Το μάθημα της χαραυγής, Νάνος Βαλαωρίτης

 

Με το κόκκινο φίδι που γεννιέται
στο αίμα τους
με τη διπλή φλογέρα που κοιμάται στο βλέμμα τους
τα παιδιά σας θα μεγαλώσουν κι αυτά
θα τινάξουν το βαρύ χαλινάρι να εμποδίζει το όνειρό σας
θα παρατήσουν τους χορούς και τα παιχνίδια στα τρυφερά λαγκάδια

και θα περάσουν σιωπηλοί
μαρμαροτράχηλοι τις ατσαλένιες πόρτες
να πλημμυρίσουν τη γερασμένη σας πολιτεία
και τ’ αγέρωχα παλικάρια μεθυσμένα από το αίμα της χαραυγής
θα τιναχτούν να γιορτάσουν το ξύπνημά τους
να τραγουδήσουν με τη δική σας φωνή ένα δικό τους αστέρι
ν’ αγναντέψουν με τα δικά σας βλέμματα ένα δικό τους ήλιο
να κοιμηθούν με τον δικό σας ύπνο ένα λαφρύτερο ύπνο
και θά ‘ρθουν αστροντυμένοι
όπως έρχεται το φεγγάρι να λιώσει στην αμασχάλη του βουνού
και θά ‘ρθουν ηλιολουσμένοι
όπως έρχεται το μαχαίρι αστραφτερό να βρει το κοιμισμένο χέρι
και θά ‘ρθουν ανεμοπόδαροι θαλασσοφιλημένοι
να τινάξουν στη μαραμένη σας αγκαλιά τη ζωντανή τους αγάπη.

«Τα κάλαντα», Στρατής Τσίρκας

Το μεγάλο το ζήτημα, καταλαβαίνεις, ήταν το
ταμπούρλο: Αν είχες ταμπούρλο, η δουλειά ήταν τελειωμένη. Σύντροφο έβρισκες
αμέσως και το φανάρι δεν κόστιζε παραπάνω από ένα γρόσι. Εκείνη τη χρονιά ο
πατέρας έκανε ένα μεγάλο έξοδο. Το μεσημέρι της παραμονής της Πρωτοχρονιάς μου
έφερε ένα ταμπούρλο! Μικρούτσικο, βέβαια, και τενεκεδένιο. 
– Έτσι δεν θα το σπάσεις εύκολα, μου είπε.
– Mα εγώ κατάλαβα πως ήταν από οικονομία. Τα
πέτσινα ταμπούρλα εκείνα τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο κόστιζαν έναν κόσμο
λεφτά.
Πήγα και βρήκα αμέσως το φίλο μου το Μιχάλη.
Ήταν το παλικάρι της γειτονιάς κι ο καλύτερος σύντροφος για τα κάλαντα. Συχνά
τύχαινε να μας ριχτούν τα αραπάκια στις γειτονιές και να μας σκίσουν το φανάρι
ή να σπάσουν το ταμπούρλο. O Μιχάλης ήταν πολύτιμος.
– Το ταμπούρλο το έχουμε, του φώναξα.
Bγαίνουμε απόψε;

O Mιχάλης δέχτηκε αμέσως. Είπε, όμως, πως
έπρεπε να πάρουμε μαζί μας και τον αδερφό του, τον Δημήτρη. Ήταν καλλίφωνος,
λέει, και θα βοηθούσε πολύ στη δουλειά. H αλήθεια είναι πως ο Δημήτρης
τραγουδούσε σαν άγγελος. Σου ‘φτανε να τον ακούσεις να ψάλλει μια φορά Τη
Yπερμάχω ή να διαβάζει τον «Απόστολο» για να προτιμήσεις αμέσως τον Άγιο Κωνσταντίνο
όπου εκείνος έψαλλε από τον Αϊ Νικόλα. Mα η πρόταση του Mιχάλη είχε κάποια
υστεροβουλία: Tα λεφτά που θα κερδίζαμε θα μοιράζονταν στα τρία. Εκείνα θα
έπαιρναν τα πιο πολλά κι εγώ, μ΄ όλο το ταμπούρλο μου, τα πιο λίγα.

