Το Μικροκλίμα του  Συλλόγου Διδασκόντων

Τώρα που ενισχύθηκε ο θεσμικός ρόλος του Συλλόγου Διδασκόντων με τη μερική  ευθύνη εκλογής του Διευθυντή της Σχολικής Μονάδας και ζήσαμε όλοι το προεκλογικό και μετεκλογικό κλίμα στα γραφεία μας προσδοκώντας ίσως την εκπαιδευτική καλοκαιρία και αφού, κατά γενική εκτίμηση, δεν δρέψαμε τους καρπούς που ελπίσαμε, γεννάται το ερώτημα: μήπως δεν καρποφορούν οι προσπάθειές μας για κλιματική αλλαγή του Δημόσιου σχολείου και  δεν παράγουμε το ζητούμενο, γιατί φυτεύουμε σπόρο σε έδαφος άγονο, μισερό, δηλητηριασμένο;  Μήπως, ακόμη κι  αν εξασφαλίζονταν οι ιδανικές εξωτερικές συνθήκες, ο μικρόκοσμός  μας θα παρέμενε ανήλιαγος και ανθυγιεινός;  Μήπως, τελικά, για ό,τι δεν ευδοκιμεί φταίει και το μικροκλίμα του Συλλόγου Διδασκόντων; Το μικροκλίμα, δηλαδή οι  ειδικές συνθήκες,  που δημιουργούνται στον Σύλλογο των διδασκόντων από την αλληλεπίδρασή τους, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα μοναδική, αφού μοναδική είναι και η διάδραση των μελών του. Όσο όμως κι αν ποικίλλει, μάλλον διατηρεί ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά κοινά και καθηλωτικά.  Και επειδή τα ποιοτικά χαρακτηριστικά στη Λειτουργία ενός Συλλόγου δεν είναι μετρήσιμα, άρα δεν μπορούν και να αποδειχθούν, ας  τεθούν ως απλά ερωτήματα:

  • Μπορούμε να εγγυηθούμε ότι ο αξιακός μας κώδικας, βάσει του οποίου κρίνουμε και κρινόμαστε, καταστρώνουμε τα διδακτικά μας σχέδια, χαράζουμε την κοινωνική  μας πορεία, αντιλαμβανόμαστε τον ιστορικό μας ρόλο υπαγορεύεται από έρωτα προς το επάγγελμα και σεβασμό προς την κοινωνική του αποστολή και όχι από κομματικούς και συντεχνιακούς μηχανισμούς ή μικροσυμφέροντα και  μικροκακίες; Υπάρχουν περιπτώσεις που προωθήσαμε σε θέσεις –κλειδιά τους «δικούς» μας εις βάρος των αξιότερων; Μπορούμε να πείσουμε ότι ζούμε σύμφωνα με τις ιδέες μας και δεν ιδεολογούμε σύμφωνα με τη ζωή μας;

 

  • Πόσοι Σύλλογοι υπάρχουν σήμερα, στους οποίους μοιράζεται κανείς ελεύθερα και χωρίς αυτολογοκρισία τους εκπαιδευτικούς, επιστημονικούς, κοινωνικούς προβληματισμούς του; Καθημερινά συναντώνται   σε έναν Σύλλογο τουλάχιστον δέκα διαφορετικής ειδίκευσης επιστήμονες. Το σχολείο είναι ίσως ο μοναδικός  επαγγελματικός χώρος, που προσφέρει τέτοιας συχνότητας και ποιότητας ευκαιρία για πολυπρισματική προσέγγιση καυτών επιστημονικών αλλά και ευρύτερων κοινωνικών θεμάτων. Πόσα από αυτά συζητούνται σε ένα σχολείο; Πόσες φορές αξιοποιείται αυτή η δυνατότητα να κάνουμε τη Διαθεματικότητα από κυβερνητική εντολή  ευχάριστο καθημερινό βίωμα; Και όταν τελικά συμβαίνει, υπάρχει κόστος; Και ποιο;

 

  • Πόσες παιδαγωγικές συνεδριάσεις ξεστρατίζουν από την παγιωμένη κατηγοριοποίηση των τμημάτων σε «καλό», «μέτριο», «αρκετά καλό» και αγγίζουν πραγματικά προβλήματα των μαθητών τους, με παιδαγωγική ευθύνη και επιστημονική ετοιμότητα,  χωρίς τον φόβο διαρροής των προσωπικών δεδομένων των μαθητών, χωρίς ανταγωνισμό μεταξύ των διδασκόντων, χωρίς δυσκινησία στη λήψη αποφάσεων; Πόσες φορές ακούστηκε σε Σύλλογο η φράση: «Πώς τα κατάφερες εσύ με τον τάδε μαθητή, πώς προσέγγισες το τμήμα σου και χάραξες έναν δρόμο επικοινωνίας; Βοήθησέ με να βρω εναλλακτικούς και πιο αποτελεσματικούς τρόπους»;

 

  • Πόσοι από εμάς έχουμε το ψυχικό υπόστρωμα να αποδεχτούμε ότι δεν είμαστε ικανοί για όλα και για όλους, αλλά  μπορούμε να διδαχτούμε από συνάδελφο με  μικρότερη κατάρτιση από εμάς, λιγότερη εκπαιδευτική εμπειρία, ακόμη και άλλη ειδικότητα; Πόσες φορές παραδεχτήκαμε ανοιχτά ότι, αν και με χαλαρή επιστημονική συγκρότηση ένας συνάδελφος έκανε ένα παιδί να αγαπήσει περισσότερο τον εαυτό του, να βρει διέξοδο, να εκφραστεί; Πού και πώς καταγράφονται αυτές οι σπάνιες αλλά πιο σημαντικές νίκες του εκπαιδευτικού καθήκοντος, που δεν κορνιζάρονται, όπως οι μεταπτυχιακοί τίτλοι και οι βεβαιώσεις παρακολούθησης σεμιναρίων, αλλά επιβεβαιώνονται μέσω της αθόρυβης προσφοράς και της ενεργητικής προσοχής προς τους μαθητές;

 

  • Πόσες φορές συκοφαντήθηκε  η αγάπη των παιδιών για έναν δάσκαλο από εμάς τους ίδιους; Αλλά και πόσες φορές γίναμε ένθερμοι αποδέκτες της απογοήτευσης των μαθητών από συνάδελφο, για να ανακουφίσουμε τη δική μας χαμηλή αυτοεκτίμηση και να διαφημίσουμε τον εαυτό μας; Πόσες “περιπτώσεις” υπάρχουν σε έναν Σύλλογο που  κόβουν και ράβουν εναντίον συναδέλφων, επειδή νιώθουν ανήμποροι να δώσουν οι ίδιοι πρότυπο ζωής και συμπεριφοράς;

 

  • Πόσοι Σύλλογοι λένε τα πιο σημαντικά και τα πιο καίρια, όταν το Βιβλίο Πράξεων είναι ανοιχτό; Πόσες ενστάσεις, διαφωνίες και θέσεις βγαίνουν έξω από το υπόστεγο του ψιθύρου της παρέας και εκτίθενται στην πολιτική, κοινωνική, σχολική κακοκαιρία ως  λόγος και παρουσία;

 

  • Πόσο δημοκρατικά και συνετά μπορεί να αποφασίσει ένας Σύλλογος, εάν  η δημοκρατικότητα, η ατομικότητα, η πρωτοβουλία, η ακαδημαϊκή ελευθερία, η ανεξαρτησία  όχι μόνο δεν είναι   κατακτημένα αγαθά, αλλά ούτε κοινός στόχος;

 

  • Μπορούμε με σοβαρότητα να ισχυριστούμε ότι αισθανόμαστε ασφαλείς κάτω από οποιαδήποτε συνδικαλιστική  στέγη, όταν δεν κατορθώνουμε να επικοινωνούμε με τον συνάδελφο του διπλανού γραφείου; Έτυχε ποτέ να αισθανθούμε ότι ο συνδικαλιστικός μας εκπρόσωπος, κάποτε και μέλος του συλλόγου μας, έχει περισσότερα κοινά με την  Προϊσταμένη Αρχή ως προς τις επιδιώξεις, τα προνόμια, τα κριτήρια και  τη στρατηγική από ό,τι με τα υπόλοιπα μέλη του Συλλόγου, τους συναδέλφους του; Έχουμε ποτέ καταμετρήσει πόσες φορές  εργασιακά  δικαιώματα μελών του Συλλόγου  καταπατήθηκαν αφήνοντας  παγερά αδιάφορους τους συναδέλφους  αλλά και προκλητικά αδρανείς τους εκλεγμένους εκπροσώπους τους;

 

  • Δουλέψαμε ποτέ σε ένα σχολείο, όπου όλα περι­στρέφονται γύρω από τις ανάγκες του ενός ή μιας μικροομάδας του συλλόγου; Αναγκαστήκαμε ποτέ να δώσουμε μάχες με παλιούς, μόνιμους, ντόπιους,  δικτυωμένους, πέφτοντας πάνω σε ένα οχυρό με αυτονόητα προνόμια, που υπαγορεύονται από άσχετες με το εκπαιδευτικό έργο ιδιότητες, πλην όμως ισχυρές και αυτοεπιβεβαιούμενες; Έχουμε ποτέ παρατηρήσει ή ακούσει μαρτυρίες για τις  υποομάδες σε σχολεία, που  επιβάλλουν την κυρίαρχη κουλτούρα  του Συλλόγου και του σχολείου, προσαρμόζουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες  στις προσωπικές τους, πρωτοστατούν σε εκπαιδευτικά προγράμματα με αμφίβολα μαθητικά οφέλη, διαχειρίζονται προσωπικά τα προϊόντα συλλογικής εργασίας, επιλύουν σχολικά προβλήματα πίσω από πόρτες κλειστές και απομονώνουν τους  συναδέλφους, τους «απ΄ αλλού φερμένους»;

