Τα χαμόγελα εξαφανίζονται, Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Μέσα από γεγονότα
για κάποιους από τον κοινωνικό σου περίγυρο
διαπιστώνεις:
άδικοι, αναίσχυντα βίαιοι άνθρωποι.
Περιφρουρούν την ιδιοτέλειά τους,
ξεκάθαρα πράγματα.
Αν είσαι εμπόδιο,
και επειδή τους δίνει αίσθηση υπεροχής,
θα σε συντρίψουν

 

Σκηνές από τη Kαθημερινή Ζωή στην αρχαιότητα από το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης


Ιστορικές Περίοδοι Νεοελληνικής Λογοτεχνίας


Δεν ήθελα να είμαι, Ίβαν Γκολ

 Michael Cheval, 1966

 

Δεν ήθελα να είμαι   
Παρά ο κέδρος μπροστά στο σπίτι σου
Ένα κλαδί του κέδρου
Ένα φύλλο του κλαδιού
Μια σκιά του φύλλου
Η δροσιά της σκιάς
Που χαϊδεύει τον κρόταφό σου
Για ένα δευτερόλεπτο.
 

 μτφρ. Ε. Χ. Γονατάς

«Η πορεία προς το μέτωπο», Οδυσσέας Ελύτης

 

ΦΩΤΟ: Σπύρος Μελετζής
ημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.


Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους — ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ’ναι.
Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ’χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ’97 ή του ’12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα — έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ’ τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε, απ’ τ’ άλλο μέρος να ’ρχονται, οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. «Όι, όι, μάνα μου», «όι, όι, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ’λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.
Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρωμούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.
Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.
Από τη συλλογή Το Άξιον εστί (1959)
Ο Οδυσσέας Ελύτης, Ανθυπολοχαγός, 29 ετών
Στην πρώτη ή στη δεύτερη γραμμή πολέμησαν εκτός από τον
Ελύτη, ο ζωγράφος Γ. Τσαρούχης, ο Αγγ. Τερζάκης, ο Στ. Ξεφλούδας, ως
έφεδρος ανθυπολοχαγός, οι συγγραφείς και ποιητές Γ. Σαραντάρης, Ν.
Καββαδίας Ν. Εγγονόπουλος, Γ. Μπεράτης (αρχές του ’41), Λ. Ακρίτας, Ν.
Βρεττάκος, Α. Κοβατζής, Α. Καραντώνης, οι νεότεροι Αγγ. Βλάχος, Τ.
Σινόπουλος, Αρ. Δικταίος, Λευτ. Ιερόπαις, κ.ά.

 

Πώς μπορείτε να κάνετε κριτική σε ένα βιβλίο δίχως να το έχετε διαβάσει, Efraim Kishon (Εφραίμ Κισόν)

Jonathan Wolstenholme

ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΕ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΔΙΧΩΣ ΝΑ ΤΟ ΕΧΕΤΕ ΔΙΑΒΑΣΕΙ

Ε, λοιπόν αυτή η υπόθεση με τον Τολάατ Σανί με στενοχωρούσε αφάνταστα.
Πριν 6 ακριβώς μήνες μου είχε στείλει το καινούργιο του βιβλίο, το
οποίο αμέσως μόλις το ‘λαβα, το πέταξα πάνω στο γραφείο μου ή κάπου
άλλου τέλος πάντων και στη γωνίτσα που είχε ξεχαστεί, οι αράχνες τού
είχαν υφάνει ένα υπέροχο πέπλο! Στην αρχή ξεγλίστραγα με τη γνωστή
πρόφαση: -«Μόλις το έλαβα!» φώναζα του Τολάατ Σανί όταν τον έβλεπα από
μακριά. -«Με την πρώτη ευκαιρία όταν θα έχω κάνα-δυο ώρες καιρό, θα το
διαβάσω!» Και ο πολλά υποσχόμενος νεαρός συγγραφέας μου χαμογελούσε με
ευγνωμοσύνη.

Όταν μετά από δυο περίπου εβδομάδες τον συνάντησα εντελώς τυχαία,
κάπου ανάμεσα στο πλήθος, δεν παρέλειψα να του τονίσω ότι είχα φτάσει
περίπου στη μέση του βιβλίου και ότι θα έπρεπε να κουβεντιάσουμε το
συντομότερο δυνατόν.