Κι όμως, χωρίς κανένα δισταγμό, δέχτηκα. Τόση
ήταν η αγάπη που του είχα κι ο θαυμασμός μου! Ξεκινήσαμε βραδάκι. O Μιχάλης
φορούσε ένα μαύρο μακρύ παλτό, που φούσκωνε κωμικά στην κοιλιά του, σκεπάζοντας
το ταμπούρλο. Σ’ εμένα ξέπεσε το χάρτινο φαναράκι κι η φροντίδα να τα
αναβοσβήνω κάθε τόσο. O Δημήτρης, σαν πρίγκιπας, με τα όμορφα μάτια του και τη
γλυκιά φωνή του, είχε τα χέρια του στις τσέπες και πήγαινε στο δρόμο πότε πιο
μπροστά, πότε πιο πίσω μας, σάμπως να μην μας ήξερε. O Μιχάλης τον πείραζε
λέγοντάς του πως έκανε τον κόντε για χατίρι της Pηνούλας. Mα πέρασαν πολλά
χρόνια από τότε για να καταλάβω τη σημασία αυτού του πειράγματος. H «πελατεία»
του Mιχάλη και του Δημήτρη ήταν η περισσότερη από τις φτωχογειτονιές. Οι
εισπράξεις μέτριες. Λέγαμε κι «ευχαριστώ» αν τύχαινε να μας δώσουν κανένα
γροσάκι εκτός από τα φουντούκια και τα αμύγδαλα. Τότες εγώ τους τράβηξα στις
αριστοκρατικές γειτονιές. Αυτό ήταν ένα μυστικό δικό μου. Μέρες τώρα το φύλαγα.
Στο κουρείο του πατέρα μου έρχονταν όλο γιατροί και δικηγόροι. Από μέρες τώρα
με ρωτούσαν:
– E, πιτσιρίκο, δε θα ‘ρθεις να μας τα πεις;
Εγώ απαντούσα αόριστα. Σημείωνα, όμως, το
όνομα και φρόντιζα να μάθω τη διεύθυνση. Έτσι, στην πιο απελπιστική στιγμή της
«επιχείρησης» ξεφούρνισα στους φίλους μου μια λίστα με έξι – εφτά ονόματα
γενναία.
– Πάμε, τους είπα, παίρνοντας ύφος
προστατευτικό.
– Tι λες, μωρέ! Φώναξαν κι οι δυο τους. Θα μας
διώξουν με τις κλοτσιές.
– Έγνοια σας, είπα εγώ. Ξέρω τη δουλειά μου.
H δουλειά μου ήταν, μόλις άνοιγε η πόρτα, να
ειδοποιώ πως ο Τάκης ο γιος του Κυρ-Στέφανου, του μπαρμπέρη, ήρθε να πει τα
κάλαντα. Έτσι τα πήγαμε θαυμάσια. Tα σελινάκια ήρθαν να σκεπάσουν τα γροσάκια
των φτωχογειτονιών.
Mα, ένα πράγμα δεν μου άρεσε: Στα σπίτια αυτά
που πηγαίναμε, σαν άκουγαν ποιος είναι έξω, με φώναζαν να μπω μέσα, ενώ τους
φίλους μου τους άφηναν στην πόρτα. Με φίλευαν ιδιαίτερα και μου έδιναν στο
χέρι, κρυφά, κανένα σελίνι, λέγοντας μου πως αυτό είναι «δικό μου, μόνο δικό
μου».
Θυμήθηκα το κόλπο του Mιχάλη που μου επέβαλε
το Δημήτρη. Όμως, η καρδιά μου δεν βάσταξε και τους τα ομολόγησα όλα αμέσως. Κι
έτσι τα ιδιαίτερά μου μπήκαν στον κοινό κουμπαρά. Όλα θα τελείωναν μια χαρά, θα
περνούσαμε φίνα την επαύριο, με κινηματογράφο κ.λπ. κ.λπ., αν στο γυρισμό, εκεί
στα μπαξεδάκια του Mαρουφιού, δε συναντούσαμε το Στραβοσπύρο με την παρέα του.
O Στραβοσπύρος ήταν ένας ίσαμε κει πάνω,
μόρτης και βλάσφημος. Tις Κυριακές στον Άγιο Κωνσταντίνο πουλούσε κουλούρια της
κανέλας. Μαζί του και δυο άλλοι -Παναγιά μου φύλαγε!- που κουβαλούσαν μια
λατέρνα κι ένα φανάρι τζάμινο, στολισμένο με λογής – λογής κορδέλες και χαρτιά.
Τι ήθελε ο Δημήτρης σ’ εκείνη τη σκοτεινή γωνιά να πάει να τους παινευτεί για
τις εισπράξεις μας; Ώσπου να το πάρουμε χαμπάρι, μας είχαν βάλει κάτω, μας
πήραν τα λεφτά και μας σπάσαν και το ταμπούρλο. Τι μπορούσε να του κάνει κι ο Μιχάλης
το παιδί μ’ αυτούς τους νταγλαράδες.
Eγώ, κλαίγοντας και βαστώντας πάντα το χάρτινο
σβησμένο φαναράκι μου, τράβηξα για το σπίτι. O Μιχάλης κι ο Δημήτρης, όμως,
πήραν στο κατόπι τους μόρτες, καλώντας, άδικα, τους τσαούσηδες να τους πιάσουν.
Δεν ξέρω πως τέλειωσαν οι φίλοι μου. Δε ρώτησα
ή δε θυμάμαι πια.Εκείνο που θυμάμαι πολύ καλά είναι πως πέρασα τις γιορτές
γεμάτες πίκρα και θλίψη απαρηγόρητη. Το παιδικό μυαλό μου δεν μπορούσε να
παραδεχτεί τότε πως υπήρχαν κι άλλοι πιο δυστυχισμένοι από μένα και πως το
περιστατικό με το Στραβοσπύρο ήταν ένα απειροελάχιστο παράδειγμα της αδικίας
και της βίας που βασίλευε και βασιλεύει ακόμα στον κόσμο.

