Ιούν 26 2018
Η επανάσταση, Σλάβομιρ Μρόζεκ
![]() |
| Φρανκ Μόρισον |
βρισκόταν εδώ, η ντουλάπα εκεί και το τραπέζι ανάμεσά τους.
βαρέθηκα.
διάστημα ένιωσα τη ζωογόνο αύρα του καινούργιου. Αλλά σε λίγο καιρό, και πάλι
πλήξη. Κατέληξα στο
συμπέρασμα ότι η αιτία της πλήξης ήταν το τραπέζι, ή μάλλον η θέση του στο
κέντρο, που είχε μείνει αμετάβλητη.
έσπρωξα το τραπέζι εκεί και το κρεβάτι στο κέντρο. Αντικομφορμιστικά.
με αναζωογόνησε, κι όσο κράτησε αυτό, ήμουνα ευχαριστημένος
με την αντικομφορμιστική, άβολη κατάσταση που προέκυψε. Γιατί τώρα δεν μπορούσα
πια να κοιμάμαι με το πρόσωπο στραμμένο στον τοίχο, που ήταν η αγαπημένη μου
στάση.
από λίγο καιρό, το καινούργιο έπαψε να είναι καινούργιο, και παρέμεινε μόνο η
άβολη κατάσταση. Γι’ αυτό και έσπρωξα το κρεβάτι προς τα εδώ και την ντουλάπα
στο κέντρο.
δωματίου, αυτό κι αν ήταν αντικομφορμιστικό. Ήταν σχεδόν πρωτοποριακό.
από κάποιο διάστημα»!
είναι για μένα κάτι καινούργιο και ασυνήθιστο.
μια ανατροπή, να πάρω μια μεγάλη απόφαση. Αν μέσα στο δεδομένο πλαίσιο είναι
αδύνατο να υπάρξει μια πραγματική αλλαγή, πρέπει κανείς να βγει εντελώς από το
πλαίσιο. Αν το αντικομφορμιστικό δεν επαρκεί, αν το πρωτοποριακό είναι
αναποτελεσματικό, πρέπει να προχωράει κανείς στην επανάσταση.
κοιμάμαι μέσα στην ντουλάπα. Όποιος το έχει δοκιμάσει καμιά φορά, να κοιμηθεί
όρθιος μέσα στην ντουλάπα, ξέρει ότι σ’ αυτή την άβολη στάση είναι αδύνατο ν’
αποκοιμηθείς, για να μην πούμε για τη φαγούρα στα πόδια και τους πόνους στην
πλάτη.
η σωστή απόφαση. Η απόλυτη επιτυχία, η ολοκληρωτική νίκη. Γιατί αυτή τη φορά η
γνωστή αίσθηση «μετά
από λίγο καιρό» δεν προέκυψε. Μετά από λίγο
καιρό, όχι μόνο δεν συνήθισα την αλλαγή, η αλλαγή παρέμεινε αλλαγή, απεναντίας
αισθανόμουνα την αλλαγή όλο και πιο έντονα, μιας και όσο περνούσε ο καιρός οι
πόνοι γίνονταν συνεχώς εντονότεροι.
ήταν υπέροχα, αν οι ψυχικές μου αντοχές δεν αποδεικνύονταν πολύ περιορισμένες.
Μια νύχτα δεν το άντεξα πια. Παράτησα την ντουλάπα και ξάπλωσα στο
κρεβάτι.
εικοσιτετράωρα. Μετά έσπρωξα τη ντουλάπα στον τοίχο και το τραπέζι στο κέντρο,
γιατί η ντουλάπα στο κέντρο του δωματίου μ’ ενοχλούσε.
κρεβάτι βρίσκεται πάλι εδώ, η ντουλάπα πάλι εκεί και το τραπέζι ανάμεσά τους.
Όταν με κυριεύει η πλήξη, θυμάμαι τις εποχές, που ήμουνα επαναστάτης.
Ιούν 17 2018
Αυτοεγκατάλειψη, Λι Πο
Ιούν 14 2018
Στὸν ποιητὴ ποὺ ἔγινε κριτικός μου, Κωστής Παλαμάς

Ὅ,τι κι ἂν κάμεις,
ὅπου νὰ δράμεις,
ἀπ᾿ ὅποιο γένος,
δικός μου ἢ ξένος,
τοῦ κάκου! Ἐμπρός σου
πάντα θὰ μ᾿ ἔχεις,
πίσω μου τρέχεις·
τὸ τρέξιμό σου
νὰ μὴν τὸ βιάζῃς
καὶ λαχανιάζεις.
