσεις» του Ποντίκα.

Έχετε κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό σας, σχετικά με την τελετή;
– Ναι, κάτι στο πλαίσιο της σοβαρότητας και της απλότητας.
(Δεν έχω ιδέα, δεν έχω ξαναθάψει κανέναν δικό μου. Χτες μου μιλούσες, «τὴν γὰρ χθὲς ἡμέραν μεθ ̓ ὑμῶν ἐλάλουν, καὶ ἄφνω ἐπῆλθε μοι ἡ φοβερὰ ὥρα τοῦ θανάτου.», βλέπαμε το αγαπημένο σου σίριαλ στο mega, ανάμεσα σε τηλέφωνα από γείτονες, φίλους, συγγενείς, «Ναι, καλά είμαστε!», «πολύ καλύτερα, θα έλεγα…», «να, εδώ χαζεύουμε τηλεόραση να περνάει η ώρα», «Ο γιατρός, λέει, ίσως βγούμε μεθαύριο»,
και τώρα τα λουλούδια, τα κεριά, οι κορδέλες, οι φιόγκοι, τα τελευταία ρούχα και «λάκα, πολυεστέρα, MDF, κερασιά ή πεύκο»; )
Και για την εσωτερική επένδυση; Μπεζ βελούδο, χρυσό τύπου μεταξωτό ή άσπρο βαμβάκι crepe;
-(«τόσο έντεχνα έχω κρύψει μέσα μου το ουρλιαχτό»)
Θα γίνουν όλα όπως είπαμε. Μην ανησυχείτε.

Στο μαρμαράδικο, δυστυχώς, πήγα απόγευμα, ο ήλιος είχε βασιλεύσει πίσω από τις πολυκατοικίες και έμεινα κάπως απροστάτευτη. Μια τρύπα σαν αποθήκη, ανάμεσα στα ανθοπωλεία, σφήνα στους βασιλικούς και στα τριαντάφυλλα. Με το ζόρι χωράμε 2 άτομα. Ένας ανθρωπάκος μια πιθαμή, με μάτια χαμογελαστά, για να έρθει σε μια ισορροπία με το στόμα του, ίσια γραμμή χωρίς χείλη. Μάλλον σκιάχτηκαν από τα λόγια που αναγκάζεται να λέει κάθε μέρα και κρύφτηκαν. Πάνω απ’ το κεφάλι του επικρέμεται ένα δείγμα της δεξιοτεχνίας του, ένα τεράστιο μάτι χαραγμένο μονοκοντυλιά σε μαύρο γρανίτη. Στο γραφείο μια στοίβα άλμπουμ, μια στυλοθήκη από όνυχα πράσινο με επίχρυση υποδοχή για πένα που λείπει και στη θέση της ένα μπλε μπικ με καπάκι. Τούτος δω έμοιαζε με καθηγητή Μαθηματικών Λυκείου. Μπροστά από διαγωνίσματα απορριφθέντων.

Πρώτα απ’ όλα να καταλήξουμε στο υλικό, και από κει και πέρα βλέπουμε. Έχουμε πολλές επιλογές: Μάρμαρο, γρανίτη, μαρμαρόπετρα, πέτρα Συρίας, μάρμαρο Βοσπόρου, Κοζάνης, γρανίτη μαύρο, λευκό, λευκό με μαύρο διάστιχτο, Ροζ Πολωνία, ή αν θέλετε πάμε σε κάτι πιο οικονομικό, προκάτ πέτρινου τύπου. Αλλά δεν θα σας το πρότεινα. Το προκάτ δείχνει κάπως ευτελή.(Σπρώχνει ένα άλμπουμ μπροστά μου κι όπως διατρέχω τις πλαστικοποιημένες σελίδες δεν μπορώ να μην προσέξω πόσο καμαρώνει για τη συλλογή του. Θα μπορούσα, βέβαια, να στείλω κάποιον άλλον να την κάνει αυτή τη δουλειά. Κάπως όμως το νιώθεις ένα τελευταίο αγώνισμα αγάπης κι αυτό, ένα καθήκον που πρέπει με γενναιότητα να το υπομείνεις, να το προστατεύσεις από χέρια, μάτια και μυαλά ξένα. Ό,τι είναι για να γίνει πρέπει να γίνει. )