 



Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Νίκος Καζαντζάκης-Απαντήσεις

 

Απαντήσεις στις ερωτήσεις
του σχολικού βιβλίου
1. Σε ποιο πρόσωπο γίνεται η αφήγηση; Με ποιον τρόπο περιγράφει ο αφηγητής τον Αλέξη Ζορμπά; Ποια είναι τα στοιχεία, που τον ελκύουν στην πρώτη τους συνάντηση;

 

Απάντηση

Α. Η αφήγηση  γίνεται σε πρώτο (τον γνώρισα, κατάλαβα, κοίταξα) και στα λόγια του αφηγητή και τα λόγια του Ζορμπά. Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη και η εστίαση εσωτερική. (Απ’ τα είκοσι έξι κεφάλαια του έργου, τα δεκατέσσερα ξεκινούν με πρωτοπρόσωπη αφήγηση και άλλα τέσσερα με πρώτο πληθυντικό πρόσωπο.) Ο αντιήρωας Ζορμπάς προστατεύεται από τον αφηγητή του, ο οποίος κάνοντας χρήση του πλεονεκτήματος της εσωτερικής εστίασης δεν αναφέρει πώς τον αντιμετωπίζει η τοπική αγροτική κοινωνία, ούτε πώς τον αντιμετώπισαν οι άλλες στο παρελθόν.

      Β. Στο απόσπασμα του σχολικού βιβλίου ο αφηγητής ζωντανεύει το Ζορμπά με ρεαλιστική σχεδόν φωτογραφική περιγραφή. Προσφεύγει στην επίμονη παράσταση των εξωτερικών χαρακτηριστικών του, επειδή σ’ αυτά έχει αποτυπωθεί η εμπειρία  της ζωής του και έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα  τα σημάδια της ψυχής του: είχε μάτια όλο φλόγα/ πρόσωπο σκαλισμένο, σαρακοτρυπημένο/ είναι φιλήδονος/ φαίνουνταν πολυταξιδεμένος, πολυζωισμένος/  έμοιαζε με δουλεμένο, δυστυχισμένο ξύλο/ είχε χέρια γιομάτα ρόζους και χαραμάδες, παραμορφωμένα και νευρικά. Παράλληλα, ο συγγραφέας αποκαλύπτει τον χαρακτήρα του ήρωα, τις αντιλήψεις, μερικές εμπειρίες του και ένα κομμάτι από τη βιοθεωρία του με τον  διάλογο.
Ο διάλογος  είναι μια μοναδική  ευκαιρία ο ίδιος ο Ζορμπάς με πρωτοπρόσωπη αφήγηση να μιλήσει για τον εαυτό του και να αυτοπροσδιοριστεί.

      Γ. Ο συγγραφέας εντυπωσιάζεται αρχικά από την ευθύτητα και την αμεσότητα, με την οποία ο Ζορμπάς τον πλησιάζει και ζητάει αυτό που θέλει χωρίς περιστροφές. Τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του Ζορμπά είναι ένα επιπλέον ελκυστικό στοιχείο πάνω του, ιδιαίτερα τα μάτια του, γιατί δείχνουν άνθρωπο ψημένο στη ζωή, ξύπνιο, με ισχυρή προσωπικότητα. Η αφοπλιστική του ειλικρίνεια και η αντισυμβατικότητά του έρχονται να συμπληρώσουν τηθετική εικόνα του. Επίσης, το πάθος και η φλόγα των συναισθημάτων του, που τον παρέσυρε άλλοτε σε ακραία συμπεριφορά (με τον εργοδότη του), άλλοτε σε υπερβάσεις (το σαντούρι). Η θέρμη σε ό,τι έλεγε (το θερμό λαρύγγι), γιατί μιλούσε με τη γλώσσα της καρδιάς. Ο αυτοσαρκασμός του, η ικανότητά του να κοροϊδεύει τον εαυτό του και η ζωτική του ενέργεια, η «δροσεράδα της καρδιάς» του επέδρασαν συνάμα αποφασιστικά στη γοητεία που ασκούσε ο Ζορμπάς. Το πιο  σημαντικό στοιχείο πάνω του, ωστόσο, είναι η βιωματική  σχέση του με τη μουσική, οι αντιλήψεις του για την τέχνη, η τρυφερή του σχέση με το σαντούρι, που το κουβαλάει μαζί του ως πολύτιμο σύντροφό του και μόνη περιουσία του.

 

 

 

 

2. Πώς παρουσιάζει τον εαυτό του ο αφηγητής, ώστε να τον αντιδιαστείλει με τον Ζορμπά;
Απάντηση
Ο αφηγητής είναι μορφωμένος, εγγράμματος, καλαμαράς, όπως λέει ο ίδιος καλλιεργημένος, εκλεπτυσμένος, ανακαλύπτει τη ζωή κυρίως μέσα
από το διάβασμα, αξιοποιεί τις ώρες αναμονής διαβάζοντας Δάντη. Από τον φημισμένο Δάντη όμως τον αποσπά ο άσημος, αγράμματος ξένος, που έχει πολλά να πει όχι από τους λαβύρινθους του μυαλού του αλλά από την περιπέτεια της ζωής του. Ο Ζορμπάς είναι «μια ακατέργαστη μεγάλη ψυχή»,ο πρακτικός, εμπειρικός άνθρωπος, που αν και δεν έχει μορφωτικά εφόδια έχει σοφία και πνευματικότητα. Είναι ψημένος στη ζωή, ανεξάρτητος, δυνατός, ελεύθερος, ορμητικός, παθιασμένος. Έχει παραμείνει δεμένος με τη μάνα Γη, ανεπιτήδευτος, ειλικρινής, γνήσιος, αυθεντικός. Ζει τα πάντα με πάθος, ανακαλύπτει τα πράγματα σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Κάτι που οι σοφοί πολλές φορές ξεχνάνε εγκλωβισμένοι στη σοφία τους και αποκομμένοι από τη ζωή.