Πολύ γρήγορα όμως η όλη υπόθεση άρχισε να παίρνει δυσάρεστη τροπή! Ο
Τολάατ Σανί εμφανίστηκε ξαφνικά στην πόρτα του καφενείου που συχνάζουμε
και η ματιά του έπεσε στην πόρτα της κουζίνας το ίδιο δευτερόλεπτο που
εγώ γλιστρούσα έξω με ταχύτητα αστραπής!
Θυμάμαι πολύ καλά ότι εκείνη την ημέρα πήρα την δυναμική απόφαση πως
μόλις πήγαινα σπίτι θα καθόμουν και θα διάβαζα με τη μεγαλύτερη δυνατή
προσοχή το βιβλίο, μάρτυς μου ο Θεός, δεν λέω ψέματα, είχα μάλιστα
απλώσει το χέρι μου για να πιάσω το βιβλίο. Εκείνη όμως ακριβώς τη
στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο η το κουδούνι της πόρτας ή συνέβη τέλος
πάντων κάτι που εμπόδισε το χέρι μου να φτάσει ως εκεί!
Έτσι λοιπόν το πράγμα παρέμεινε ως είχε!
Πριν μερικές μέρες καθώς βρισκόμουν μπροστά στο ταμείο κάποιου
κεντρικού κινηματογράφου περιμένοντας στη σειρά για να βγάλω εισιτήριο
ξαφνικά αισθάνθηκα να μ’ αρπάζει κάποιος από το μπράτσο. Ήταν ο Τολάατ
Σανί και δεν υπήρχε πια κανένας τρόπος διαφυγής.
– Μήπως τελειώσατε το διάβασμα του βιβλίου; με ρώτησε.
Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά πολλές φορές και με θανάσιμη σοβαρότητα.
Θα πρέπει να μιλήσουμε διεξοδικά για το βιβλίο. Έχω να σας πω ένα
σωρό πράγματα αλλά εδώ μέσα σε τόση φασαρία, στην ουρά, στο πόδι…
Δεν είχα προλάβει να αποσώσω τα λόγια μου, όταν μπροστά στο ταμείο
μπήκε η ταμπελίτσα «τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν». Το πεπρωμένο μου είχε
προδιαγραφεί. Τώρα το μόνο που μ’ έσωζε ήταν ένας σταυραετός που θα μ’
άρπαζε στα νύχια του και θα με σήκωνε ψηλά, αλλά στο Τελ-Αβίβ δεν
υπάρχει δυστυχώς κανένας. Αντί γι’ αυτό υπάρχουν πολλά καφενεία στην
περιοχή, τόσα πολλά που το πιο απλό πράγμα του κόσμου είναι να βρει
κανείς ένα τραπέζι για δύο άτομα.
Ο Τολάατ Σανί που με κρατούσε ακόμα σφιχτά από το μπράτσο, βρήκε ένα
τραπέζι για δύο άτομα. Και τώρα πια καθόμαστε ο ένας απέναντι στον
άλλον.
– Λοιπόν, άρχισε ο Τολάατ Σανί. Θέλατε να μου μιλήσετε για το βιβλίο;
– Ναι, άκουσα τον εαυτό μου να λέει. Είμαι ευτυχής που σας συνάντησα επιτέλους!
Κάτι σ’ όλα αυτά μου θύμιζε την πιο κρίσιμη στιγμή σε φιλμ του άγριου
Γουέστ, όταν ο Σερίφης και ο αρχηγός των ληστών συναντιώνται μπροστά
στο Σαλούν, στη μέση του κεντρικού δρόμου που έχει αδειάσει ξαφνικά από
κόσμο, για το τελειωτικό και αμετάκλητο ξεκαθάρισμα των λογαριασμών
τους. Και η οδός Ντιτσέγνκοφ έδειχνε να έχει αδειάσει ξαφνικά από κόσμο!
Δεν μπορώ να θυμηθώ αν την είχα δει ποτέ τόσο άδεια και έρημη όσο
εκείνη τη στιγμή. Κανένα, μα κανένα γνωστό πρόσωπο δεν έλεγε να κάνει
την εμφάνισή του.
Γεμάτος απελπισία προσπάθησα να θυμηθώ το βιβλίο αλλά μπροστά στα
ολόλαμπρα από πνευματικό φως μάτια μου εμφανιζόταν το καφέ του
περιτύλιγμα που ούτε αυτό δεν είχα αξιωθεί να βγάλω.
Τουλάχιστον να ήξερα τι είδους βιβλίο ήταν!… Ήταν μυθιστόρημα; Ήταν
συλλογή από μικρά διηγήματα; Ποιήματα; Θεατρικό έργο ή τόμος με δοκίμια;
Είχε πέσει βαριά σιωπήΩ ήταν τόσο ασφυκτική που δεν μπορούσα να αναπνεύσω! Έρεπε να πω κάτι!
– Θα πρέπει να πω κάτι, είπα. Πρέπει να καταβάλατε τεράστια προσπάθεια για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου!
– Τρία χρόνια, είπε ο Τολάατ Σανί. Αλλά το θέμα το έχω επεξεργαστεί πολύ περισσότερο καιρό.
– Μα και βέβαια, αυτό το διαπιστώνει κανείς αμέσως. Είναι ένα ώριμο έργο!
Σιωπή. Ασφυκτική σιωπή. Και καμιά σωτηρία. Οι φίλοι στην ανάγκη φαίνονται;… Ας γελάσω!
– Και τώρα για πείτε μου, σας παρακαλώ, τη γνώμη σας.