Τη μετώπη μπορούμε να την κάνουμε σε φυσικό ή τεχνητό πέτρωμα. Και σε ό,τι σχήμα θέλετε. Το μάρμαρο είναι κλασικό, η πέτρα δεν πέφτει ποτέ, αλλά ο γρανίτης, ε, όπως και να το κάνουμε, ο γρανίτης είναι άλλο πράγμα…
– («Τοὺς ἀνθρώπους τοὺς τρώγει σὰν σαράκι ἡ μανία νὰ φαίνουνται σπουδαῖοι καὶ νὰ τοὺς θαυμάζει ὁ κόσμος. Σὰν τὰ λουλούδια εἶναι κ’ οἱ ἄνθρωποι, ἄλλοι ἀγαπᾶνε τὰ φανταχτερὰ τὰ λουλούδια, ποὺ τὰ πουλᾶνε γιὰ νὰ στολίζουνε τὰ τραπέζια τους ἢ τὶς κηδεῖες τους, κι ἄλλοι πάλι, οἱ λιγοστοὶ, ἀγαπᾶνε τὰ ταπεινὰ τ’ ἀγριολούλουδα τοῦ βουνοῦ».)2
Προχτές έβαλα σ΄ έναν παππού έναν «Μπλε Γρανίτη Μπαχάμα» αριστούργημα. Μιλάει! Κι όπως το χτυπάει ο ήλιος το πρωί, κάνει μπαμ από μακριά. Όλος ο κόσμος περνάει και το χαζεύει.
Εδώ στο Περιστέρι;; Μπλε γρανίτη Μπαχάμα στο Περιστέρι;
Ναι αμέ γιατί; Τι είμαστε εμείς εδώ στο Περιστέρι;
– (Ξέρω ‘γώ; Άνθρωποι, που πάνε στη δουλειά τους με το λεωφορείο. Γυναίκες που έχουν γλάστρες έξω απ’ το σπίτι, που πλένουν το δρόμο με το λάστιχο. Συνταξιούχοι με καβουράκι στα καφενεία και παιδιά στις πλατείες μέχρι τα μεσάνυχτα.)
– Τέλος πάντων, ας τελειώνουμε.
Τώρα, το μάρμαρο μπορούμε να το συνδυάσουμε με συνθετικό γρασίδι ή βοτσαλάκι. Δηλαδή, μάρμαρο στα μπράτσα και βοτσαλάκι στο κέντρο.
– Όχι, ευχαριστώ. Λέω δεν θα πηγαίνει, αφού το μνήμα δεν έχει θέα θάλασσα…
– Μπορούμε ακόμη να βάλουμε κι έναν άγγελο στη μετώπη. Με χέρια ανοιχτά. Σαν αγκαλιά, ας πούμε. Αγγέλους βάζουμε συνήθως στα παιδιά, αλλά μπορούμε να βάλουμε και στους μεγάλους. Είναι θέμα γούστου.
-(Του Αγγέλου;) Αυτός εδώ που μου δείχνετε πάντως δεν μου φαίνεται να αγκαλιάζει• σαν να ζητιανεύει, μου φαίνεται.
Καλά κάνετε. Έτσι κι αλλιώς, πόσο θα μείνει εκεί; Σε δύο χρόνια πφφφ!, η εκταφή. Τώρα τους βγάζουν και πριν κλείσει τριετία. Νά ΄τανε ο τάφος στο χωριό να πω, ναι!, αξίζει να κάνεις κάτι πιο… κάτι πιο…
– (Μια βρισιά ταξιτζίδικη αναβλύζει από μέσα μου σαν αρτεσιανό. Δυστυχώς, δεν έχω το θάρρος των ταξιτζήδων.)
Για τη φωτογραφία είναι καλύτερη η ψηφιακή εκτύπωση σε πορσελάνη. Αντέχει στον ήλιο και τη βροχή και μπορούμε να συνδυάσουμε την εκτύπωση με ένα κείμενο. Τι θέλετε να γράψουμε;
Τίποτα να μην γράψετε.
(«Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ ἀπελπισία λαλοῦσι μὲ ἀποσιωπητικά.»)
Εννοώ, εσείς να γράψετε κάτι και εμείς να το χαράξουμε, σε στιλ περγαμηνή ή σε στιλ βιβλίο, σαν κι αυτό ή αυτό, να, δείτε το άλμπουμ με την ησυχία σας.
– (Επειδή διαβάζω γρήγορα, διαβάζω χωρίς να θέλω:
Πολλά
υπέφερες
Πολλά
προσέφερες
Λίγα χάρηκες
Κωδικός 057
…………………………………….