 

  • Πόσοι από εμάς σκοντάψαμε πάνω  στην έπαρση της Ειδικότητας των άλλων (συνήθως Φιλολόγων, Μαθηματικών, Φυσικών)  και πόσοι δεν αξιολογήσαμε μαθήματα και κλάδους σπουδών με κριτήριο την θέση μας, την ασφάλειά μας και το κύρος μας στην Υπηρεσία; Πόσοι από εμάς  διακρίνοντας τα μαθήματα σε κύρια και δευτερεύοντα,  υψηλού και χαμηλού γοήτρου παραδεχόμαστε ότι έτσι κατοχυρώνουμε ή διακυβεύουμε τη δουλειά μας;

 

  • Συμβαίνει συχνά ο εκπαιδευτικός που δοκιμάζει νέους παιδαγωγικούς τρόπους,  να δοκιμάζεται πρώτα από όλα από συναδέλφους, στη συνέχεια από γονείς και τέλος από την εκάστοτε Αρχή του; Είμαστε αθώοι κάθε φορά που η αυτονόμηση καταγράφεται ως αυθαιρεσία και η υπερπροσπάθεια ως ανάγκη αυτοπροβολής;

 

  • Έχουμε εντοπίσει  άξιους εκπαιδευτικούς,  καταρτισμένους  και στέρεους εντός τάξης, δημιουργικούς και πρωτοπόρους εκτός σχολείου  να καταλήγουν  άβουλοι,  παθητικοί, ευθυνόφοβοι εντός συλλόγου, για να υπηρετήσουν μια συλλογική απαίτηση ομοιομορφίας;

 

  • Έχουμε συναινέσει  ποτέ με τη σιωπή μας στην εκμετάλλευση του εκπαιδευτικού έργου  συναδέλφου, στην  οικειοποίησή του, στην στρέβλωσή του ή στην υπονόμευσή του, επειδή «δεν είναι δικό μας θέμα»; Έχουμε αναπαυτεί στην ιδέα, ότι ο «καλός» Διευθυντής αξιολογεί κάθε μέλος του Συλλόγου με Άριστα;

 

  • Έχουμε επισημάνει τι είναι αυτό που μπορεί να συνέχει μέλη του Συλλόγου και να εντάσσονται σε υποομάδες; Η ειδικότητα; Οι παιδαγωγικές αντιλήψεις; Τα κοινά οράματα; Η κομματική τοποθέτηση; Οι κοινές αντιπάθειες; Το γειτόνεμα των γραφείων;

 

  • Έχουμε βρει ποτέ λύτρωση  για όσα στρεβλά συμβαίνουν εντός σχολείου στην  απάθεια ή ακόμη χειρότερα σε μια άσφαιρη ουδετερότητα, από την οποία κανείς δεν βγαίνει κερδισμένος αλλά και κανείς χαμένος;

 

  • Δίνουμε στον εαυτό μας την ευκαιρία επαναθεώρησης πάνω στη δράση και την  κουλτούρα του συλλογικού μας οργάνου, ξανασκεφτόμαστε τις ευθύνες μας, αναστοχαζόμαστε πάνω σε συναδελφικές σχέσεις συνεργασίας διαταραγμένες  ή ευδόκιμες ή κουβαλάμε τις ίδιες ιδέες και συναισθήματα από την ένταξή μας σε έναν Σύλλογο μέχρι τη συνταξιοδότηση ή ακόμη  και την παραίτηση;

 

Τα παραπάνω ερωτήματα  έχουν άλλη απάντηση ανάλογα με τον χώρο και τον χρόνο που τίθενται. Το μικροκλίμα του Συλλόγου δεν είναι παντού  ίδιο, ούτε στατικό. Καλούμαστε να το διαμορφώσουμε με την προσωπική μας συμβολή, καθώς καμία νομοθετική ρύθμιση, καμία εκπαιδευτική πολιτική, όσο εμπνευσμένες και φιλότιμες  κι αν είναι,  δεν μπορεί να μας το χαρίσει και μάλλον καμία εκπαιδευτική εμπειρία δεν μπορεί να το εγγυηθεί. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ένας Σύλλογος χωρίς συλλογικότητα, ένας Σύλλογος με έκπτωτο Συν και Λόγο ως απλή συνάθροιση ατόμων στον ίδιο χώρο, διαμορφώνει ένα μικροκλίμα τοξικό, ένα σχολείο καταθλιπτικό, έναν εκπαιδευτικό δυστυχή και αφοπλισμένο, ανίκανο να βρει και να δώσει αυτό που είναι αναγκαίο και σε εκείνον και στην εποχή μας: ένα νέο νόημα στην Παιδεία.Βάνα Δουληγέρη


Νέα Παιδεία (2015), τεύχος 155

Fresh-Education : Το Μικροκλίμα του Συλλόγου Διδασκόντων

Επίδοση Ελέγχων

 

Μαθητής στριμωγμένος από δύο γυναίκες, ανάμεσα στην πόρτα του διευθυντικού γραφείου και στο φλύαρο χριστουγεννιάτικο δέντρο, ακούει την εθιμοτυπική κατσάδα για τις επιδόσεις του και κυρίως τη σεσημασμένη συμπεριφορά του στην τάξη, που έχει αποτυπωθεί σε 14 ωριαίες αποβολές.


Πρώτο βιολί η καθηγήτρια. Δεύτερο η μάνα, που ξενοδουλεύει, για να δει το γιο της «να αρπάζει τη ζωή και να τη στίβει σαν λεμόνι». Το γυναικείο δικαστήριο εν χορώ αποφαίνεται ότι το παιδί έχει μεν δικαίωμα να είναι παιδί, αλλά δεν έχει δικαίωμα να παρακωλύει τη διδακτική διαδικασία (η καθηγήτρια) και να εμποδίζει τους καθηγητές να κάνουν τη δουλειά τους (η μάνα), δεν έχει δικαίωμα να αποσυντονίζει το μάθημα, όταν κάποιοι μοχθούν να μάθουν (η καθηγήτρια), να ενοχλεί αυτούς που δεν του χρωστάνε τίποτα (η μάνα) και, πάνω από όλα, δεν έχει δικαίωμα να παραμελεί τον εαυτό του και να μην αξιοποιεί τα χαρίσματά του, που είναι τόσα πολλά!!! (και οι δυο ομοφώνως).

Ο μαθητής, με μάτια πιο λαμπερά από τα λαμπιόνια του δέντρου δίπλα του, κοιτάζει μία την μια, μία την άλλη, με το βλέμμα, που φοράει κάθε φορά που βλέπει περισπωμένες και δασείες στον πίνακα: «καημενούλες, δεν σας το έχουν πει, αλλά δεν υπάρχετε πια…»

Ξαφνικά, το πρόσωπό του φωτίζεται, σαν να του ανακοίνωσαν ότι αντί για διαγώνισμα, θα έχει «κενό». Γυρίζει αστραπή την πλάτη του στις κυρίες, σηκώνει το χέρι του και το κολλάει σε ένα παιδί, αδελφό φίλου του, που ήρθε μαζί, για να πάρουν τους βαθμούς, ένα παιδί με σύνδρομο DOWN, ενώ του σκάει και ένα φιλί λέγοντας: «Τι έγινε, ρε μεγάλε; Καιρό έχω να σε δω!»

«Καλές γιορτές», είπε η μία κυρία. 

«Καλές γιορτές και σε σας!» η άλλη. 

 «Καλές γιορτές» και ο μικρός.

  Βάνα Δουληγέρη

Μαλλιά κουβάρια με τον Μανόλη για το Δώρο – Βάνα Δουληγέρη –

Τον είχα εντοπίσει από τον Αγιασμό. Κάθε φορά που σήκωνε ο παπάς την αγιαστούρα, ο Μανολάκης κάτι μουρμούριζε και το γέλιο απλωνόταν στο μισό σχολείο σαν κύμα στη θύρα 7. Στο χαιρετισμό του Διευθυντή χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο. Έδενε τα αθλητικά του επί 5 λεπτά… Όταν ακούστηκε δε και ο χαιρετισμός του Υπουργού με το εδάφιο του Κοέλιο: «Όταν θέλεις κάτι πολύ,  μπλα μπλα μπλα,  για να το πετύχεις» παίρνω όρκο ότι τον άκουσα να λέει ότι ο Υπουργός κάνει κλόπι πειστ  τα «I LOVE MINIONS». Ακούς εκεί, το παλιόπαιδο… Κοτζάμ Υπουργός…

Είναι πρώτη ώρα Λογοτεχνίας και κουτσουρεμένη λόγω ενημερώσεων Δ/ντου και διαπραγματεύσεων των εφημερευόντων με αυτούς που πάλι άργησαν και βρήκαν την πόρτα κλειδωμένη. Νυστάζω, ο Αυτοκράτορας (=το φωτοτυπικό) έχει χαλάσει πάλι,λήγει και η προθεσμία  πληρωμής του ΕΝΦΙΑ, πρέπει όμως να κάνουμε  το «Δώρο ασημένιο ποίημα».  Το «Δώρο ασημένιο ποίημα» χαρίζεται σε κάθε παραλήπτη. Ο αποστολέας είναι γενναιόδωρος. Ο παραλήπτης είναι τυχερός. Ο ταχυδρόμος όμως ζει το δράμα του:

(Διαβάζω) Κιχ δεν ακούγεται.

«Ξέρω πως είναι τίποτε όλ’ αυτά

και πως η γλώσσα που μιλώ δεν έχει αλφάβητο

( Διαβάζω). Άχνα….

Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλλαβική

που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους καιρούς της λύπης και της εξορίας (ακούγεται η πρώτη ακανόνιστη ανάσα από την τάξη- δεν δίνω σημασία, χαμηλώνω τη φωνή μου.)