Η φωνή του Τολάατ Σανί έτρεμε από ανυπομονησία.

– Μπορώ να πω ότι το βιβλίο με εντυπωσίασε!
– Ολόκληρο; ό, τι κι αν διαβάσατε;
Την τελευταία στιγμή κατάφερα και γλύτωσα την παγίδα. Ο Τολάατ με
παρακολουθούσε με κοφτερό, αστραφτερό βλέμμα, μέσα από τις άκρες των
ματιών του!
Αν είχα απαντήσει «Ναι, μου αρέσουν τα πάντα», θα καταλάβαινε αμέσως ότι ούτε καν είχα ανοίξει το βιβλίο!
– Θέλω να σας μιλήσω ευθέως. Την αρχή δεν την βρίσκω και τόσο σπουδαία.
– Εσείς; Ο Τολάατ Σανί αναστέναξε με απελπισία. Ε! Λοιπόν δεν θα
μπορούσα να το φανταστώ! Ένας τόσο έμπειρος συγγραφέας σαν και σας θα
έπρεπε να γνωρίζει ότι το κάθε βιβλίο, και ειδικά αυτό, χρειάζεται μια
ιδιαιτέρως κλιμακούμενη ανάπτυξη της πλοκής του!
– Ανάπτυξη-ξεανάπτυξη απάντησα λίγο εκνευρισμένα, το ζήτημα είναι αν μπορεί να αιχμαλωτίσει τον αναγνώστη από την αρχή ή όχι.
Ο Τολάατ Σανί κατέβασε το κεφάλι με μια τέτοια έκφραση λύπης που μου
σπάραξε τη καρδιά. Αλλά γιατί να γράφει κι αυτός τόσο ανιαρές
εισαγωγές!!
– Μετά όμως η υπόθεση παίρνει την πάνω βόλτα, τον παρηγόρησα. Οι
χαρακτήρες σας είναι πολύ καλά σχεδιασμένοι. Και το Story σας έχει
ατμόσφαιρα και ρυθμό.
– Είστε κι εσείς της γνώμης, ότι τα καθαρώς περιγραφικά μέρη θα πρέπει να τα περικόψω κατά το ήμισυ;
– Αν το είχατε κάνει θα είχατε γράψει ένα Best-Seller!
– Πολύ πιθανόν, είπε παγερά ο Τολάατ Σανί. Αλλά για μένα ήταν πολύ
ουσιαστικό να εξηγήσω γιατί ο Μπόρις πήγε με τους επαναστάτες!
Ο Μπόρις!!! Ο Μπόρις είναι αδιαφιλονίκητα ένας χαρακτήρας που δεν
μπορεί να λησμονηθεί εύκολα! – έπρεπε να συμφωνήσω. Γίνεται αμέσως
αντιληπτό ότι τον έχετε δημιουργήσει με αγάπη!!
Ο Τολάατ Σανί με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια από το σοκ..
– Με αγάπη; Εγώ αγαπάω τον Μπόρις; αυτό το γουρούνι; αυτόν τον
εγκληματία; Τον θεωρώ σαν τον πιο τιποτένιο χαρακτήρα που έχω
δημιουργήσει ποτέ!!
– Αυτό το νομίζετε! Τον έβαλα στη θέση του. Επιτρέψτε μου να σας πω
ότι ο πιο εσωτερικός πυρήνας του μυστικού σας Εγώ, ταυτίζεται με
δαύτον!!
Ο Τολάατ Σανί χλώμιασε.
– Με αυτό που είπατε είναι σαν να μου δώσατε μ’ ένα ρόπαλο στο
κεφάλι! είπε άψυχα! Όταν άρχισα να γράφω το βιβλίο, μισούσα τον
Μπόρις,αυτό το ξέρω πολύ καλά! Αλλά κατόπιν όταν αναμίχθηκε σ΄ αυτή
τηνπερίφημη διαμάχη ανάμεσα στον Πήτερ και τον Υπασπιστή του