Ταξίδι που
είναι το έρημο
Όποιος το
ταξιδέψει
Χαρτί δεν
δίνουν έπειτα
Πίσω να επιστρέψει.
Κωδικός 059
……………………………………………
God looked around his garden
And found an empty space
Then he looked down upon this earth
And saw your tired face
He put his arms around you
And lifted you to rest
God’s garden must be beautiful
He only takes the best
Κωδικός 064

………………………………………)

Όχι, ευχαριστώ. Μια άλλη φορά.
– Θα σας πρότεινα, πάντως, αφού το κάναμε απλό, να βάλουμε στην πλάκα κρίκους. Ορειχάλκινους σε χρώματα μπρούτζινο, χρωμίου, αντικέ, σατινέ.
– Τί ‘ναι, πάλι, αυτό; Οι κρίκοι;
– Κρίκοι κοιμητηρίου.
– Και τι χρειάζονται;
– Διακοσμητικοί είναι. Αν θέλουμε να κάνουμε κάτι ωραίο…
– (από τη μια το α΄ πληθυντικό, λες και θα κρατάμε μαζί το ποτηροτρύπανο και το σβουράκι και από την άλλη ο πράσινος όνυχας, στο γραφείο, στο κεφάλι του, ξανά στο κεφάλι του και ξανά στο γραφείο.)
Δεν θα τους προτιμήσω. Ας αρκεστΕΙΤΕ, σ΄ αυτά που είπΑ.
Μεταξύ μας, καλά κάνετε. ‘Έτσι κι αλλιώς τους κλέβουν.
Τους κλέβουν; Ποιος τους κλέβει;
Α, όλα τα ρημάζουν εδώ: καντήλια, κορνίζες, φανούς, σταυρούς, κρίκους.
Μα, τους κρίκους τι να τους κάνουν;
Τους λιώνουν! Τους λιώνουν και τους πουλάνε! Πριν μια βδομάδα δεν πιάστηκε μια σπείρα στην Πάτρα που είχε βγάλει σ΄ ένα χρόνο 350.000€ απ’ αυτή τη δουλειά; Ξέρετε πόσοι κερδίζουν από τον πόνο του άλλου;
Απέναντι περνάει μια πομπή κηδείας.
Κλάματα βουβά στην κεφαλή της λιτανείας. Ψίθυροι στα μετόπισθεν. Μπροστά η ευλάβεια και πίσω η βλάβη. Ψάχνω έναν παπά για τρισάγιο. Πάμε με τη σειρά σαν σε τράπεζα. Από το διαμέρισμα Γ΄ μου κάνει νόημα ότι έρχεται. Λόγια υπέροχα γεμάτα χυμούς κατρακυλάνε από το στόμα του, σαν φρούτα από καρότσα φορτηγού στην Αθηνών Λαμίας. Και γίνονται λιώμα. Βγάζω απ’ την τσέπη αυτό που πρέπει να δώσω. Το δίνω χωρίς να τον κοιτάζω, το παίρνει χωρίς να με κοιτάζει. Στο νεκροταφείο οι κανόνες συμπεριφοράς είναι αυστηρά υπογραμμισμένοι.