Kι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ’ επιστρώσεις

διαδοχικές φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει καιβαλθείς για να την αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή (σέρνεται από το παράθυρο προς την πόρτα ένα πνιχτό χάχανο, σαν κουτσομπολιό πίσω απ΄ τις γρίλιες… σκέφτομαι: θα εμπιστευτώ το ποίημα• το ποίημα θα κάνει τη δουλειά του. Ας κάνω και εγώ τη δική μου. Διαβάζω.)

και δίνεις λόγο 

Σ’ ένα πλήθος Eξουσίες ξένες μέσω της δικής σου

Πάντοτε

Όπως γίνεται για τις συμφορές  

Όμως ας φανταστούμε σ’ ένα παλαιών καιρών αλώνι

που μπορεί να ‘ναι και σε πολυκατοικία

(ξαφνική ησυχία= ανήσυχη εγώ)

ότι παίζουνε παιδιά

και ότι αυτός που χάνει 

Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους άλλους 

και να δώσει μιαν αλήθεια  

(αυτή η ομιλία των λέξεων κάθε φορά με συγκινεί:  μιαν αλήθεια/ σύμφωνα με τους κανονισμούς / πρέπει / να δώσει  /στους άλλους… και να τη δώσει την αλήθεια του /αυτός που χάνει… Ποιος μπορεί να αντισταθεί σ΄ αυτά τα λόγια, αν τ΄ ακούσει. )

 Oπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι τους ένα μικρό …

(και κάτι συμπληρώνει ΤΩΡΑ ο Μανόλης! Δεν έχει σημασία τι. Βάλτε εσείς μια λέξη – το ίδιο κάνει- μια λέξη που σβήνει τον ήχο από  τις τρεις επόμενες.)

 Δώρο ασημένιο ποίημα.

Ο Μανολάκης, που,  αν ήταν ινδιάνος  θα λεγόταν ΚΑΘΙΣΤΟΣ ΤΑΥΡΟΣ και θα περνούσε από μπροστά του όλη η φυλή για επιθεώρηση, πριν πάει για κυνήγι,  μου ρίχνει 2 κεφάλια και ένα ανάθεμα κάθε φορά που έχουμε λογοτεχνία, γιατί κατά δήλωσή του “Τα ποιήματα δεν είναι για άντρες” !!!

Δοκίμασα με το χαμόγελο, δοκίμασα με ειρωνεία, δοκίμασα με το άι οφ δε τάιγκερ, δοκίμασα με χιούμορ, έπιασε, γελάσαμε, συμπαθηθήκαμε, κάναμε ανακωχή μία ώρα, αλλά το σκορ είναι πάντα 0-0, ή 1-1. Νίκη δεν κατήγαγε κανείς. Πάντα στην παράταση το παιχνίδι με το Μανόλη. Μέχρι που του ανέθεσα να γράψει τις ενστάσεις του και τις παρατηρήσεις του στο ποίημα σε μορφή κειμένου της επιλογής του… Κανένα αποτέλεσμα. Μέχρι που του ζήτησα να φέρει στίχους από ένα τραγούδι της επιλογής του. Τίποτα. Τα ίδια Μανολάκη μου, τα ίδια Μανολιό μου. Θυμάμαι μια σκηνή από την προηγούμενη εβδομάδα. Αντί να επισημαίνει τα νεωτερικά στοιχεία του ποιήματος, όπως κάνουν  όλοι οι επιτυχώς απειλημένοι μαθητές, ο Μανολάκης παίζει με τα μαλλιά της μπροστινής του. Τα κάνει κοτσίδα, τα κάνει μουστάκι, τα κάνει ναυτικό κόμπο, τα κάνει 

«Ο ήλιος έφυγε

Αλλά η μέρα  σταμάτησε την πορεία της  

Και κοιτάζει τα μαλλιά σου».

Αλλά ο Μανολάκης τον Σαραντάρη δεν τον ξέρει.

Και δεν θέλει και να τον μάθει.

Κι όταν  σε λίγο  ακούει:

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Tο βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά

Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Tα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά
που μεγαλώνει
Tο γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Eπειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το
εξαργυρώνει:

… ο Μανολάκης αποφαίνεται: «και περιμένει με κάτι τέτοια ο Ελύτης να χτυπήσει γυναίκα, Κυρία;»!!!

Κάθε φορά που έχουμε μάθημα με τον Μανόλη ψάχνω να το βρω: πού το ΄ βαλα; Πού μου παράπεσε; Πού είναι  το «εσωτερικό μου πρέπει», που με έκανε άνθρωπο και  με κρατάει σε ένα επίπεδο ευγένειας; Κάθε φορά σκέφτομαι: μακάρι να μπορούσα να διδάξω Μαθηματικά, που κανείς δεν τα σνομπάρει. Πόσο γελοίο να σου φανεί ένα χ, μία υποτείνουσα, μία ρίζα 5 διά 2; Πάντα αναρωτιόμουν, γιατί κανείς δεν γελάει με τα Μαθηματικά. Με τους Μαθηματικούς, ναι. Αλλά με τα Μαθηματικά κανείς. Αν και τώρα που το σκέφτομαι με το εντός εκτός κι επί τα αυτά 2 ωριαίες έχω φάει απ΄ τα γέλια.

Απελπισία.

Μέχρι και τη συναστρία μας με το Μανόλη ζήτησα από τη φίλη μου, τη Σοφία, που τίποτα δεν της ξεφεύγει:

-« Α, παπαπαπα! Παρθένος με Σκορπιό; Θα σου βγάλει την πίστη, φιλενάδα. Αυτός… μέχρι και παραίτηση θα σε βάλει να ζητήσεις».

 – «Τι λες τώρα, Σοφία μου, με τρομάζεις. Μα γιατί; 3 πλανήτες έχω στο Σκορπιό. Δεν μπορούμε να βρούμε έναν δίαυλο επικοινωνίας;»

-«Τι να τους κάνεις, Βάνα μου; Με τον ωροσκόπο σου στα ψάρια και Δία στον Καρκίνο στους γιατρούς θα τρέχεις με το Μανόλη. Ώρα γέννησής του ξέρουμε;»

 – «Δεν την  γράφει η καρτέλα.»

Και δεν είμαι εγώ που δεν μπορώ να επικοινωνήσω με το Μανολάκη. Ο Σαραντάρης υπέκυψε, ο Καβάφης έχασε άμα τη εμφανίσει, ο Νερούντα «κιχ» δεν πρόλαβε να κάνει. Και θα τα καταφέρω εγώ; Και έχουν βγει στο δρόμο τα ποιήματα μες στο μυαλό μου και διεκδικούν το δίκιο τους. Με  υψωμένη γροθιά και πανό:

Το ένα λέει:

Και μοναχά η τιμή τους απομένει,

όταν ανηφορίζουμε τους δρόμους, 

το βράδυ στις οχτώ, σαν κουρντισμένοι.

Το άλλο:

Πριν φτάσουμε στη μέση αυτού του δρόμου,

εχάσαμεν τη χρυσή πανοπλία, 

και μόνο το μεγάλο ερώτημά μας 

ολοένα πιο σφιχτά μας περιβάλλει.

Και το άλλο, ( αυτό το άλλο, πόσο το συμπονώ):

κτηνώδη το νέκταρ και το φιλί

κτηνώδη τα απομεμονωμένα κουδούνια του σχολείου.

Γελάστε όσο θέλετε, αλλά εμείς, οι φιλόλογοι, μπορεί να μην δίνουμε δεκάρα για όσα μας σέρνουν, αλλά μπροστά στα ποιήματα κοκκινίζουμε καμιά φορά. Πολλοί προσπάθησαν να με καθησυχάσουν. Ο Σύμβουλος  πρόσφατα μας έλεγε: «Ως πότε οι φιλόλογοι θα υποφέρουν με όλα τα τραύματα του σχολείου; Ως πότε θα ζαλώνονται τον κάθε καημό; Δεν είμαστε θαυματοποιοί. Δεν έχουμε μόνο εμείς την ευθύνη για το παιδί. Υπάρχει και ο Γυμναστής, ο Μαθηματικός, ο Κοινωνιολόγος, ο Καθηγητής καλλιτεχνικών. Γιατί επωμίζεστε και το φορτίο των άλλων;» Και μια συνάδελφος προχθές στο κενό μας, αφού μοιραστήκαμε ένα  κλάμα και ένα κουλούρι μου είπε μισοαστεία μισοσοβαρά: «Ας μην ξέρουν ποίηση οι άντρες, δε βαριέσαι, δεν χάλασε κι ο κόσμος…»

Όμως η φίλη μου, η Βέρα, λέει: «Να μην ξέρει ποίηση;;;; Και τι είναι η ποίηση; Ποδήλατο;  Που θα του  πάρει ο μπαμπάς του αυτοκίνητο και δεν μας νοιάζει; Αυτός μεθαύριο θα αποφασίζει για μένα, για το παιδί του, για τον εαυτό του. Είναι εγκληματικό να μην εκτιμά την ποίηση.- »

«Το ποίημα είτε μας μιλάει, είτε δε μας μιλάει», λέει κάπου ο Σεφέρης. «Μπορεί να το διαβάσεις είκοσι φορές μέσα σε είκοσι μήνες ή σε πέντε χρόνια, και να μην σου ειπεί τίποτα. Και ξαφνικά εκεί που περπατάς στο ακροθαλάσσι, για να πάρεις τον αέρα σου, ένας στίχος του χτυπάει ανεπάντεχα την ύπαρξή σου, όπως το ατλάζι του πελάγου σού χτυπάει τα μάτια, και σε φωτίζει ολόκληρο. Την ίδια ακριβώς στιγμή που φωτίζεται και το ποίημα μέσα σου.» Ναι, ίσως τον βρει κατάστηθα τον Μανόλη το ποίημα, όταν περπατάει στην παραλία με τη γυναίκα της ζωής  του, μετά από 10 χρόνια,  τώρα όμως είναι εδώ, απέναντί μου και το πληγώνει το ποίημα.