ΠολεμικούΝαυτικού κάτι άρχισε ν’ αλλάζει! Αφήστε πως παρ’ όλα αυτά δεν
εκμυστηρεύτηκε στη μητέρα του τελικά πως είχε βιάσει τον Αμπιγκάιλ! Θα
τοθυμάστε αυτό το σημείο βέβαια.
Μα πώς είναι δυνατόν να μη θυμάμαι ένα τόσο συνταρακτικό επεισόδιο…
Δεν είπε τίποτα στη μητέρα του! Βεβαίως!!!
– Πολύ σωστά! Και σας ρωτώ: Δεν είναι ο Μπόρις με όλα τα αμαρτήματα
και τις ανεπάρκειές του πολύ πιο σπουδαίος χαρακτήρας από τον Ζωολόγο;
– Όλοι άνθρωποι είμαστε, είπα εγώ μεγαλόθυμα. Μερικοί είναι έτσι, μερικοί είναι αλλιώς, αλλά στο βάθος όλοι ίδιοι είμαστε!
– Και βέβαια! Αυτή ήταν η πρόθεσή μου. Είστε ακριβέστατος!! (Μήπως
τελικά είχα διαβάσει το βιβλίο; δηλαδή δίχως να το έχω
συνειδητοποιήσει;).
– Με έχουν διαβεβαιώσει από πολλές πλευρές, συνέχισε ο Τολάατ Σανί
διστακτικά, ότι αυτό το βιβλίο, τουλάχιστον ό, τι αφορά την υπόθεση,
είναι το πιο δυνατό που έχω γράψει ως τώρα!
Έριξα μια ματιά στο ταβάνι σκεφτικός, σαν να ήθελα να συλλάβω με μια
και μοναδική ματιά ολόκληρη την συγγραφική παραγωγή του νεαρού και πολλά
υποσχόμενου συγγραφέα. Κοντά στα άλλα δεν είχα διαβάσει μέχρι τώρα ούτε
μια γραμμή από τα βιβλία του! Α! Όχι! Έπρεπε να βάλω τα πράγματα στη
θέση τους.
– Δεν θα υποστήριζα ακριβώς ότι είναι το πιο δυνατό σας βιβλίο αλλά
είναι στα σίγουρα το πιο επεισοδιακό που έχετε γράψει μέχρι τώρα!!
Ο Τολάατ Σανί άρχισε να καταρρέει; Καμιά αμφιβολία. Τον είχα αγγίξει
στο πιο ευαίσθητο σημείο του. Λυπάμαι! Θα έπρεπε μήπως να υποκλιθώ βαθιά
με δέος όταν μου κοπανάει στο κεφάλι τον ερασιτεχνισμό του;
– Το ήξερα! Το ήξερα! είπε με οδύνη.
Ολόκληρη η πικρία του αδαή που διαπερνάται από την κοφτερή ματιά ενός πνεύματος που υπερέχει, έκανε τη φωνή του να τρέμει.
– Θέλετε να πείτε για το δείπνο στο σπίτι του Αρχηγού των Δυνάμεων
Καταδρομών, έτσι δεν είναι; Θα έπαιρνα όρκο ότι ο Σωβινισμός σας ειδικά
σ’ αυτή τη σκηνή, θίχτηκε!…. Θα έπρεπε ίσως όλα αυτά τα γεγονότα που
συνέβησαν κατά τη διάρκεια της πλημμύρας που κατέστρεψε το οροπέδιο, να
τα ζαχαρώσω, να τα περιχύσω με σιρόπι για να τα διαβάσετε ανώδυνα κι
ευχάριστα; Όταν εσείς – θα θυμάστε βέβαια…
– Μη τραυλίζετε! τον διέκοψα. Η υπομονή μου έχει όρια!
– Θυμάστε την περιγραφή της καμηλοδρομίας γύρω από το χαρέμι του Σεΐχη; Ε! Αυτό θα πρέπει να σας άρεσεΩ ή όχι;
– Αυτή πραγματικά ήταν πολύ καλή. Δώσατε μια γλαφυρότατη εικόνα!