Το ίδιο και οι παραβάσεις τους. Θα πας και θα φύγεις σαν τον κλέφτη να προλάβεις τις δουλειές σου. θα χαζέψεις τον ξένο πόνο, θα περπατήσεις ανάμεσα στα μνήματα αναζητώντας ονόματα, ηλικίες, φωτογραφίες, προσωπικά αντικείμενα πίσω απ’ το τζαμάκι, αφιερώσεις στο μαρμάρινο κάδρο, μια αδιακρισία παράφορη, ασυγκράτητη, τρυφερή και ντροπιαστική. Θα δεις μνήματα χορταριασμένα και λασπωμένα, που δεν έχουν κανέναν επισκέπτη, ούτε καν στις μεγάλες γιορτές, θα δικάσεις και θα ξαναδικάσεις γνωστούς, αγνώστους, τον χρόνο, τους γιατρούς, τον Θεό, τον εαυτό σου. Λένε πως η απώλεια είναι το προπύργιο των ενοχών. Εγώ λέω: το πένθος. Μπορεί να μένεις λίγο εκεί σαν αίθουσα αναμονής, πριν δεις κατάματα τον πόνο, αλλά το πένθος καμία σχέση δεν έχει με τον πόνο. Χαράζει και την πιο σκληρή επιφάνεια της συνείδησης, χωρίς όμως να σου δώσει κανένα αντίδωρο. Μια φλύαρη ανακοίνωση αισθημάτων, ένα δύσκολο τεστ νοικοκυροσύνης και μια στημένη δίκη εσωτερικών υποθέσεων. Το πένθος συζητιέται, μοιράζεται, υποχρεούται και είναι εφάπαξ. Ο πόνος εντρέπεται, σφραγίζεται, προαιρείται και είναι διηνεκής. Το «αχ που βγάν’ η αγάπη», που λέει κι ο ποιητής, που ξέρει καλύτερα. Κάποια λεπτά αφ΄ ότου πέθανες, άκουσα το λεωφορείο να ζεσταίνει τη μηχανή του. Και μετά από λίγο να ξεκινάει. Πώς είναι δυνατόν να μην σταματάει ο κόσμος; Έστω για λίγο, για μια στιγμή. Γιατί δεν μένουν όλα ακίνητα; Με ποιο δικαίωμα;

Στο γειτονικό μνήμα δυο γυναίκες. Ένα κασκόλ της ΑΕΚ είναι κρεμασμένο πάνω απ’ τον τάφο από την μία του άκρη ως την άλλη. Λικνίζεται στον αέρα σαν κούνια δίπλα στη θάλασσα. Στη φωτογραφία ένα αγόρι μελαχροινό, πολύ όμορφο, γύρω στα 18, σε μια έξοδο με την παρέα του, διακρίνονται οι αγκώνες και ώμοι των διπλανών του.
Τι λες να κάνεις σήμερα; (Ρωτάει η μία που ανάβει το καρβουνάκι.)
Φακές, μάλλον. (Λέει η μεγαλύτερη με το χέρι μετέωρο βουτηγμένο στο σφουγγάρι με την πηχτή σαπουνάδα.)
Φακές. Καλά λες. Θα κρατάω και την εγγονή μου, δεν θέλω νά ‘μαι πάνω απ’ την κατσαρόλα.
Εγώ παίρνω χύμα Έβρου από το μπακάλικο δίπλα στο Φαρμακείο. Καλές είναι.
– Α, κατάλαβα πού λες…