Νὰ μὲ θυμᾶσαι,
τέτοιος ὁ νόμος:
ὁ πεζοδρόμος
μιᾶς ἔγνοιας θά ῾σαι
κ᾿ ἐγὼ μιᾶς χάρης
ὁ καβαλλάρης.
Ιούν 09 2018
Ξεπεσμός, B.D. Foxmoor

Είμαι low bap και φαίνομαι, δεν υποφέρομαι.
Δρόμε μου αμίλητε, τοπίο μου αγέραστο,
όνειρο απείραχτο,
πιοτό μου ακέραστο,
αταίριαστό εγώ μου,
μεγάλε ανήφορε,
λεπίδα στομωμένη,
τσαμπουκά μου ασύμφορε
σταμάτα το πέταγμα, δεν είσαι γεράκι.
Γύρισε μέσα μου εσύ, δεν κρατάς από τζάκι.
Ξέρεις τον τρόπο, ξέρεις, κι εσύ μοναξιά μου
στεγνώνεις πάνω μου μοναδική αλλαξιά μου,
ταμπουρωμένη στου ήλιου τα ξεχύματα,
μετράς τις μέρες αργά, μετράς τα βήματα.
Στ’ ονειροδιάβα μου φυλάς τα νότα και το νου μου
και το ψέμα του εχθρού μου κάνεις θήκη του σπαθιού μου.
Κι όσοι ψυχομαχούν, δε βρίσκουν να διαλέγουν
κι όσοι έφτασαν παινεύοντας, κατηγορώντας
φεύγουν
σα γυμνοσάλιαγκες στη λάσπη
κι εγώ χαίρομαι,
δεν υποφέρομαι
– είμαι low bap και φαίνομαι.
Ποτέ δε γειτονέψαμε,
χώρια παλέψαμε — από τους χορτασμένους.
Τα ίδια δε γυρέψαμε, λίγοι αντέξαμε — καημό στους πικραμένους.
Δεν έπαψα να καίγομαι, πόσο το χαίρομαι — μακριά απ’ τους ξεπεσμένους.
Είμαι low bap και φαίνομαι, δεν υποφέρομαι.
Καλομελέτα, καίγεται, βαράει η ντροπή κανόνι,
ντυμένη στα βελούδα της και μ’ ύφος που θαμπώνει.
Αμαχητί παρέδωσε όλα τα φισεκλίκια
κι απ’ τον εξώστη κλαψουρίζουνε φτυσμένα πιτσιρίκια.
Πιο κάτω οι μωρόπιστοι τρέμουν μπουζουριασμένοι.
Ψάχνουν τα λόγια οι αρχηγοί με τη βλακεία ζωσμένοι.
Μα το δέντρο ό,τι κι αν γίνει στη ρίζα του υπακούει
και ‘γω που πάντα είμαι εδώ – τι άσχημο χούι!
Για την αφόρητη σιωπή ξέρεις τι φταίει,
Ρε, συ ούτε ένα αρσενικό – χιλιάδες νοματαίοι.
Ρε όλοι φιμωμένοι, δεμένοι και σκισμένοι
και ξεσπούν απάνω τους οι πολυκαιρισμένοι.
Μη σκιάζεσαι, ποτέ δε γειτονέψαμε,
μη ντρέπεσαι ποτέ, τα ίδια δε γυρέψαμε.
Πέρασες ξυστά κι απ’ την αλήθεια κι απ’ το ψέμα
κι απ’ την αρχή καμάρωνες προτού να δεις το τέρμα.
Ξεφούρνιζες βλαστήμιες σε κλεμμένα ταψιά
και πάντα έτρωγες κρυφά απ’ αλλουνού τη χαψιά.
Πέντε λεπτά ανάταση, βουή και λίγος σάλος.
Ο μέρμηγκας στην τρύπα του είναι άρχοντας μεγάλος.
Ρε, πόσο σε ζηλεύουνε όλοι οι ξεπαστρεμένοι.
Μπαίνουν στεγνοί στα πράγματα και βγαίνουν μουσκεμένοι.