 

  3. Πώς αφηγείται ο Ζορμπάς τη γνωριμία του με το σαντούρι; Ποια είναι η αντίδραση του πατέρα του στην επιθυμία του να μάθει αυτό το όργανο; Συγκρίνετε τη στάση του νεαρού Ζορμπά με τη στάση του γιου του αγιογράφου στο διήγημα του Κ. Θεοτόκη “Η τέχνη του αγιογράφου”.
Αρχικά μιλάει για το σαντούρι σαν να είναι γι αυτόν ένα μέσο βιοπορισμού και τίποτε άλλο. (όταν με σφίξουν οι φτώχειες, γυρίζω
στους καφενέδες και παίζω σαντούρι).Διαβάζοντας ανάμεσα στις γραμμές όμως καταλαβαίνουμε ότι η φτώχεια ενίοτε τον αναγκάζει να κάνει για τους άλλους αυτό που κάνει στο βάθος για τον εαυτό του. Ο Ζορμπάς παίζει για να ακούει και
όχι για να τον ακούν. Μετά την ερώτηση του συνομιλητή του, ο οποίος έδειξε μάλλον αδιάφορος για τα παρωνύμιά του, αποκαλύπτει ότι, όταν το πρωτοάκουσε, μαγεύτηκε, συγκλονίστηκε (πιάστηκε η αναπνοή μου). Από κει και πέρα η περιγραφή του μοιάζει σαν να αφηγείται την πρώτη σπίθα ενός  κεραυνοβόλου έρωτα, τη σαρωτική γνωριμία του με έναν άνθρωπο, μια ζωντανή ψυχή που έμελλε να ανατρέψει τα πάντα στη ζωή του. Συγκρούστηκε με τον πατέρα του, αδιαφόρησε  για τους μειωτικούς χαρακτηρισμούς των μουσικών και παρέμεινε αδιαπραγμάτευτος. Αρνήθηκε να το συζητήσει ή να δικαιολογηθεί. Δεν έτρωγε, δεν γλεντούσε ως νέος, δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο. Ήταν σαν να του είχε αποκαλυφθεί ένας καινούργιος κόσμος. Όταν διαπιστώνει την άρνηση του πατέρα του, αναλαμβάνει δράση. Δίνει όλες του τις οικονομίες, για να αγοράσει σαντούρι. Εγκαταλείπει την ασφάλεια και τη θαλπωρή του σπιτιού του, αναζητεί και βρίσκει τον καλύτερο δάσκαλο, γονατίζει στα πόδια του, τον συγκινεί   με το πάθος και την ορμή του.Ο πατέρας του Ζορμπά, επειδή εκείνη την εποχή οι μουσικοί ήταν πλανόδιοι επαγγελματίες, άρα περιφρονημένοι και τα λαϊκά παραδοσιακά όργανα δεν είχαν το κύρος και την αίγλη ενός κλασικού οργάνου, αντιδρά στο όνειρο του γιου του. Θυμώνει και προσπαθεί μάταια να τον νουθετήσει.Ο Ζορμπάς κάνει τα πάντα για να μάθει την τέχνη της μουσικής. Αψηφά τις εντολές του πατέρα του. Το σαντούρι γίνεται σκοπός της ζωής του. Έχει και το πάθος και το ταλέντο, αφού σε έναν χρόνο μαθαίνει ένα πάρα πολύ δύσκολο όργανο.  Αντίθετα, ο επίσης εικοσάχρονος γιος του αγιογράφου αντιμετωπίζει την αγιογραφία σαν καταναγκαστικό έργο. Δεν τον συγκινεί, απλώς συμβιβάζεται με τα σχέδια της οικογενειακής επιχείρησης και τις προσδοκίες του πατέρα του. Υποτάσσεται στις διαταγές και απειλές του πατέρα του. Στην πραγματικότητα ονειρεύεται μια ζωή κοντά στη φύση και δεν διαθέτει  καλλιτεχνικό ταλέντο.

 