Αυτές οι γυναίκες. Ό,τι πιο αληθινό είδα εδώ. Η πιο τίμια χειραψία στη ζωή. Πονάμε, αλλά πρέπει και να μαγειρέψουμε. Να πάμε το παιδί στο σχολείο. Το αμάξι στο συνεργείο. Τα παπούτσια στον τσαγκάρη. Δεν θέλω να ξημερώσει, αλλά ξημέρωσε. Ήρθα μεσημέρι και κοντεύει αργά τ’ απόγευμα.
Αργά
το απόγευμα
Οι πεθαμένοι μαζεύονται
Στην πλατεία
για να τηλεφωνήσουν
Στους δικούς τους
Πάρε και εσύ ένα τηλέφωνο.
Μέρες πού ‘ναι.

                                                                                        Βάνα Δουληγέρη
1. «Οι Μεταστάντες», Λεωνίδας Κακάρογλου

2. Φώτης Κόντογλου

Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος, Μιχάλης Γκανάς

Χωριό στη Β. Ελλάδα 1938, Πέτρος Μπρούσαλης

Μου αρέσουν οι γιορτές. Πάντα μου άρεσαν, από παιδί. Όση ευσέβεια
διαθέτω ως Χριστιανός Ορθόδοξος την οφείλω λιγότερο στους υποχρεωτικούς
εκκλησιασμούς και περισσότερο στις μεγάλες γιορτές των παιδικών μου χρόνων.
Χριστούγεννα χιονισμένα, εκθαμβωτικής αθωότητας ή απλώς παγωμένα,
αλλά γυρίζοντας από την εκκλησία στο σπίτι, το τζάκι να καίει «παπόρι».
Πρωτοχρονιά μέσα στο δριμύ, ιαματικό ψύχος του παπαδιαμαντικού
Αϊ-Γιώργη, με τον Παντοκράτορα πουντιασμένο και ολομόναχο εκεί πάνω, να
ζεσταίνεται από τις ανάσες μας, τις φλόγες των κεριών και το πολυκάντηλο.