Πολλά λέμε για τα παιδιά και τα δικαιώματά τους, όμως τα ποιήματα δεν έχουν δικαιώματα; Πρέπει να είναι παρών ο δημιουργός τους, για να τα σεβαστείς; Τα λόγια αφ΄ εαυτού τους δεν έχουν παρουσία, ήθος και ανάστημα; Μπορείς να γελάς με το «Πάτερ Υμών» στα μούτρα ενός χριστιανού; Πρέπει να βλέπεις τον Ιησού ενώπιόν σου, για να τη σεβαστείς την Κυριακή προσευχή; Γιατί, λοιπόν, πρέπει να είναι ο Ελύτης απέναντί σου με σάρκα και οστά, για να τον αφήσεις να μιλήσει;

Πάντα ενθαρρύνουμε  την αμφισβήτηση των παιδιών και είμαστε αισιόδοξοι για τα παιδιά που αμφισβητούν, προσωπικά αισιοδοξώ και για τα αντιδραστικά παιδιά • για κάθε αντίρρηση που εκτινάσσεται γνήσια και ορμητική, ακόμη κι αν είναι ασχημάτιστη και ατεκμηρίωτη. Και ο κυνισμός ενός παιδιού, όσο κι αν με τρομάζει, ξέρω πως  είναι η παρηγοριά του. Όμως έχω το δικαίωμα, την αρμοδιότητα, το θάρρος να επαινέσω την τάση του Μανόλη, αλλά να κατακρίνω το αποτέλεσμά της; Με απλά λόγια, επιτρέπεται στο πιο φιλελεύθερο και φιλάνθρωπο μάθημα, στη Λογοτεχνία, να κατσαδιάζεις το μαθητή, επειδή βγάζει τη γλώσσα του στο ποίημα;

ΝΑΙ!!

Όχι μόνο επιτρέπεται, αλλά και επιβάλλεται.

Όσο περνούν τα χρόνια, πείθομαι όλο και περισσότερο γι΄ αυτό. Κανένα άλλο είδος τέχνης, δεν έχει δείξει τόση ανοχή και μεγαθυμία στην τάξη, όσο η Λογοτεχνία. Κανένα σχολικό μάθημα δεν έχει τον τσαμπουκά να θέσει υπό αμφισβήτηση τον ίδιο του τον εαυτό, δίνοντάς σου μάλιστα το δυναμίτη να το τινάξεις στον αέρα, όσο η Λογοτεχνία. Και κανένας άλλος διάλογος στην τάξη δεν είναι τόσο απρόβλεπτος, ακροβατικός και ανεπανάληπτος, όσο ο διάλογος την ώρα της Λογοτεχνίας. Ε, Αρκετά πια…  Και μια διαταγή πού και πού την δικαιούται και η Λογοτεχνία… Ο Λιαντίνης έλεγε ότι η λογοτεχνία δε γίνεται υπό τύπον αγγαρείας, αλλά πάντα σαν αναψυχή και χαρούμενος κόπος. Ποιος όμως κάνει τη Λογοτεχνία αγγαρεία; Το αναλυτικό πρόγραμμα; Η αξιολόγηση του μαθητή στη Λογοτεχνία; Η Τράπεζα Θεμάτων; Η πολιτική διαφθορά; Η ανεργία και η φτώχια; Τα τηλεοπτικά σκουπίδια; Η στρεβλή γλώσσα της πολιτικής; Η ενορχηστρωμένη απαξίωση των καθηγητών και των δασκάλων; Η απουσία αξιολόγησης; Η δυσκολία προσδιορισμού νοήματος στη μόρφωση; Ή εγώ που δεν αξιώθηκα ένα μεταπτυχιακό και  ψυχορραγεί τώρα στα χέρια μου το «Δώρο ασημένιο ποίημα», ανυπεράσπιστο;

Και είμαι ξανά στο κομβικό σημείο που θέλω να αλλάξω δουλειά, να κλάψω σε μια αγκαλιά,  να βάλω στο λαιμό μου μια θηλιά, να σύρω τον Μανόλη απ΄ τα μαλλιά. Θυμάμαι και τον παππού Παλαμά που λέει για τον δάσκαλο: «Τι κι αν πολλοί σ’ έχουνε λησμονήσει; Θα θυμηθούνε κάποτε κι αυτοί το βάρος που κρατάς σαν Άτλαντας στην πλάτη», αλλά μέχρι να έρθει αυτό το «κάποτε», ποιητή μου, το βάρος θα με λιώσει. Για άλλη μια φορά πιο σωτήρια είναι τα λόγια της μάνας μου:  «Τι είπες; Για έλα εδώ να μου το πεις από κοντά», « Αν έρθω εκεί, θα σε κάνω 800 οκάδες» και το άλλο: «Άμα σε πιάσω στα χέρια μου, δεν σε σώζουν 10 νοματαίοι» Τα λόγια της είναι το σκονάκι μου. Και  πετυχαίνω τη φωνή μου τσιριχτή, τη στάση του σώματος σταθερή,  το βλέμμα αιχμηρό να ξιφασκεί με το βλέμμα του εχθρού- Μανολάκη στο τέταρτο θρανίο.

Στέκομαι από πάνω του (τρόπος του λέγειν, γιατί και καθιστός μού ρίχνει, γύρω στα 10 εκατοστά, και του λέω με την βαθιά  και αξύριστη φωνή μου) :

«Άκου να σου πω, Μανόλη.»

«Εδώ!!!»

(Ο Μανόλης μία που με κοιτάζει μία που κοιτάζει το κοινό του, την αποσβολωμένη τάξη)

«Να με κοιτάς, όταν σου μιλάω!»

«Ήρθε η ώρα να ασχοληθώ ΜΟΝΟ μαζί ΣΟΥ, Μανόλη! Άδραξε την ευκαιρία! Δεν θα σου δώσω άλλη!»

Και βλέπω το Μανολάκη πρώτη φορά να σαστίζει, να χαμηλώνει το βλέμμα, να ζαρώνει ένα τσακ τους ώμους (!) και παίρνω τα πάνω μου.

(Τώρα τον έχω, σκέφτομαι. Αυτό είναι. Όρμα, Τζακ, και τα κόκαλα δικά σου!!)

Βαδίζω  ολοταχώς προς τη νίκη κάτω από τις επευφημίες του Νερούντα, τα λάικ του Σαραντάρη και τις ευχές του Αγίου Κάλβου, που με ξεματιάζει πίσω από την κουρτίνα. Και  λέω, απνευστί: « Τέρμα πια τα νόστιμα, Μανόλη!» «Βαρέθηκα και δεν σε παίρνει!» «Δεν ξέρω πού νομίζεις ότι βρίσκεσαι, αλλά εδώ μέσα, ΕΔΩ ΜΕΣΑ,  θα γίνεται αυτό  που λίω εγώ…»

Ναι, αγαπητοί μου! Καλά διαβάσατε : Αυτό που λίω!!

100 λέξεις υπερασπίζεσαι. Μία είναι αρκετή να σε προδώσει.

Πρώτη Δημοσίευση 13-11-2014  Kiss grass social

Όταν οι άλλοι παίρνουν εισιτήρια για Σκιάθο κι εσύ παίρνεις δεύτερο χέρι εισιτήριο για το μετρό… Β.Δ.


Τώρα κανονικά θα έπρεπε να διαβάζω.. Το  2ο επίπεδο επιμόρφωσης παραμένει στον 2ο και εγώ ακόμη στο ισόγειο.. Όμως τα σπίτια εδώ στη Δύση είναι σφιχταγκαλιασμένα και -θέλοντας και μη- ακούω τη Διαμάντω, απ΄ τη διπλανή βεράντα (μπαλκόνι είναι, βεράντα τη λέμε μην έχουμε τραβήγματα, ζούμε σε άγριες εποχές..).

Η Διαμάντω, γυναίκα  Παραδοσιακού Οργάνου της Τάξης (ανώνυμο θα τον αφήσω αυτόν- έχουν δει πολλά τα μάτια μου..),  ζητάει για πέμπτο καλοκαίρι διακοπές στη Σκιάθο, γιατί φτάνει πια με τα συμπεθέρια,  που  για ένα μπάνιο έρχονται και κατσικώνονται ένα μήνα στο Βραχάτι και δεν σηκώνουν το χέρι τους ούτε για να διώξουν σφίγγα! ‘Έλεος πια με την ανιψιά του που μαρτυράει η φυσούνα  μεσημεριάτικα στα χέρια της, κι αν ακούσει άλλη μια φορά τον πατέρα (τον πεθερό της) να βροντάει τα πούλια  αναφωνώντας : «οι πολλοί μουσαφιραίοι φέρνουν γκρίνια στο σπίτι», (που σημαίνει στην επόμενη ζαριά θα σου πιάσω τη μάνα) θα  θάψει το βηματοδότη του στην αυλή. Και συμπληρώνει με φωνή μία οκτάβα κάτω : «Αν είναι να κάνω τη  δούλα… θα την κάνω εκεί που θέλω!»  

Το όργανο της τάξης, που  τέτοια ώρα, περασμένες 11, συνηθίζει να κρύβεται πίσω  από το Πελαργόνιο το πελτωτό (κοινώς: Βαμβακούλα), αν και Βάζελος,  για να μην φαίνεται στη γειτονιά η πιτζάμα με το πέτο, τη μαστιγώνει με τσουχτερά αρσενικά λόγια: «Να ξοφλήσουμε το δάνειο, Μάντα μου, και θα σε πάω όχι στη Σκιάθο, στην Καραϊβική!!»