4. «Τι θα πει τέχνη… λόγια»: Γιατί  ένας συγγραφέας που τόσα πολλά έχει διαβάσει περί τέχνης, θεωρεί σοφά τα λόγια του Ζορμπά; Συμμερίζεστε τον θαυμασμό του συγγραφέα για τον Ζορμπά και γιατί;
Απάντηση
α.) Ο Ζορμπάς δηλώνει ότι «το σαντούρι θέλει να συλλογάσαι σαντούρι». Η τέχνη, δηλαδή, θέλει αφοσίωση και πάθος. Απαιτεί να της δοθεί κανείς ολοκληρωτικά. Πίσω από τα λόγια του κρύβεται η ιδέα ότι τα μικρά ή τα μεγάλα προβλήματα της ζωής, το άγχος της επιβίωσης, η τριβή με την άχαρη καθημερινότητα στραγγαλίζουν την έκφραση, αποπροσανατολίζουν τη σκέψη και συχνά διαστρέφουν την τέχνη, θέτοντάς την στην υπηρεσία αλλότριων σκοπών. Από την άλλη μεριά, ο Ζορμπάς δεν έμαθε σαντούρι υπολογίζοντας πώς θα αξιοποιήσει αυτή την τέχνη πρακτικά για το χρήμα, τη διάκριση ή την κοινωνική προσφορά. Έμαθε σαντούρι, γιατί η μελωδικότητά του του προκάλεσε τέτοιους ψυχικούς κραδασμούς, ώστε χωρίς αυτό δεν θα ένιωθε ποτέ ισορροπημένος. Έμαθε σαντούρι, γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ο αφηγητής θεωρεί σοφά τα λόγια του, γιατί, αν και δεν είναι εγγράμματος και δεν έχει θεωρητικά εφόδια, διείσδυσε στην αληθινή ουσία της τέχνης, που δεν είναι προϊόν πνευματικότητας αλλά καρπός γνήσιας και ανόθευτης συγκίνησης. Γι αυτό όπως εξομολογείται ο συγγραφέας στην «Αναφορά στο Γκρέκο» από το λιονταρίσιο μυαλό του Ζορμπά έμαθε περισσότερα από ό,τι του μετέδωσαν οι έρημοι δάσκαλοί του.

β) Τα λόγια του Ζορμπά έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα ιδίως σήμερα, κυρίως γιατί η τέχνη έχει εκφυλιστεί σε βιομηχανικό προϊόν και γιατί ο γνήσιος έρωτας για τη μουσική και όχι για τη διασημότητα, την προβολή και το κέρδος σπανίζει. Τα λόγια του συγκινούν και για έναν άλλο λόγο. Γιατί, αν και δεν μορφώθηκε, έχει συγκροτημένη σκέψη, μπορεί να φτάνει στο κουκούτσι της αλήθειας και να την εκφράζει με καθαρότητα. 

Σχολιασμός διαθεματικών
εργασιών
 
Βρείτε πληροφορίες για το σαντούρι και στο μάθημα της Μουσικής ακούστε τον ήχο του.  Το σαντούρι είναι ένα από τα πιο παλιά και παράξενα έγχορδα μουσικά  όργανα. Έχει σχήμα ισοσκελούς τραπεζίου και φέρει ηχείο βάθους 4 – 5 εκατοστών και περισσότερες από 100 χορδές, από 2,3 ή 4 για κάθε μουσικό φθόγγο. Οι μονές χορδές του είναι  από χάλκινα σύρματα και παράγουν μπάσους ήχους, ενώ οι ζυγές, που είναι για πρίμα ήχους είναι από μπρούτζινα ή ατσάλινα σύρματα. Ο σαντουριέρης κρεμάει το σαντούρι στο λαιμό του ή το ακουμπάει σε ένα τραπέζι και κτυπώντας τις χορδές με τις μπαγκέτες – δύο ξύλινα ραβδάκια επενδεδυμένα στη μία άκρη με βαμβάκι ,ή δέρμα, για να παράγεται γλυκός ήχος- παίζει αυτό το ιδιαίτερο και σπάνιο μουσικό όργανο.Το σαντούρι είναι συγγενικό όργανο με το χορδόφωνο σαντούρ, που χρησιμοποιείται στην κλασσική μουσική του Ισλάμ. (στο απόσπασμα ο Ζορμπάς έχει Τούρκο δάσκαλο) .Αρκετοί μουσικολόγοι πιστεύουν πως είναι το ίδιο όργανο με το βυζαντινό «ψαλτήριο» ή «επιγόνιο», εξ ου και η ονομασία του σαντούρι (ψαλτήρι –πσαλτίρ- σαλτίρ- σαντίρ -σαντούρι). Κατά μια άλλη εκδοχή, η ονομασία προέρχεται από τις περσικές λέξεις “σαν ταρ” = εκατό χορδές. Σαντούρια επίσης μπορούμε να βρούμε στη Ρουμανία, καθώς και σε χώρες της Μέσης Ανατολής (Αραβία, Ιράν κ.λπ.) αλλά διαφέρουν από λίγο έως πολύ από το ελληνικό σαντούρι. Αρχικά το σαντούρι ήταν όργανο μελωδίας. Έπαιζε τη μελωδία μαζί με τα άλλα όργανα, ενώ παράλληλα μπορούσε να κρατήσει
ένα ίσο στην τονική (βάση) ή την πέμπτη της κλίμακας. Σήμερα μπορεί να παίζει τη μελωδία, είτε μόνο του είτε μαζί με τα άλλα όργανα, καθώς και να παίζει τις συγχορδίες πάνω στο ρυθμό. Η μελωδική του έκταση είναι περίπου τρεισήμισυ οκτάβες (όπως και στο κανονάκι), με συνολικά 100-110 περίπου χορδές. Στο παίξιμο χρησιμοποιείται κυρίως ο καρπός του χεριού και λιγότερο τα δάκτυλα. Θεωρείται γενικά δύσκολο όργανο και απαιτεί ιδιαίτερη δεξιοτεχνία και μουσική αντίληψη. Βγάζει έναν εντελώς ξεχωριστό, πλούσιο και χαρακτηριστικό ήχο.
Το σαντούρι συναντάται πολύ συχνά στη Μυτιλήνη και αυτό γιατί ήρθε στην Ελλάδα από τους Έλληνες της Μικρός Ασίας. Ακόμα και σήμερα οι τεχνίτες στη Μυτιλήνη φτιάχνουν τα σαντούρια με τον ίδιο παραδοσιακό τρόπο από ξύλο πεύκου ή ξύλο καρυδιάς. Το σαντούρι είναι παρόν σε κάθε παραδοσιακή εκδήλωση στο νησί.