– Κι ακόμα όταν η Γιεκατερίνα έσπασε το πορτατίφ στο κεφάλι του Δικαστή!! Δεν πιστεύω να έχετε αντίρρηση.
– Με κάποιες προϋποθέσεις ίσως ναι!
– Έχετε μήπως κάποια αντίρρηση για την τύχη που επιφύλαξα στον Μέιρ-Κρονστάντ και στους ομοίους του;
Είχε αρχίσει να με καβαλλάει ο διάβολος. Μ΄ έπιασε η σφοδρή διάθεση
να του πάω κόντρα σε όλα. Εντάξει λοιπόν νεαρέ μου, σκέφτηκα. Έχεις το
δικαίωμα να τα κάνεις όλα σαλάτα αλλά άφησέ με ήσυχο με τον Μέιρ
Κρονστάντ! Όλη αυτή η συζήτηση μού είχε κάτσει στο στομάχι. Όλα αυτά
ήταν πολύ αόριστα και προχειρολογήματα. Και τώρα φωτιά στα τόπια! Η
υπομονή μου είχε τελειώσει. Τέρμα με τις επιφυλάξεις που είχα μέχρι
τώρα.
– Για ακούστε εδώ, Τολάατ Σανί. Αν ήμουν εγώ στη θέση σας δεν θα
ένιωθα και τόσο υπερήφανος γι’ αυτή την υπόθεση με τον Μέιρ Κρονστάντ.
– Παρ’όλα αυτά είμαι υπερήφανος για κείνον!
Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Απίστευτο! Ο τύπος τολμούσε να μου αντιμιλήσει, να μου αντιταχθεί!
– Ο Κρονστάντ είναι ένας απατεώνας! Είπα κοφτά. Ο,τιδήποτε κι αν
κάνει δεν μπορεί να πείσει κανένα! Μπορώ να πω κάτι περισσότερο: Ο
Κρονστάντ είναι περιττός. Μπορείτε να τον βγάλετε από το βιβλίο δίχως να
το αντιληφθεί κανένας και προπάντων δίχως να ζημιωθεί η υπόθεση στο
ελάχιστο!
– Τι λέτε; Αν μου επιτρέπετε να ρωτήσω; Μπορώ να προετοιμάσω τον
αναγνώστη δίχως αυτή τη βασική σύγκρουση που συντελείται την κατάλληλη
στιγμή;
– Ε! Λοιπόν! Πώς; Τι νομίζετε εσείς;
– Α! Θα έχετε πιθανόν κατά νου τον Ζωολόγο.
– Εμ! Ποιον άλλον;
– Και η Γιεκατερίνα;
– Αυτή θα πρέπει να τα βγάλει πέρα με τον Δικαστή.
– Τον ένατο μήνα;
– Όχι, κατόπιν!
– Δεν βρίσκετε ότι αυτή η έκβαση είναι απλοϊκή; Εκτός αυτού φαίνεται να ξεχνάτε ότι τη Γιεκατερίνα την πατάει ένα αυτοκίνητο!
– Μα θα πρέπει σώνει και καλά να την πατήσει αυτοκίνητο; Ειδικά αυτή;
Εάν θα πρέπει να πάθει κάτι τέτοιο κάποιος, ας είναι ο Αμπιγκάϊλ!
– Γελοίο!!! Τι νόημα θα είχε κάτι τέτοιο;
Ε! Αυτό πήγαινε πολύ! Αυτό δεν επιτρέπεται να το λένε σ’ έναν ειδικό
του είδους μου. Εδώ και τριάντα χρόνια διαβάζω αδιάκοπα τόνους βιβλίων
κι έρχεται ένας ατάλαντος και λέει «γελοίο»…
– Είπατε «γελοίο»! εσείς ω Ατάλαντε!! Κι αυτή η ηλίθια καμηλοδρομία
σας δεν είναι άραγε ηλίθια; Δεν είναι γελοία; Τι λέω «γελοία»… Εμετική!…
Έκανα προσπάθεια για να μην ξεράσω!