Μεγάλη Εβδομάδα, λιβάνια και αγριολούλουδα στα χέρια των
μαυροφορεμένων γυναικών, κορίτσια έτοιμα να σταυρωθούν για χάρη μας και ν’
αναληφθούμε μαζί στους έρημους ουρανούς της εφηβείας. Πρόβες για τον επιτάφιο
με φάλτσες πλην κατανυκτικότατες φωνές.
Δεκαπενταύγουστος, ενθρονισμένος στο ένδοξο Δεσποτάτο της πρωινής
ευδίας, με ούζο και χλωρό τυρί μετά τη λειτουργία, πριν τα κλαρίνα και το
τριήμερο πανηγύρι κάτω από τα θεόρατα πλατάνια.
Μαθητής Γυμνασίου στους Φιλιάτες, θυμάμαι, περίμενα πώς και πώς
τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Λίγες μέρες πριν από τις
διακοπές, χαμένος μέσα στο πούσι των αληγών βροχοπτώσεων της βορειοδυτικής
Ελλάδος, και στο κρύο σπίτι που με φιλοξενούσε, ξάπλωνα το βράδυ έχοντας τον
νου μου εκεί, στο χωριό. Ηταν τα πρώτα συμπτώματα μιας ισόβιας νοσταλγίας για
τον τόπο, τους ανθρώπους, τα φυτά και τα ζώα, ιδιαίτερα τα πουλιά.
Σκεφτόμουν, μέσα στη νύχτα του χειμώνα πού να βρίσκονται αυτή τη
στιγμή εκείνα τα προγραμμένα κοτσύφια που πρόκειται να σκοτώσω με το αεροβόλο,
στο χωριό. Θα είχαν κουρνιάσει τέτοια ώρα, γροθιές σφιγμένες τα
πουλιά/βρεγμένα, κρυωμένα/αλλά στη μέσα τσέπη της ζωής, όπως θα έγραφα,
αργότερα, πολύ αργότερα στην Αθήνα.
Είναι ένα μεγάλο θέμα αν ένας κατά συρροήν εκτελεστής κοτσυφιών,
όπως ήμουνα τότε, δικαιούται να γράφει τέτοιους στίχους και το βασικότερο αν
αυτοί οι στίχοι φτάνουν για να τον αθωώσουν όταν βρεθεί ενώπιον του φοβερού
βήματος.
Μου αρέσουν οι γιορτές. Ακόμη και τώρα που μεγάλωσα, μόλις δω τις
πρώτες χριστουγεννιάτικες βιτρίνες και τα χιλιάδες φωτάκια στους δρόμους, μια
γλυκιά αδημονία με κυριεύει και βρίσκω αφορμές να μπαινοβγαίνω σε φούρνους και
ζαχαροπλαστεία, να μυρίζω και να θαυμάζω τους λόφους με τα μελομακάρονα, τους
κουραμπιέδες, τις δίπλες και τα σκαλτσούνια και τα λογής αρτοσκευάσματα.
Οταν νυχτώνει βέβαια και ανάβουν οι φωτεινές αψίδες στους μεγάλους
δρόμους της πόλης, δρόμους γεμάτους από ανθρώπους κάθε ηλικίας και φύλου και
φυλής, μαγεύομαι από αυτήν την καταρρακτώδη φωτοχυσία και χαζεύω με τις
ανταύγειες που σκορπίζει στο πολύβουο και χαρούμενο ανθρωπομάνι αλλά και στις
στίλβουσες λαμαρίνες των αυτοκινήτων, τα οποία μοιάζει να σκανάρουν αυτούς τους
επίγειους γαλαξίες, καθώς κινούνται αργά στους πηγμένους δρόμους.
Μου αρέσουν επίσης πολύ και τα λιγότερο εντυπωσιακά πολύχρωμα
φωτάκια με τα οποία στολίζουν τα μπαλκόνια και τις βεράντες τους οι Αθηναίοι
-που μπορεί να είναι Αλβανοί, Πολωνοί ή Ρουμάνοι, όπως πριν από χρόνια είχαμε
Ηπειρώτες, Ρουμελιώτες και Νησιώτες Αθηναίους- καθώς αναβοσβήνουν, μαζί με τα
φώτα των χριστουγεννιάτικων δέντρων, σαν φωτορρυθμικά και χτυπούν στον παλμό
μιας μεγάλης γιορτής, λίγο πριν αυτή εκραγεί με όλα τα φώτα, τα χρώματα και
τους πίδακες της χαράς και του γέλιου.
Αυτή η προετοιμασία είναι που με θέλγει, αυτή η αχανής πρόβα
τζενεράλε για μια καθολική παράσταση ή αναπαράσταση(;), που μας υπόσχεται την
απόλυτη μέθεξη και την πολυπόθητη κάθαρση, όχι όμως δι’ ελέου και φόβου αλλά
μέσα σε αλλεπάλληλα κύματα ευφροσύνης και ανεκλάλητης χαράς, ναι, αυτή που μας
έταξαν και πέρσι και πρόπερσι και το ’90, το ’80, το ’70 και πάει λέγοντας,
αυτήν περιμένω και καθόλου δεν με βοηθάει η πείρα, η σωφροσύνη μου και η βέβαιη
γνώση ότι κι εφέτος δεν πρόκειται να έρθει. Εγώ την περιμένω και είμαι βέβαιος
ότι αυτή τη φορά όλα θα πάνε καλά.
Αυτή τη βεβαιότητα και τη γλύκα της προσμονής τη διατηρώ μέχρι την
παραμονή της γιορτής. Ανήμερα των Χριστουγέννων όμως διαπιστώνω για άλλη μία
φορά ότι αυτό που περίμενα, ό,τι κι αν ήταν, πέρασε και προσπέρασε, εμένα
πάντως δεν με άγγιξε.
Και τότε θυμάμαι πόσο φιλέρημος υπήρξα στις γιορτές και ιδιαίτερα
Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, όταν ήμουν μόνος στην Αθήνα, εργαζόμενος
φοιτητής, λιγότερο φοιτητής και περισσότερο εργαζόμενος, ενώ στο χωριό οι
γονείς, τ’ αδέρφια μου και οι χωριανοί μας γιόρταζαν όλοι μαζί.
Μακάρι να μη ζούσα στην Αθήνα, ούτε καν στην Ελλάδα, καλύτερα να
ήμουνα στο Λεβερκούζεν ή στο Σαρλερουά ή σε μια μακρινή και αλλόκοτη ξενιτιά
και να τραγουδούσα μαζί με τον Ξυδάκη και τον Μάλαμα
Να
ξημέρωνε μια μέρα μια καλή Πρωτοχρονιά