 

Το σαντούρι “παίζει” κυρίως σε μικρασιάτικα, νησιώτικα και στεριανά κομμάτια, με πιο γνωστό εκτελεστή τον Αριστείδη Μόσχο (μεγάλο δάσκαλο, που έφυγε στα 2001). Άλλοι δεξιοτέχνες του οργάνου είναι οι Τ. Διακογιώργης, Ν. Καλαϊντζής (Μπινταγιάλας), Ν. Καρατάσος, καθώς και οι νεότεροι Α. Κατσιγιάννης και Μ. Παπαδέας και η μικρή Αρετή Κετιμέ.
(www.mousikoergastiri.grκαιwww.alpha1-2-3.gr)
Αξίζει να επισκεφτεί κανείς το ΜουσείοΕλληνικών Λαϊκών οργάνων από τη συλλογή του Φοίβου Ανωγειανάκη, στην πλατεία Αέρηδων στην Πλάκα, να δει από κοντά το σαντούρι και να ακούσει τις ενδιαφέρουσες πληροφορίες του μουσικολόγου του Μουσείου

 

 

Σ΄ ενδιαφἐρει η Μόδα πιο πολύ από την Ιστορία; Αυτό το παιχνίδι είναι για σένα.

Dolce & Gabbana- Κόνσεπτ  Βυζάντιο. Φθινόπωρο 2013
Ένα ευρηματικό διαδραστικό παιχνίδι από το Μουσείο Θηβών. Διαλέγεις Ιστορική Περίοδο και ντύνεις γυναίκες και άντρες της εποχής ανάλογα. Με διπλό κλικ πάνω στα ενδύματα και τα αξεσουάρ αλλάζεις ενδυμασία, στυλ και …κοινωνική θέση.
Ταυτόχρονα προετοιμάζεσαι για τη διδακτική ενότητα «Η καθημερινή ζωή του Βυζαντίου-Μόδα και Ενδυμασία» 

Να, κάνε κλικ εδώ! 


Μια ενδιαφέρουσα χρονογραμμή του Βυζαντίου

Δωρικός, Ιωνικός, Κορινθιακός Ρυθμός.

Η Ιστορία της Ευρώπης (3000 π.Χ. – 2013 μ.Χ.)



Δείτε και την Ιστορία της Ευρώπης σε 3 λεπτά στην ακόλουθη παρουσίαση


«Το παραξήλωσε», Άντον Π. Τσέχωφ

«Το παραξήλωσε»

Ο τοπογράφος  Γκλὲμπ Γκα­βρί­λο­βιτς
Σμιρ­νὸφ ἔ­φθα­σε στὸ σταθ­μὸ «Γκνι­λού­σκι». Μέ­χρι τὸ ἀ­γρό­κτη­μα,
ὅ­που τὸν εἶ­χαν κα­λέ­σει γιὰ ὁ­ρι­ο­θέ­τη­ση, ἔ­με­ναν ἀ­κό­μα νὰ
δι­α­νύ­σει τριά­ντα μὲ σα­ράν­τα βέρ­τσια. (Ἂν ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν εἶ­ναι
πι­ω­μέ­νος καὶ δὲν ἔ­χει ψω­ρά­λο­γα, τό­τε τριά­ντα βέρ­τσια μπο­ρεῖ
νὰ τὰ κά­νει, κι ἐ­φό­σον ὁ ἁ­μα­ξὰς ἔ­χει γρή­γο­ρα ἄ­λο­γα τό­τε
μπο­ρεῖ νὰ πιά­σει κα­τευ­θεί­αν καὶ τὰ πε­νήν­τα).