Έξοχα! Το βρήκα! Από την αρχή είχα αυτή την πρόθεση. Ένας άνθρωπος
που είναι ο ίδιος εμετικός ανοίγει τα ξερά του για να το μάθει. Και
εννοώ ΕΣΑΣ!!!
Είχαμε κατέβει πια στο ανεξάντλητο επίπεδο της ανταλλαγής προσωπικών προσβολών.
Ο Τολάατ Σανί είχε γίνει κίτρινος από θυμό. Η αναπνοή του κόχλαζε.
– Θα σας εξηγήσω τι είναι αυτό που σας ενοχλεί στο βιβλίο μου,
μούγγρισε. Το ότι είχα την τόλμη ν’ αποφύγω μπανάλ λύσεις. Το ότι δεν
άφησα τον Μπόρις να χαθεί στην πλημμύρα! Σωστά;
Ο Μπόρις!! Ο Μπόρις εξακολουθούσε να μου αρέσει!
– Πηγαίνετε στον διάβολο εσείς και ο Μπόρις σας, γρύλλισα. Είστε και
οι δυο παρακμιακοί. Και αν θέλετε να ξέρετε, οι ερωτικές του σχέσεις με
τον Αμπιγκάϊλ είναι πέρα για πέρα ασήμαντες.
– Ασήμαντες!!! Έφριξε ο πολλά υποσχόμενος νεαρός συγγραφέας. Μα σε ποιον τέλος πάντων πρέπει να συμβούν!
– Όχι όμως και στον Μπόρις! Δεν βρέθηκε κανένας άλλος;
– Ποιος; Ο Τολάατ Σανί τινάχτηκε και μ’ άρπαξε από το γιακά! Ποιος; ούρλιαξε…
– Για μένα θα ήταν πιο κατάλληλος ο ζωολόγος -πώς λέγεται-ο Κρονστάντ.
– Ο Κρονστάντ δεν είναι ο Ζωολόγος!
– Είναι Ζωολόγος και αν δεν είναι ο Ζωολόγος, ας είναι καλύτερα ο Διοικητής των Δυνάμεων Καταδρομών!
– Μα ο Κρονστάντ είναι ο Διοικητής!
– Ακριβώς! Κατά τη γνώμη μου ας είναι όποιος θέλει, μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε, μονάχα ο Μπόρις δεν πρέπει να είναι!
Θα ήταν πιο λογικό να είναι ο Υπασπιστής του Πολεμικού Ναυτικού ή ο Πήτερ! ή ο Μπίρνμπάουμ!!
– Ποιος είναι ο Μπίρνμπάουμ;
– Δεν είναι χειρότερος από τον Κρονστάντ, αυτό μπορώ να σας το
εγγυηθώ! Εσείς νομίζετε προφανώς ότι το να μουτζουρώνετε χαρτιά είναι
αρκετό για να βγάλετε σώνει και καλά ένα βιβλίο!
Για προσέξτε καλά!… Πού βρίσκεται το κλειδί για το καλό βιβλίο;… Στην
υπόθεση; Αδαή και αυθάδη!!!… Στους χαρακτήρες; Στις συγκρούσεις; Στο
βάθος;…
Τώρα ήμουν εγώ που έπνιγα άνθρωπο. Το βάθος είναι το παν και όχι το μπλα-μπλα και το Αμπρακατάμπρα, όπως σε σας!!
– Μπόρις! Μπόρις! Τι σόϊ βιβλίο είναι αυτό; Για ποιον; Για το
αναγνωστικό κοινό; Σίγουρα όχι! Κανείς δεν μπορεί να διαβάσει ένα τέτοιο
βιβλίο! Ούτε κι εγώ μπόρεσα να το διαβάσω!
– Δεν το ‘χετε διαβάσει;
– Όχι! Και δεν μου καίγεται καρφάκι γι΄ αυτό!
Τον άφησα μαρμαρωμένο να κάθεται και να με κοιτάζει σαν χαμένος. Πολύ πιθανόν να κάθεται ακόμα εκεί. Ο ηλίθιος!…
μτφρ. Γιώργος Κώνστας