Ψελλίζουν και τρεκλίζουνε για τη ζωή τη σκρόφα
που νοιάζεται για κείνους που είναι από άλλη στόφα.
Και που ‘σαι, αυτό το λυσσασμένο στόμα
όσα έλεγε για σένα εχθές,
θα λέει για χρόνια ακόμα,
περαμιώτικα, έτσι, χωρίς ίχνος σεβασμού
για όσους χαρίστηκαν του ξεπεσμού.
Ιούν 07 2018
Ο μικρός Σουκρής, Μενέλαος Λουντέμης (Συννεφιάζει-Απόσπασμα)
Από
δω πάνου, απ’ τη δραγατσά, φαίνουνται όλα ήμερα και καταλαγιασμένα. Ο
χαμάλης πηγαινοέρχεται φυσώντας τον καπνό του και ταχτοποιεί σαν
κομπολόι τα βαγόνια του. Ο κύριος σταθμάρχης κόβει βόλτες σαν το
τρεχαντήρι κι ο κόσμος θαμπώνεται απ’ τα πολλά σειρήτια που’ χει στο
καπέλο του. Οι καποτρένοι ξαναμωράθηκαν και παίζουνε σαν τα σκολιαρούδια
με τις ντουντούκες. Όλα φαίνονται από δω καθαρά. Να κι ο Δημητρός ο
αργάτης. Άφησε το φκυάρι του και τώρα τρυγυρίζει σαν τρελός. Κάποιον
ψάχνει. Φωνάζει κιόλα, μα το σούσουρο του σταθμού είναι μεγάλο και δεν
ακούγεται.
Ξεκινήσαμε να κατέβουμε. Σε λίγο θα’ ταν ώρα για τη φευγάλα. Δε
μιλούσαμε. Κοιτάγαμε παραπονεμένοι το χώμα και κλωτσούσαμε τα πετραδάκια
σαν να μας έφταιγαν αυτά.
Στα μισά του δρόμου ανταμώσαμε και το Δημητρό που έτρεχε λαχανιασμένος μες στα χωράφια. Σαν μας είδε σκύλιασε.
–
Βρε Σουκρή! φωνάζει μπαροτιασμένος. Βρε Σουκρή! Η μάνα σου βρε!
χτυπιέται καταή! Η βάβω σου βρε! λιγοθυμάει!…Βρήκες ώρα, μωρέ
θεοσκοτωμένο, να γκιζερίσεις!
– Γιατί, μπρε Ντημητρό;
–
Γιατί, λέει!…Άκου μωρέ!…Ε, πάει θα τρελαθώ! Γιατί; Βρε ο “χαμάλης”
φεύγει, βρε!…φεύγει, βρε! Έφυγε! Ακούς; Μπρος τώρα. Φουσέκι! Ακόμα
κάθεσαι; Φουσέκι να προκάμεις! Άτιμο τουρκί! Για κοίτα, βρε,
περπάτημα…Θα φύγουνε και θα σ’ αφήσουνε αμανάτι. Κοίτα ένα σκέδιο
άνθρωπος. Αχ…και να σ’ είχα δικό μου!
Χιμήξαμε τον κατήφορο σα ζαρκάδια που οσμίστηκαν μπαρούτι. Η μηχανή του
” χαμάλη” πήγε και κόλλησε στα βαγόνια. ” Πάμε” ; τους λέει. ” Φρρ! Όλα
έτοιμα!” κάνουν οι καποτρένοι και χώνουνται μες στα καβούκια τους. ”
Πουφ!” πουφ…ο “χαμάλης” άρχισε να σαλεύει. Ό,τι είχαμε σκαρφαλώσει κι
εμείς τα κάγκελα του σταθμού…
Χύθηκε ο Σουκρής ξοπίσω στο τρένο, σαν χηνάρι που τρέχει να προφτάσει
την αρμαθιά τ’ αδερφάκια του. Μα ο ” χαμάλης” είναι τόσο
άπονος…Πουφ!…πουφ!” κείνος τη δουλειά του. Ο Σουκρής τσιρίζει
σπαραχτικά.
– Ανάαα…ντουρ! Ανατζίικ…ντουρ…ντουρ! ( Μάναα…Μανούλα…Σταμάτα!)
Άρχισε το κυνηγητό.