       — Πεῖ­τε μου, πα­ρα­κα­λῶ, ποῦ
μπο­ρῶ νὰ βρῶ ἐ­δῶ κον­τὰ τα­χυ­δρο­μι­κὰ ἄ­λο­γα; εἶ­πε ὁ
το­πο­γρά­φος, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸν χω­ρο­φύ­λα­κα τοῦ σταθ­μοῦ.
       — Τί; Τα­χυ­δρο­μι­κά; Ἐ­δῶ γιὰ
ἑ­κα­τὸ βέρ­τσια δρό­μο δὲν ἀ­κοῦς οὔ­τε σκυ­λί, ὄ­χι τα­χυ­δρο­μι­κά…
Καὶ σεῖς ποῦ θέ­λε­τε νὰ πᾶ­τε;
       — Στὸ Δέφ­κι­νο, στὰ κτή­μα­τα τοῦ στρα­τη­γοῦ Χα­χό­τοφ.
       — Λοι­πόν; χα­σμου­ρή­θη­κε ὁ
χω­ρο­φύ­λα­κας. Πη­γαί­νε­τε μέ­χρι τὸ σταθ­μό, ἐ­κεῖ στὴν πόρ­τα
συ­χνὰ βρί­σκον­ται χω­ρι­κοί, με­τα­φέ­ρουν τα­ξι­δι­ῶ­τες.
       Ὁ το­πο­γρά­φος ξε­φύ­ση­ξε καὶ
ἄρ­χι­σε νὰ βα­δί­ζει πρὸς τὸν σταθ­μό. Ἐ­κεῖ, με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὲς
ἀ­να­ζη­τή­σεις, συ­ζη­τή­σεις καὶ δι­σταγ­μούς, βρῆ­κε ἕ­ναν ρω­μα­λέ­ο
χω­ρι­κό, κα­τσού­φη, βλο­γι­ο­κομ­μέ­νο, ντυ­μέ­νο μὲ ἕ­να
κου­ρε­λια­σμέ­νο τσό­χι­νο κα­φτά­νι καὶ πλε­χτὰ χορ­το­πά­που­τσα.
       Ὁ δι­ά­ο­λος ξέ­ρει τί σό­ι κά­ρο
ἔ­χει! Συ­νο­φρυ­ώ­θη­κε ὁ το­πο­γρά­φος, σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ κά­ρο.
Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις ποῦ εἶ­ναι τὸ πί­σω καὶ τὸ μπρός…
       — Μὰ τί νὰ κα­τα­λά­βεις; Ὅ­που
εἶ­ναι ἡ οὐ­ρὰ εἶ­ναι καὶ τὸ μπρός, καὶ ἐ­κεῖ ποὺ κά­θε­ται ἡ εὐ­γέ­νειά
σας εἶ­ναι τὸ πί­σω…
       Τὸ που­λα­ρά­κι ἦ­ταν
λι­πό­σαρ­κο, μὲ ἁ­πλω­τὰ πό­δια καὶ φα­γω­μέ­να αὐ­τιά. Ὅ­ταν ὁ
ἁ­μα­ξὰς ἀ­να­ση­κώ­θη­κε καὶ τὸ χτύ­πη­σε μὲ τὸ σχοι­νέ­νιο μα­στί­γιο,
αὐ­τὸ κού­νη­σε μό­νο τὸ κε­φά­λι, ὅ­ταν ἀ­γρί­ε­ψε καὶ τὸ χτύ­πη­σε
ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, τό­τε τὸ κά­ρο ἔ­τρι­ξε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει σὰν
δαι­μο­νι­σμέ­νο. Με­τὰ τὸ τρί­το χτύ­πη­μα τὸ κά­ρο κύ­λη­σε λί­γο καὶ
πιὰ μὲ τὸ τέ­ταρ­το κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του.
       Ἔ­τσι θὰ πᾶ­με ὅ­λο τὸ δρό­μο;
ρώ­τη­σε ὁ το­πο­γρά­φος, νι­ώ­θον­τας τὸ δυ­να­τὸ τράν­ταγ­μα καὶ
πα­ρα­μέ­νον­τας ἔκ­πλη­κτος ἀ­πὸ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα τῶν Ρώ­σων
ἁ­μα­ξά­δων νὰ κά­νουν, μὲ μιὰ ἤ­ρε­μη χε­λω­νί­σια δι­α­δρο­μή, τὴν
ψυ­χὴ νὰ ξε­βι­δώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ τράν­ταγ­μα.
       Θά-α-α φτά­σου­με! – τὸν
κα­θη­σύ­χα­σε ὁ ἁ­μα­ξάς. Ἡ φο­ρά­δα εἶ­ναι νέ­α, ἔ­ξυ­πνη…Ἄσ’ τὴν
μό­νο νὰ πά­ρει φό­ρα καὶ με­τὰ δὲν στα­μα­τά­ει… Ἄιν­τε,
κα­τα­ρα­μέ…νη!
       Ὅ­ταν τὸ κά­ρο βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸν
σταθ­μό, ἦ­ταν σού­ρου­πο. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ το­πο­γρά­φου ἁ­πλω­νό­ταν ἡ
πε­διά­δα, σκο­τει­νή, πα­γω­μέ­νη, χω­ρὶς τέ­λος καὶ ἄ­κρη…