Όσο κι αν τον αντιπαθώ,  τον  συναισθάνθηκα. Όπως αυθόρμητα κάνεις γκριμάτσα πόνου βλέποντας στην τηλεόραση εγχείρηση. Ένα κομπολόι κατάρες έχω στο χέρι για την οικονομική κατάσταση, στην οποία κατρακυλήσαμε οι περισσότεροι, αλλά τις κατάρες δεν τις καταδεχόμαστε εδώ στη Δύση. Θέλουν  συνένοχο στο έγκλημα και εμείς… δουλεύουμε μόνοι μας. 

Τι πρέπει να κάνει ένας άνθρωπος αυτοδημιούργητος, εργατικός, έντιμος, που εξακολουθεί, παρ΄ όλους τους νονούς της εποχής, που ξαναβάφτισαν τη ρεμούλα καπατσοσύνη, να βλέπει ηθικό στίγμα στο φόνο, στην κλοπή, στην απάτη, στην  αυτοκτονία, στην παραίτηση, στην απαισιοδοξία, στην απάθεια; Υπάρχει σταγόνα αξιοπρέπειας στην αποδοχή της αδυναμίας σου να πάρεις από τη ζωή ό,τι σ΄ ευχαριστεί, ό,τι δικαιούσαι, ό,τι σου ανήκει, με μόνο εφόδιο την αυταξία σου ως ανθρώπου; Πώς πρέπει να πορευτεί και πώς να γιατροπορευτεί ο άνθρωπος που δεν έχει να αγοράσει ολοήμερο ήλιο, καθαρή θάλασσα, δροσερό αέρα, πολύχρωμο  ηλιοβασίλεμα, άγνωστο τοπίο; Από  πού να αντλήσει υπόδειγμα ζωής, όχι πια για να αλλάξει τον κόσμο, αλλά για να μην τον αλλάξει αυτός;

«Η φτώχεια είναι ο γονέας της επανάστασης και του εγκλήματος» έλεγε ο Αριστοτέλης. Για έγκλημα δεν κάνουμε, το ξεκαθαρίσαμε, αλλά  για  επανάσταση; Ποιος είπε ότι αυτοί οι άνθρωποι του μόχθου δεν κάνουν ήδη την επανάστασή τους; Ποια εκφυλισμένη ιστορική συνείδηση υπαγορεύει ότι  επανάσταση είναι να χύνεις το αίμα σου ή το αίμα του άλλου; Δεν είναι επαναστατικό σήμερα να ξυπνάς κάθε μέρα και να πηγαίνεις στη δουλειά σου, καλημερίζοντας τον  άγνωστο στη στάση του λεωφορείου; Δεν είναι επαναστατικό να γλιτώνεις στο τσακ το εγκεφαλικό με το λαομίσητο λογαριασμό της ΔΕΗ  και να αφήνεις γενναίο φιλοδώρημα στο μελαμψό παιδί στο βενζινάδικο; Δεν είναι επαναστατικό να ξυπνάς, για να ψάξεις άλλη μια μέρα για δουλειά, μια δουλειά «ό,τι να΄ναι», για να φέρεις στο σπίτι ένα πιάτο φαγητό ή να πληρώσεις τα αγγλικά του παιδιού σου;  Δεν είναι επαναστατικό μέσα  σ΄ αυτό το «ό,τι νά ΄ναι» να μην κάνεις τη δουλειά σου «όπως νά ‘ναι»; Δεν είναι επαναστατικό να πνίγεσαι μέρα-νύχτα σε αλγορίθμους και Βενιζέλους και πλαγιωμένους υποθετικούς, όταν αυτοί που σε συγχαίρουν για την εισαγωγή σου στο Πανεπιστήμιο είναι οι ίδιοι που σου έχουν κρατήσει πρώτο τραπέζι πίστα στην ανεργία; Δεν είναι επαναστατικό να μη θες ούτε και τώρα να γίνεις σαν πολλούς απ΄ αυτούς που ζουν από σένα καλύτερα;

Δεν είναι επαναστατικό να γελάς με τα χάλια σου;

«Γιατί;;; Τι έχει το Βραχάτι;» συνεχίζει ο έρμος, ο δίμετρος όργανος σε μια απέλπιδα προσπάθεια  να αναβάλει το χατίρι της γυναίκας του περισώζοντας και την περηφάνια του..

«Εδώ ολόκληρος  Μίκης το καταδέχεται και εσένα σου ξινίζει;»

«Ο Μίκης»; «Ολόκληρος Μίκης»; Εμβρόντητες και εγώ και η Διαμάντω και η Ψυχολογία και η Κοινωνιολογία….  Ε, τελικά, η ανέχεια, η αδικία και η περηφάνια μπορεί να τον χαλάσουν τον άνθρωπο… ή να τον φτιάξουν… Εξαρτάται ποιος ήταν πριν…

 Βάνα Δουληγέρη

 

Θα ανθίσουν οι μπαμπακιές

Κάπου στην Πελοπόννησο. Στο χωριό. Στο σπίτι. Απέναντι υψώνεται το  καμπαναριό του Αγίου Γεωργίου. Σαν να επιτίθεται στο μπαλκονάκι,  απέχει μόλις ένα μέτρο και κανείς από τους συγχωριανούς δεν παίρνει όρκο ποιο από τα δυο κτίστηκε πρώτο, η εκκλησία ή το σπίτι. Ούτε η εκκλησία ούτε το σπίτι έχουν ιδιοκτήτη. Μόνο περαστικούς νοικοκύρηδες. Έτσι, κανένα από τα δύο δεν μπορεί να αξιώσει την  υποχώρηση του άλλου

      Λιθόχτιστο –εννοείται- ψηλόλιγνο με 1 καμπάνα μόνο, που χτυπούσε εκτάκτως για φωτιά, για θάνατο, ή για να τρομάξουμε όποιον έφερνε το αμίλητο νερό από την βρύση και να χάσει επιτέλους.  Όταν ήμουν παιδί μού φαινόταν σαν ένα πέτρινο πεινασμένο στόμα που ήθελε άλλοτε να μας καταπιεί, άλλοτε να μας συμβουλέψει. Εξαρτάται τι κακό κάναμε το προηγούμενο βράδυ: Πήραμε κρυφά τα κλειδιά από το σακάκι του παππού, για να πάμε στο κατώι να καπνίσουμε; Δώσαμε ραντεβού νύχτα στη Δημοσιά με τα αγόρια; Πετάξαμε τα γουβαρλάκια στο σκυλί;  Ή – άκου τώρα – γλύψαμε καμιά πέτρα να δούμε πώς είναι η γεύση του χώματος; Πάντως σίγουρα έστηνε αυτί στις κουβέντες μας όλες, απρόσκλητο εξομολογητήριο, να πάρει μια ανάσα από  τις προσευχές,  τις δοξολογίες και  τα  μνημόσυνα. Μου έσπαγε τα νεύρα αυτό  το καμπαναριό. Μου έκοβε ο Θεός τη θέα


«Καλύτερα μπροστά σου οι παπάδες, παρά πισινέλα1», μου έλεγε ο παππούς.

       Φήμες λένε ότι ο παππούς δώρισε γη, για να ανεγερθούν εκκλησίες. Δεν  το αποκλείω, καθώς πολλοί δικοί του άνθρωποι –πού τους έβρισκες πού τους έχανες •στις εκκλησίες.  Έτσι:  πιο πολλές εκκλησίες πιο συχνά θα τους έχανες…  Ο ίδιος δεν πήγαινε στην εκκλησία. Νομίζω τη βαριόταν. Αν και ο παπα-Γιώργης ήταν ο καλύτερός του φίλος. «Όταν απολύκει η εκκλησία, θα γυρίσω», έλεγε και πήγαινε στο καφενείο. Ή στο περιβόλι. Λες και είχε ραντάρ, επέστρεφε, όταν το τραπέζι ήταν στρωμένο και το ποτήρι του δίπλα στο πιάτο.

     Ένα βράδυ στο πανηγύρι του χωριού, στη χάρη Της, αυτός στην κορυφή, πρώτο τραπέζι μπροστά στην ορχήστρα. Το καπάρωνε το πρώτο τραπέζι, από το στήσιμο του πανηγυριού την προηγουμένη• σιωπηλά, με το βλέμμα. Ούτε ο παπα- Γιώργης δεν τολμούσε να καθίσει πιο κοντά στα όργανα, αλλά αργά τη νύχτα έπαιρνε την ταπεινότητά του και το ποτήρι του  από τα μετόπισθεν και καθόταν δίπλα στον παππού κάνοντας νεύμα  στην παπαδιά,  που κάθε φορά το παράκανε με τον χορό. Τόσο, ώστε κάποτε σκέφτηκα ότι ο παπάς εφηύρε  το πανηγύρι, για να έχει κι  η παπαδιά την έξοδό της. Το έναν χορό μετά τον άλλο η παπαδιά και ο ξάδελφός μου και εγώ το ένα ποτήρι μετά το άλλο.  Είμαστε – δεν είμαστε 15 ετών, ώσπου ξαφνικά ο παππούς:

«Τι κάνεις ευτού2

  παππούς δεν έκανε ερωτήσεις. Ποτέ!!! Μπορούσα να τον δω να κάνει θαλάσσιο σκι με την Μπριζίτ Μπαρντό στους ώμους, να χορεύει πάνω σε ένα ποτήρι, να  πιάνει δελφίνια με  ξώβεργες, να παίζει με ένα  τηλεκατευθυνόμενο αυτοκινητάκι στην πλατεία του χωριού, ενώ τα εγγόνια του σκούζουν, και να μην ξαφνιαστώ. Αλλά οι ερωτήσεις  ήταν πάνω του παράταιρες σαν μπούκλα.)