Ο Ιουστινιανός και το έργο του

Είσαστε όλοι σας καθάρματα, Rodrigo Garcia

 

ΕΙΣΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΣΑΣ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ

Διορθώνει ο κόσμος σε τέτοιο σημείο
αυτά που νομίζει ότι εχει ζήσει,
που κανείς δεν θά ‘πρεπε να ισχυρίζεται
σοβαρά ότι έζησε δα
και τίποτα σπουδαίο
Το βίωμα δεν υπάρχει, υπάρχει
το σχόλιο πάνω σε ό,τι ζήσαμε,
οι βελτιώσεις, ό,τι σβήσαμε
με τον αγκώνα,το χυμένο μελάνι,
η εκ πρώτης όψεως ελαφρότητα η εκ πρώτης οψεως
βαρύτητα ενός γεγονότος
Έχει ζήσει κάποιος αλλού
έξω από τους καθρέφτες;


Πιστεύω πλέον το εξής: πως
όλο μου το σώμα αποτελείται από καθρέφτες
τα όργανα,τα μέλη,
οι τένοντες,καθρέφτες σε
όλα τα σχήματα και όλα τα μεγέθη
καθετί που αγγίζω αντανακλάται
άπειρες φορές στην
καθρέφτινη ανατομία μου
Από τη μια οπτική γωνία η εικόνα
μοιάζει με ένα πράγμα, αν τη δεις από απόσταση, με κάτι άλλο
Μπορούμε να επιλέξουμε τον ή τους καθρέφτες
που μας ενδιαφέρουν περισσότερο,αυτούς που
αντικειμενικά θεωρούμε
ότι αντανακλούν την εμπειρία
ή να χρησιμοποιούμε σπασμένους καθρέφτες
γιατί κανείς δεν θέλει να μάθει
τι πράγματι συμβαίνει,
γι’ αυτό η εμπειρία, αν και υπάρχει, είναι μια χαζομάρα για μυαλά
περίπλοκα, κι αυτά γεμάτα καθρέφτες:
Κανένας δεν γλιτώνει από τον εαυτό του
Φιλί-χαστούκι

Rodrigo Garcia 
μτφ:Κατερίνα Σπάθη

Το τέλος του Οδυσσέα, Victor Auburtin

The Odyssey (1852). Thomas Seddon

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Οι εκατό μνηστήρες της βασίλισσας Πηνελόπης είχαν σκοτωθεί και τα πτώματά τους, το ένα μετά το άλλο, τα έβγαλαν από τη σάλα της γιορτής τυλιγμένα με χαλιά. Μολονότι κόντευαν μεσάνυχτα, το σπίτι ήταν ακόμη στο πόδι μετά τα φοβερά συμβάντα, τα παράθυρα άπλωναν φως μέσα στη νύχτα κι οι υπηρέτες έτρεχαν πέρα – δώθε. Ακουγόταν πως στη μεγάλη αίθουσα σάρωναν με σκούπες το αίμα απ’ το πλακόστρωτο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Μικρή Συμβουλή για την Ορθογραφία Νο 14

credit: Μωβ κιμωλία

 

Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com