– Α! Σουκρή! φώναζαν απ’ όλα τα βαγόνια…όλος ο κόσμος κρεμασμένος. Η
μάνα άπλωνε τα χέρια της σαν κλαδιά που τα δέρνει ο αγέρας.
– Α, γιαβρούμ…Α, τζιερίμ!…( Α, λατρεία μου…Α, σπλάχνο μου!).
Όλοι χτυπούσανε τα κάγκελα.
– Χ-α!…Χ-α!…
– Α, Σουκρή! Α! καπλάν! ….Χ-α!
Γέροι και νιοι απλώνανε χέρια, απλώνανε ζουνάρια. Η βάβω του τραβούσε
τους χαλκάδες του τρένου, για να το σταματήσει, και το περικαλούσε και
το μάλωνε:
Ντουρ μπρε! Ντουρ μπρε! (Στάσου βρε! Στάσου!).
Σπαραγμός…
Μα ήθελε δεν ήθελε ο ” χαμάλης” έκοψε για μια στιγμή τη φόρα του – όχι
από καλοσύνη του, μα να, γιατί είχε φτάσει στα ψαλίδια, χρειάζεται
προσοχή εκεί. Ο Σουκρής τον έφτασε. Άπλωσε κιόλας τα μαύρα του χεράκια
να γαντζώσει. Μα δεν τ’ αξιώθηκε. Σφυριγματιές πολλές ακούστηκαν με
μιας. Κι ένα στρίγγλισμα φοβερό, φοβερό…από χίλιες φωνές μαζί.
– Ααααααα!!!
…
Ο Δημητρός ο μπερδεμένος ο χαζολογάς, σκουπίζει με το μανίκι τον ιδρώτα
του και – κρυφά κρυφά για να μην τον πάρω χαμπάρι – το περνάει κι απ’
τα μάτια του. Αχ, γιατί να’ ναι τόσο άπονα τα τρένα.
Τώρα η Βάβω δε θ’ ανασαίνει πια. Τώρα η μάνα θα μοιρολογάει…Θα
περπατάει το μοιρολόι της πάνω στις γραμμές. Και δε θα τη νοιάζει
καθόλου αν το τρένο φεύγει , πού πάει…κι αν κάποτε θα φτάσει, και
πού…Τώρα η ψυχή της απόμεινε πίσω στο Βερτεκόπι, να ξεσκίζεται…Κι ο
“χαμάλης” θα σφυράει…Θα σφυράει και θα τρέχει σαν στοιχειό που το
κάψανε τα ξιόρκια, και θα ουρλιάζει και θα σούρνεται στους κάμπους να
βρει συχώρεση. Και θα ουρλιάζει και θα σούρνεται , ώσπου να σκάσει.
Κι εγώ…(αχ…) εγώ, που ζύμωσα τα πικρά μικράτα μου, τ’ αδύναμα
αλαφρά όνειρά μου μ’ ένα τουρκάκι της Καρατζόβας, κάθομαι, ώρες τώρα –
κρεμασμένο κουρελάκι – πάνω στα κάγκελα του σταθμού, και δε βλέπω τίποτα
μπροστά μου,τίποτα, γιατί όλα είναι κλάμα…
Λένε πως τα παιδιά, σαν είναι άκακα εδώ στη γης και καλόγνωμα, σαν
φτάσουνε στον ουρανό γίνονται αγγέλοι. Μα ο Θεός τους, ο Τούρκος , τώρα
έφυγε, και ποιος θα του ανοίξει του Σουκρή που δεν ξέρει και τη γλώσσα;
Σε περικαλώ, παππού Θεέ…, α δεις να τριγυρνάει όξω απ’ το παλάτι σου
ένα μαυριδερό τουρκάκι, είναι ο φίλος μου ο Σουκρής. Παρ’ το μέσα. Σε
περικαλώ, και να το συχωρέσεις που έχει λίγο άσκημα χείλια και μην το
κακοκαρδίζεις γι’ αυτό. Σε περικαλάει ένας φτωχός μικροπουλητής του
σταθμού που δρόσιζε τον κόσμο. Αν ήσουνα καμιά φορά περαστικός από κει,
θα τον θυμάσαι. Ήταν ένα κουτσό αγόρι. Σ’ ευχαριστώ…
Μενέλαος Λουντέμης , Συννεφιάζει, Ελληνικά Γράμματα 2010