«Θέλω να μεθύσω.»

« Μπα!!! Και γιατί;»

(Δεύτερη ερώτηση. Παναγία μου. Με βλέπω να με κρεμάει από το Πλατάνι  της  πλατείας, να τρώνε όλοι τις λαλαγγίδες3 της μάνας μου και εγώ φακές,  να κάνω παρέα με το γουρούνι στο παχνί του όλο το βράδυ,  να πιάνω με τα χέρια τη γκουβούνα4 της γαϊδούρας, ή να πίνω απ΄ την ποτίστρα του  αλόγου -παλιές, ατεκμηρίωτες απειλές του. Έλα όμως που πάντα απολάμβανα να του λέω την αλήθεια, χοντροκομμένη και  άψητη, για να δω τις αντιδράσεις του. Αυτό ήταν ένα προνόμιο που μόνο εγώ από όλα τα εγγόνια – μην σας πω κι απ΄ τα παιδιά του- είχα. Ή  μόνο εγώ το δοκίμασα, πήρα το ρίσκο του και πια δεν μπορούσε κανείς να με εκθρονίσει από «Βασίλισσα του καθαρού παγωμένου νερού  στα μούτρα του Παππού». Μόνον ο ίδιος.)

«Για να δω πώς είναι.»

«Δεν θα μεθύσεις, απέ ρεζίλι θα γίνεις. Το κρασί θέλει καβαλιέρο.»

«Δηλαδή;»

«Λιγούλι  τυράκι, μία γουλίτσα, λιγούλι ψωμάκι, άλλη μια γουλίτσα.»

      Είχε δίκιο. Μέσα σε δέκα λεπτά γελούσα και έκλαιγα μαζί με έναν κατιφέ στο αυτί και μία φτέρη για μουστάκι,  απαιτώντας από την ορχήστρα να σταματήσει το «Μωρ΄ περδικούλα του Μοριά» (να ξεκουραστεί κι η παπαδιά) και  να παίξει τη «Γαλιάντρα» του Περπινιάδη  να χορέψω.

Μη χειρότερα.

Τα πανηγύρια στο χωριό ήταν επικά. Γενικά τα καλοκαίρια στο χωριό… Μετά αποκτήσαμε την ανεξαρτησία μας και πετούσαμε τη σκούφια μας μόνο για τη θάλασσα. Στο χωριό είχε τα πάντα εκτός από θάλασσα. Η αγάπη και η προτίμηση του παππού για τα άγρια βουνά ήταν αδιαπραγμάτευτη. Πρέπει να είναι ο μοναδικός άνθρωπος που ξέρω  που αδιαφορούσε για τη θάλασσα. Ακόμη και στην Αθήνα, η θάλασσα δυο βήματα, παππούς + θάλασσα = δυο ξένοι στην ίδια πόλη.

        Χίλιες φορές να μείνει στο μαγαζάκι του.  Ένα μαγαζάκι μικρό σαν φεγγίτης, που μύριζε πετσί, κερί, κόλλα και ρετσίνα. Από κάτω, στο υπόγειο, είχε το κελάρι του, όπου πωλούσε το κρασί που ο ίδιος έφτιαχνε. Η τιμή στο κρασί ήταν μαρκέ. Ή σου πούλαγε τόσο, ή δεν σου πούλαγε ποτέ. Και μερικοί που έκαναν την απερισκεψία να παρεξηγηθούν μαζί του, έχαναν δια βίου την πολυτέλεια να γευτούν το κρασί  του και έβλεπες μετά τους συγγενείς  τους  να αγοράζουν μία νταμιτζάνα παραπάνω από τη συνηθισμένη τους, γιατί τάχα  περίμεναν επισκέψεις μέσα στην εβδομάδα.

             Η τιμή  στο τσαγκαράδικο όμως ήταν ρευστή σαν το νερό στο  μαστέλο5 που έβαζε το  δέρμα να μαλακώσει. Καθόμουν καμιά φορά δίπλα του, εκείνος στον πάγκο κι εγώ στο σκαμνάκι. Αν έμπαινε κανένας πελάτης και πέταγε μια καλημέρα, χωρίς να περιμένει απάντηση, παρά συνέχιζε απνευστί « Είναι έτοιμα τα παπούτσια. Μπάρμπα;» του σιγοψιθύριζα: «Σ΄ αυτόν να πάρεις παραπάνω, παππού!» Και το έκανε! Ή αν έμπαινε καμιά γειτόνισσα και έστεκε το βλέμμα της πολλή ώρα στο κατρούτσο πάνω στον πάγκο του, που αντανακλούσε χρυσές γλώσσες φωτιάς πάνω στις  σακοράφες, τα σουβλιά, τις λίμες, τις ράσπες, τις τανάλιες,  ακόμη και στο μουστάκι του, « Ρίξ’ της στα αυτιά, παππού!» Και  το έκανε. Αν και αυτό θα το έκανε και χωρίς υπόδειξη. Αν του μετρούσες το κρασί, μετρούσες και τις μέρες σου. Πλήρωνε  εκείνη δυο φορές παραπάνω και ξαναρχόταν,  γιατί δεν είχε άλλον  μάστορα η γειτονιά.

         Δεν θυμάμαι κανέναν να απόρησε με την τιμή, που ανεβοκατέβαινε σαν ασανσέρ  στο HONDOS  ή –εννοείται- να διαφωνήσει. Α! Και το άλλο: Θυμάμαι  να λέει  πως  δεν την έχει έτοιμη την παραγγελία, ενώ  τα παπούτσια καμάρωναν φρεσκοκερωμένα πάνω στο ράφι σε περίοπτη θέση. Κοιτούσε κατάματα τον πελάτη με  το  ύφος:  «Σας γνωρίζω, αγαπητέ μου; Έχουμε  ξανασυναντηθεί κάπου; Για θυμίστε μου, σας παρακαλώ» η μάλλον με τα δικά του λόγια: «Γύρνα όπως είσαι «Κυρ  Απαυτέ»  , «Κυρα  ‘Οπωσσελένετελοσπάντων» και φύγε, μη  σού΄ ρθει  ο κατσαμπρόκος6 λοφίο του Κολοκοτρώνη.  Και να έρχεται ξανά ο Χριστιανός. Και να  ξανάρχεται. Μέχρι να του περάσει του παππού  το ινάτι του. Αγύριστο κεφάλι. Κολοκοτρωνέικο.

          Κάποτε  ψάχνοντας την ετυμολογική  ρίζα του επιθέτου του, βρέθηκα μπροστά σε μία σπουδαία ανακάλυψη.  Η ρίζα του επωνύμου του παρέπεμπε σε μία  παλιά συνθηματική  γλώσσα. Οι ρίζες της χάνονταν στην Τουρκοκρατία. Γλώσσα  πλανόδιων παραδοσιακών οικοδόμων. Καταγεγραμμένη μάλιστα από τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Ολόκληρο κεφάλαιο τής έχει αφιερώσει! Μια γλώσσα που φέρει το όνομα της οικογενείας του!!!  Μια γλώσσα μυστική, συνωμοτική,  που επινόησαν οι πρόγονοί του, για να μην γίνονται αντιληπτοί από τους Τούρκους και για να μην οικειοποιηθεί κανείς  τα μυστικά της δουλειάς τους. Ήταν -λέει- οι καλύτεροι κτίστες!!! Τι θαυμαστό!  Χάρηκα τόσο πολύ, σαν να μου έδωσαν θησαυρό.  Έπρεπε αμέσως  να του το πω.

        Τώρα πώς θα του εξηγούσα ότι αυτό το εύρημα είναι κάτι σπουδαίο, κάτι σαν παράσημο, ή μάλλον σαν οικόσημο  …θα έβρισκα τον τρόπο.  Έτρεχα σαν τρελή από το σπίτι στο μαγαζάκι του. Πώς ανεμίζουν τα μαλλιά μιας φρεσκοερωτευμένης σε  βίντεο κλίπ  των 80’ς, μέσα στο δάσος,  αφού φέρει βόλτα 5-6 δέντρα σαν σκυλί που θέλει να κατουρήσει,  πέφτει  τελικά στην αγκαλιά του αγαπημένου της, τη σηκώνει αυτός στα στιβαρά του μπράτσα,  την στροβιλίζει ακούραστος 2-3 φορές, ίσα να απομακρύνει τα μακριά μαλλιά της που του γαργαλάνε το ρουθούνι, ενώ ανάμεσα στις μασχάλες του αχνοφαίνεται η ακύμαντη θάλασσα στο φόντο; Έ, έτσι και εγώ…

        Τον βρίσκω  να  συγκουρίζει μια σόλα με τη φαλτσέτα και του τα ξεφουρνίζω  όλα αχνιστά με μία ανάσα.  Χωρίς να σταματήσει να δουλεύει: « Πες μου μια λέξη τους» μου λέει. Δεν είχα  προλάβει όμως, η ανόητη, καμία λέξη να αποστηθίσω. Και έμεινα σαν  χάχας  να  κοιτάζω τη δερμάτινη ποδιά του, λεία και γυαλιστερή σαν φλούδα κάστανου. Όταν ξαναπήγα, διαβασμένη πια, είχε χάσει εντελώς το ενδιαφέρον του για τους αλλόκοτους προγόνους του και τα κορακίστικά τους. Αφήστε που έχω την εντύπωση ότι δεν εκτιμούσε καθόλου όσους ήταν μονοφαγάδες στην Τέχνη τους και μοστράρονταν σαν επαναστάτες. «Άκου να μην τους καταλαβαίνουν οι Τούρκοι… Σιγά μην εκρεμόσαντε7 να κτίσουν οι Τυράγνοι8.!!»