όλοι
να ‘ταν εδώ πέρα κι εγώ να ‘λειπα μακριά.

Να
γλεντάνε, να γελάνε και να πίνουν στην υγειά

Τη
δική τους, τη δική μου κι όσων λείπουν μακριά.

Να
ξημέρωνε μια μέρα μια γιορτή μια Πασχαλιά

Όλοι
να ‘ταν εδώ πέρα κι εγώ να ‘λειπα μακριά.

Να
τους λείπω, να μου λείπουν, να με σκέφτονται συχνά

Και
τρελά ν’ αγαπηθούμε μέχρι να τους δω ξανά.


Παραμονή Χριστουγέννων, Φώτης Κόντογλου διαβάζει η Τζένη Καρέζη



Αναμονή, Ορέστης Αλεξάκης

Busy night at the theater, Jean Beraud

Ξέρω πως είσαι μέσα μου
κι ωστόσο
θαρρώ πως απ’ τον έξω κόσμο θα ‘ρθεις

Ακούω τα βήματά σου να πλησιάζουν
από τα βάθη μακρινού διαδρόμου

Άλλοτε λυπημένα με κοιτάς
μέσ’ απ’ το φως φανταστικής οθόνης
μου δείχνεις ένα πέτρινο πηγάδι
κι ένα παιδί στο φιλιατρό
να κλαίει

Κάποτε σκοτεινιάζεις
και γεμίζεις τον ύπνο μου κεριά και μαύρα ρούχα
και σε φοβάμαι μέσα στην αγάπη
και σε φοβάμαι
μέσα στην ελπίδα

Όμως
καμιά φορά
χαμογελάς
με τόση τρυφερότητα με τόση
παιδική μνήμη
που άξαφνα
διακρίνω
– κάπου στα βάθη των
διαλογισμών
κάπου στα μάκρη ενός
χαμένου κόσμου –
πρόσωπα που εξαγνίζονται στο φως
πράγματα που εξαχνίζονται
στη δόξα

Σα να ‘χει κάπου ο χρόνος να σταθεί
Σα νά ‘χει κάπου κι ο Θεός
πατρίδα

  Υπήρξε (1999)

Ένα ταξίδι στον κόσμο του Βερμέερ

Ξεκινήστε από  εδώ

Μένης Κουμανταρέας

Εκχριστιανισμός Μοραβών και Βουλγάρων


Η πόλις, Κ.Π.Καβάφης απαγγέλλουν Δ. Χορν- Έλλη Λαμπέτη


Αφηγηματική Τεχνική- Συγκεντρωτικός Πίνακας



Δες και κατέβασε

τον Συγκεντρωτικό Πίνακα  εδώ.

Safe place, Άγγελος Ροδιτάκης


Ένα video  του σπουδαστή Άγγελου Ροδιτάκη  για τη μάστιγα της ενδοοικογενειακής βίας.

Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com