          Δεν μου χάρισε ποτέ τίποτα απτό. Τίποτα  που  να έχει σχήμα και χρώμα. Δεν ήταν τότε οι παππούδες συνεταίροι του Τζάμπο και του Γερμανού. Μου ξεφλούδιζε όμως Αύγουστο σαν τώρα, αμέτρητα καρύδια χλωρά με χέρια που τρέμανε, για να μην μαυρίσουν τα δικά μου. Και άλλη μια φορά τον πήρα με το αμάξι στο χωριό, έμεινε  5-10  λεπτά στο αυτοκίνητο, διπλωμένος στα δύο, δύο  μέτρα άντρας, για να ξεπροβάλει, όταν θα του έδινα το σήμα, έκπληξη στους άλλους, που  έβαζαν στοίχημα: «σιγά μην  ξεκουνηθεί  ο παππούς από το σπίτι, να κάνει  5 ώρες ταξίδι  και μάλιστα με  γυναίκα οδηγό και φρέσκια στο τιμόνι!!!».  Και το κορυφαίο, ένα απόγευμα που η  γιαγιά παινευόταν  δεξιά- αριστερά ότι οι εγγονοί της, αν και στο Γυμνάσιο ακόμη, τις είχαν τις κατακτήσεις τους και ήταν κάτι κοπελάρες μέχρι κει πάνω,  ενώ για τις εγγονές της  για  κάθε πόντο που ανέβαινε η φούστα πάνω απ΄ το γόνατο  έριχνε και μια μετάνοια στην εκκλησία, ο παππούς  τόλμησε και είπε: «Η τσούπα από δω έχει δεκατέσσερις και βγαίνει κάθε μέρα με δύο.» Επειδή του το ζήτησα…  Θυμάμαι ακόμη το χρώμα της γιαγιάς. Βγαίνει και σε κραγιόν.

      Ψέματα. Μου έδωσε κάποτε κάτι.

       Έναν  σουγιά. Βοσκομάχαιρο το έλεγε εκείνος, με δίκοχη λαβή, από ξύλο οξιάς  με τρεις εγκοπές στη  λάμα του. Μικρό αλλά όμορφο. Δεν προκαλούσε φόβο, μάλλον απορία,  τι μπορούσε να κάνει κανείς μ΄ αυτό το στολιδάκι. Να καθαρίσει κανένα φρούτο, να απειλήσει  κανένα αγρίμι, ή να σκαλίσει καμία φλογέρα; Του το είχε ζητήσει η κόρη του (η «Μπιτ Πάπαλο9» όπως την έλεγε πίσω απ΄ την πλάτη της) να το βάλει -λέει-  στο τζάκι μπιμπλώ.  Μου το έδωσε να το κρύψω. «Να ξέρεις  μόνο εσύ  και όταν το ματαζητήσω να μου  το δώκεις.» Δεν μου το ξαναζήτησε ποτέ.

      Δεν  το είχα εκτιμήσει αυτό το δώρο και, το παλιόπαιδο, έτσι για να τον πειράξω, μια φορά στη διαδρομή προς το χωριό σταματήσαμε να ξεπιαστούμε σε μια μαγευτική  τοποθεσία. Απολαμβάναμε τη Θέα απέναντι. Βουνά και ρουμάνια, ακατοίκητα, παρθένα, που δεν  είχε κανείς συμφέρον, ούτε όνομα να τους δώσει. Είμαστε οι δυο μας. Είχε περάσει πια τα ενενήντα. Πώς μου ήρθε και του λέω: « Τα βλέπεις αυτά, Παππού;» Δεν μίλησε. « Όλα αυτά από τη βρούβα μέχρι τις γκορτσιές10, από τις γουστέρες11  μέχρι τις κουρούνες12 όλα αυτά … όόόόόόλα αυτά μια μέρα  …θα γίνουν δικά σου!!!»

Δεν γέλασε. Ούτε φάνηκε να θυμώνει.  Αλλά όταν  κατηφορίζαμε προς το αυτοκίνητο, είπε: «Από κει που πήδησε η κατσίκα θα περάσει και το κατσικάκι.»

      Τίποτε ηρωικό δεν είχε ο παππούς. Ορεινός και απρόσιτος για τους ξένους, ακριβός και αστείρευτος για τους δικούς του. Σαν τον τόπο του. Ο παππούς ήταν ο τόπος του. Εμείς – καλά το λέμε- είμαστε από αυτόν τον τόπο. Δεν είμαστε ο τόπος. Ένας απλός, έντιμος άνθρωπος  ήταν, που έζησε πολλά πολλά χρόνια και δούλευε, όπως το ήθελε, μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Καθόλου δεν θα καταλάβαινε την υποχρεωτική συνταξιοδότηση, την πρόωρη, την τάχαμου εθελουσία, την δικτατορική απαίτηση αχρηστίας και αυτοκατάργησης και το πρόστιμο που μπορεί να φας, αν επιμένεις να θες να δουλέψεις. Σου ζαλίζουν το κεφάλι από τα έξι σου να παρατήσεις το παιχνίδι, να εσωτερικεύσεις τις φιλάνθρωπες αρχές  του μόχθου, του καθήκοντος και της κοινωνικής προσφοράς, της δημιουργικότητας, της εργασίας δηλαδή, και μια ωραία πρωία  σου λένε «κάνε στην άκρη, γέρο, υπάρχουν τόσοι νέοι άνεργοι» Λες και φταις εσύ. Λες και βγήκες εσύ με το πτυχίο σου και υποσχέθηκες πολιτικό σχεδιασμό. Λες και τα έχουμε συνεταιρικά τα ένσημα. Λες και μπορεί τον μάστορα να τον αντικαταστήσει το τσιράκι13 του. Αν του έλεγες  του παππού να κάνει στην άκρη, για να δουλέψουν οι νεότεροι, το πιθανότερο είναι ότι θα σήκωνε τη μαγκούρα του και θα σε έπαιρνε ο διάολος. Ζωή νερόπλυμα δεν ήθελε. Και ζωή χωρίς δουλειά δεν πήγαινε κάτω. Δεν  μασιόταν. 

        Βέβαια, την τέχνη του παππού κανένας νέος δεν θα την ονειρευόταν, και εκτός από τον Λευτέρη Πανταζή δεν ξέρω κανέναν άλλον να καμάρωνε που ήταν στα νιάτα του λουστράκι. Όμως ευτυχώς ο παππούς, όπως ίσως ο κάθε παππούς, κούρνιασε στη ζεστή αγκαλιά της εποχής του. Στη δική μας θα πάθαινε κρυοπαγήματα. Καρδιάς, πνεύματος και ομιλίας.

         Πώς μου ήρθαν πάλι όλα αυτά; Πώς τα θυμήθηκα; Μάλλον, επειδή πλησιάζει το πανηγύρι. 

Αν ήσουν φέτος εδώ στο πανηγύρι, θα σου το  τραγουδούσα  εκείνο το …

Εγώ στον ήλιο ορκίστηκα

Ποτέ μην τραγουδήσω

Κι απόψε για τους φίλους μου

Για τους αγαπημένους

Θα πω τραγούδι ………..

……………………………………

Μέχρι εκεί. Μας  γυαλίζουν 14 και θα ανθίσουν οι μπαμπακιές15

                                                                         

—————————————————————————————————————————————————————–

Γλωσσάρι

1: πισινέλα= οπισθοφυλακή

2: ευτού= εκεί

3: λαλαγγίδες= πελοποννησιακές τηγανίτες

4: γκουβούνα= κοπριά ζώου

5: μαστέλο=  μεγάλο δοχείο με νερό, στο οποίο μαλάκωναν το πετσί

6: κατσαμπρόκος = Μυτερό εργαλείο του τσαγκάρη, με το οποίο τρυπούσε τη σόλα

7: εκρεμόσαντε= ενδιαφέρονταν, είχαν ανάγκη

8: Τυράγνοι = οι Τύραννοι

9: Μπίτι πάπαλο = Μαλθακός άνθρωπος,  αδύναμος

10: γκορτσιές= αγριοαχλαδιές

11: γουστέρες= μικρές σαύρες 

12: τις κουρούνες= πτηνό  σαν την καρακάξα

13: τσιράκι= ο βοηθός του μάστορα, ο μαθητευόμενος τεχνίτης

14: μας γυαλίζουν= μας βλέπουν, μας πήραν είδηση (Δουλγέρικο ιδίωμα)

15: θα ανθίσουν οι μπαμπακιές= …

Εναλλακτικά μαθηματικά


«Το παλιό ρολόι του μικρού σπιτιού»

 
    Αυτό είναι το οικογενειακό ρολόι. Των νεότερων χρόνων. Όχι, πως είχαμε και παλαιότερο… Η μάνα μας το πήρε από τη λαϊκή. Σε κανέναν δεν άρεσε. Κανένας δεν το κοίταζε. Όλοι το άκουγαν. Μάλλον, λόγω της ταπεινής καταγωγής του ήθελε να επιβάλει την παρουσία του και έκανε ένα τόσο δυνατό ρολογοχτύπι, που το τηγάνι στη φωτιά ακουγόταν σαν χασμουρητό.
     Κρεμασμένο στην κουζίνα είδε και άκουσε πολλά. Μέτρησε μαχητικά πιρούνια σε γιορτινά τραπέζια, ευέλικτους διακανονισμούς με μαστόρους, αδυσώπητες νίκες της μητέρας στο «κουμ καν» και σπαρταριστά χτυπήματα του πατέρα στο τάβλι ( ο πατέρας νικούσε τον μικρό. Μετά από πολλά μαθήματα στρατηγικής, ο μικρός νικούσε τον πατέρα. Μετά από πολλά μαθήματα αγάπης, ο γιος έχανε απ’ τον πατέρα…)
       Σε μια κρίση καλλιτεχνική, που έλαμψε και έσβησε σαν αστραπή μέσα σε συναρτήσεις και εξισώσεις, ο Μαθηματικός Αδελφός, το πήρε μια μέρα και το ζωγράφισε πράσινο και μωβ. Εκτίμησα πολύ το γεγονός ότι, αν και είχε κόκκινο λεπτοδείχτη, επέλεξε να το πλαισιώσει με μωβ. Και όχι με κόκκινο. Κι ας είχαμε κόκκινο. Τώρα έμοιαζε σαν ρολόι παιδικό! Σαν να του πήγαινε ο σαματάς που έκανε. Σαν νά ‘γινε η βαβούρα αχολογή.
Ποιον κοροϊδεύω; Χοντρόπετσο και πετρόψυχο παρέμεινε. Κανείς δεν τόλμησε ποτέ να το αποκαθηλώσει. Δυο σεισμοί κοσμοχαλασιά, ράγισε το σπίτι συθέμελα, κι αυτό εκεί Παντεπόπτης.
       Εδώ που τα λέμε, ίδρωσε στο μεροκάματο τόσα χρόνια το φτηνό ρολόι. Μέτρησε σιωπές, όταν τα νέα δεν ήταν καλά, τηλεφωνήματα από χωριά και Αμερικές, μωρουδίστικα μπουσουλήματα, που δεν κατάφεραν να το φτάσουν και να το κάνουν στάχτη και πούλβερη* και το άφηναν στην ησυχία του. Δηλαδή, στη φασαρία του. Μέτρησε ενέσεις, που έκανε η μάνα σε κάθε άρρωστο γειτονιάς και περιχώρων, βεντούζες στην πλάτη των πλευριτωμένων αλλά και τις ευδόκιμες απόπειρες του πατέρα να ρεγουλάρει το ταξίμετρο, για να γράφει περισσότερα στο χιλιόμετρο. Μέτρησε ώρες πάνω απ΄ το σχολικό βιβλίο και εννέα όγδοα στο πορτοκαλί μωσαϊκό, να ακούει ο Χάρος και να φοβάται. Μέτρησε και τις τελευταίες στιγμές των ανθρώπων του σπιτιού.
 
Να μην τα πολυλογώ, όταν ορφάνεψε το ρολόι, είπα να το κρατήσω.
 
      Το υιοθέτησα και το πήρα στο σπίτι μου. Είδα κι έπαθα να το βάλω κάπου να μην φαίνεται παράταιρο και κυρίως να μην μου σπάει τα νεύρα με το ποδοβολητό του. Μέχρι ένα δωμάτιο έβαψα κάποτε στα χρώματά του, για να το ταιριάξω- ολόκληρο δωμάτιο!- και εκείνο εκεί, Νάρκισσος, να τα ισοπεδώνει όλα με το «ΤΙΚ ΤΑΚ» του και να μην μπορείς να κάτσεις μέσα. Μέχρι ανάμεσα σε βιβλία το παραέχωσα, μπας και το ταπεινώσει η γνώση. Χαμπάρι δεν πήρε, το κάθαρμα! Μουρμουρητό και νταβαντούρι το πρωί, ορυμαγδός και πανδαιμόνιο το βράδυ.
     Κάποια στιγμή μου πέρασε απ’ το μυαλό ότι το ρολόι είχε την ιερή αποστολή του: του άφησε η μάνα μου ευχή και κατάρα να με καταδιώκει, ώστε να βγω έξω και «Μην κλείνεσαι μέσα, παιδάκι μου, σαν τον Όσιο Ησύχιο, τον Ιεροσολομύτη».
 
Μετά σκέφτηκα λογικά. Είπα να το ψάξω στο ίντερνετ:
• «how to make a clock to do silence and leave me alone! »,
• «how to make a clock silent without breaking it? »
(έβαλα τον μεταφραστή google):
how to make a clock silent?
• how to make a ticking clock silent?
(ρώτησα συνάδελφο Αγγλικού):
• how do you make a clock tick quieter?
• How do you muffle a clock ticking?
Τζίφος! Οι οδηγίες με μπέρδεψαν ακόμη περισσότερο:
«The easiest way to quiet a loud ticking clock once and for all is to add mass, such as a piece of quilting, over the ticking mechanism on the back of the clock. Failing this, you can also oil the mechanism, but this will need repeating every few weeks to keep the clock quiet» (!!!)
Μα καλά, είμαστε σοβαροί; Κάθε δύο βδομάδες θα λαδώνω το ρολόι; Εγώ που αλλάζω λάδια στο αμάξι, όταν μ΄ αφήνει στη μέση του δρόμου;
 
Μετά σκέφτηκα ώριμα.
     Η ανιψιά μου, Ψυχολόγος πτυχιούχος πια, έχει βαρεθεί να μου λέει: «Δεν μπορεί να ευελπιστείς στην αλλαγή των άλλων. Αυτοί που σε ενοχλούν, δεν θα αλλάξουν, Βάνα! Εσύ πρέπει να αλλάξεις. Μην τσιμπάς το τοξικό τους δόλωμα. Να κρατάς τις ισορροπίες σου ό,τι καιρό κι αν κάνει έξω, όποιος άνεμος κι αν φυσάει, και την εσωτερική σου γαλήνη, όποιος βρόντος κι αν βροντάει. Αλλιώς, διαιωνίζεις αυτό το μοτίβο δυστυχίας. Πάρε τον υποταγμένο, τον παρακλητικό και ευάλωτο εαυτό σου κόλλησέ τον στον τοίχο και άλλαξέ τον»
Χμμμμ… Ένα δίκιο τό ΄χει, το ρολόι δεν θα αλλάξει, είναι στη φύση του να χτυπάει. Πρέπει, λοιπόν, να επισκευάσω όχι το ρολόι, αλλά τις τεράστιες προσδοκίες που έχω από το ρολόι.
 
Εφορμώ σε νέα αναζήτηση στο google.
• Why does clock ticking annoy me?
• Is Misophonia a symptom of ADHD?
• Is Misophonia a mental illness?
Μέχρι και εδώ μπήκα, και είδα κι έπαθα να βγω χωρίς κουσούρι: «The available evidence suggests that (a) misophonia meets many of the general criteria for a mental disorder and has some evidence of clinical utility as a diagnostic construct, but (b) the nature and boundaries of the syndrome are unclear; for example, in some cases misophonia might be simply one feature of a broader…»
 
      Παράτησα και τα διαβάσματα και θυμήθηκα: η πιο απλή λύση είναι και η σωστή. Το κοίταξα στα ίσια μια μέρα και του είπα: «Θα μείνουμε στο ίδιο σπίτι, παλιόμουτρο, αλλά δεν θα συναντιόμαστε. Σαν τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, όταν είσαι εσύ στο ένα δωμάτιο, εγώ θα είμαι στο άλλο. Όταν έρχομαι εδώ, εσύ θα βγαίνεις έξω…Σιωπή! Τώρα μιλάω εγώ.-»
      Έτσι κι έγινε, λοιπόν. Εδώ και μήνες κάθε βράδυ βγαίνει έξω στη βεράντα. Το πρωί ξαναέρχεται σερνάμενο- κουνάμενο και ξαναπαίζει λούπα. Μέχρι χθες. Χθες που έπιασε κατακλυσμός. Και πρώτη φορά ξεχάστηκε έξω. Και τουρτούρισε. Και βράχηκε. Και σήμερα το έπιασα στα χέρια μου με τρόμο, να δω αν δουλεύει. Και Δουλεύει!
Και- δεν θα το πιστέψετε!- δεν ακούγεται. Κιχ.
 Έπρεπε, λοιπόν, να βγει έξω. «Μην κλείνεται μέσα, σαν τον Όσιο Ησύχιο, τον Ιεροσολομύτη».
 
*( πούλβερη, μπούρμπερη ή μπούλβερη; Τέλος πάντων, Παπαδιαμάντης, Καραγάτσης και Τσίρκας «πούλβερη» το γράφουν, λέει ο Σαραντάκος, όσο για τον Καρκαβίτσα, που γράφει «μπούλβερη» , ας μας συγχωρήσει.)

 

 

Καλοκαιρινά φροντιστήρια, Γλυκερία Μπασδέκη

 Φωτογραφία: Bruce Mozert, 1938

Οι  έμπειροι σε καλοκαίρι σπανίως μεταδίδουν την πείρα
τους.

Δεν παραδίδουν ιδιαίτερα μαθήματα καλοκαιρικής,
δεν μαζεύουν κλειστά γκρουπάκια τριών-τεσσάρων ατόμων
για εντατικά.

Εχουν καεί από Ιούλιο και μη συμμόρφωση σε δείκτες προστασίας.

Τους έχουν φύγει θερινά ηλιοστάσια από τα χέρια και δεν είπαν κιχ.

Έχασαν  μια δεξιά γάμπα στο Ιόνιο και μια αριστερή αορτή στο Αιγαίο.

Θρήνησαν μπουρνούζια δυο νούμερα μεγαλύτερα,κόπερτον συλλεκτικά
με το σκυλάκι της Τζόντυ Φόστερ, όλο τον δύσκολο θάνατο του Ασλάνογλου
και τα ψάθινα καπέλα της Λυμπεράκη, όταν δεν είχε ακόμη γίνει μάνα.

Έπαιξαν πολύ κι έχασαν πολύ οι βετεράνοι.

Ξέρουν ότι τέτοιες πείρες δεν πάνε σκυταλοδρομία.

Το πολύ πολύ να σου πουν να προσέχεις την πανσέληνο του Αυγούστου
και τα μπλουζ του Μισσισιπή.

Κι αυτό με επιφύλαξη: δεν είναι να τα λες σε νέους αυτά τα πράγματα. 

-Θα καούν με χάρη  κι από μόνοι τους.

 

Μην πιστεύεις ό,τι βλέπεις.



 

Το σχολείο σκοτώνει τη δημιουργικότητα

Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com