(Δι­α­σχί­ζον­τάς την εἶ­ναι σὰν νὰ ξε­κι­νᾶς γιὰ τοῦ δι­α­ό­λου τὴ
μά­να.) Στὸν ὁ­ρί­ζον­τα, ἐ­κεῖ ποὺ χα­νό­ταν καὶ ἑ­νω­νό­ταν μὲ τὸν
οὐ­ρα­νό, ἔ­σβη­νε νω­χε­λι­κὰ τὸ κρύ­ο φθι­νο­πω­ρι­νὸ σού­ρου­πο…
Ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὸν δρό­μο, στὸν σκο­τει­νι­α­σμέ­νο ἀ­έ­ρα
ξε­χώ­ρι­ζαν κά­ποι­α βου­να­λά­κια, ὄ­χι σὰν περ­σι­νὲς θη­μω­νι­ές,
οὔ­τε σὰν χω­ριό. Τί ἦ­ταν μπρο­στὰ στὸ χω­ρά­φι δὲν ἔ­βλε­πε ὁ
το­πο­γρά­φος, ἐ­πει­δὴ ἀπ΄ αὐ­τὴ τὴν πλευ­ρὰ ὅ­λο τὸ ὀ­πτι­κὸ πε­δί­ο
τὸ κά­λυ­πτε ἡ φαρ­διά, ἄ­γαρ­μπη πλά­τη τοῦ ἁ­μα­ξᾶ. Ἦ­ταν ἥ­συ­χα,
ἀλ­λὰ κρύ­α καὶ πα­γω­μέ­να.
       «Τί ἐ­ρη­μιὰ εἶ­ναι αὐ­τή!
(σκε­φτό­ταν ὁ το­πο­γρά­φος, προ­σπα­θών­τας νὰ προ­στα­τεύ­σει τὰ
αὐ­τιά του μὲ τὸ για­κὰ τοῦ μαν­δύα) παν­τοῦ ἐ­ρη­μιά!» Ἂν τοῦ
ἐ­πι­τε­θοῦν ξαφ­νι­κὰ καὶ τὸν λη­στέ­ψουν; Δὲν ξέ­ρει κα­νεὶς ἂν θὰ
εἶ­ναι ἀ­πὸ πυ­ρο­βό­λο!­.. Καὶ ὁ ἁ­μα­ξὰς εἶ­ναι ἀ­να­ξι­ό­πι­στος… Γιὰ
δές τον, τί πλα­τά­ρα! Αὐ­τὸ τὸ παι­δὶ τῆς φύ­σης καὶ δά­χτυ­λο νὰ
κου­νή­σει, ἡ ψυ­χή σου πά­ει στὴν Κού­λου­ρη! Καὶ ἡ μού­ρη του εἶ­ναι
ἄ­γρια, ὕ­πο­πτη.»
      — Ἔ! κα­λέ μου, ρώ­τη­σε ὁ το­πο­γρά­φος, πῶς σὲ λέ­νε;
      — Ἐ­μέ­να; Κλή­μη.
      — Λοι­πόν, Κλή­μη, πῶς εἶ­ναι ἐ­δῶ; Δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να; Δὲν γί­νον­ται ἐ­πι­θέ­σεις;
      — Ὄ­χι, μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ… Σὲ ποι­ὸν νὰ κά­νουν ἐ­πι­θέ­σεις;
      — Εἶ­ναι κα­λὸ ποὺ δὲν κά­νουν
ἐ­πι­θέ­σεις… Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ γιὰ κα­λὸ καὶ γιὰ κα­κὸ ἔ­χω πά­ρει μα­ζί μου
τρί­α ρε­βόλ­βερ, εἶ­πε ψέ­μα­τα ὁ το­πο­γρά­φος. Καὶ μὲ τὸ ρε­βόλ­βερ,
ξέ­ρεις, δὲν ἀ­στει­εύ­ε­ται κα­νείς. Μὲ δέ­κα λη­στὲς μπο­ρεῖς νὰ τὰ
βγά­λεις πέ­ρα…
      Σκο­τει­νιά. Τὸ κά­ρο ξαφ­νι­κὰ ἔ­τρι­ξε, τσί­ρι­ξε, τρε­μού­λια­σε, καί, σὰν ἄ­θε­λά του, ἔ­κα­νε ἀ­ρι­στε­ρά.
      «Ποῦ μὲ πά­ει; σκέ­φτη­κε ὁ
το­πο­γρά­φος. Πή­γαι­νε ὅ­λο εὐ­θεία καὶ ξαφ­νι­κὰ ἔ­στρι­ψε
ἀ­ρι­στε­ρά. Πι­θα­νὸν νὰ μὲ πη­γαί­νει σὲ κά­ποι­α λόχ­μη ὁ
πα­λιάν­θρω­πος, καί… καί… συμ­βαί­νουν τέ­τοια πε­ρι­στα­τι­κά!»
      — Ἄ­κου, ἀ­πευ­θύν­θη­κε στὸν
ἁ­μα­ξά. — Ἔ­τσι λές! Ὅ­τι ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να; Κρί­μα… Μ’
ἀ­ρέ­σει νὰ πα­λεύ­ω μὲ λη­στές… Στὴν ὄ­ψη εἶ­μαι ἀ­δύ­να­τος,
ἀρ­ρω­στιά­ρης, ἀλ­λὰ οἱ δυ­νά­μεις μου, λὲς καὶ εἶ­ναι ταύ­ρου… Μιὰ
φο­ρὰ μοῦ ἐ­πι­τέ­θη­καν τρεῖς λη­στές… Καὶ τί νο­μί­ζεις; Τὸν ἕ­να τὸν
χτύ­πη­σα τό­σο ἄ­σχη­μα, πού… πού, κα­τα­λα­βαί­νεις, πα­ρέ­δω­σε τὴν
ψυ­χὴ στὸν Θε­ό, καὶ οἱ ἄλ­λοι δύ­ο ἐ­ξαι­τί­ας μου πῆ­γαν στὰ κά­τερ­γα
τῆς Σι­βη­ρί­ας. Καὶ ἀ­πὸ ποῦ παίρ­νω αὐ­τὴ τὴ δύ­να­μη, δὲν ξέ­ρω…
Παίρ­νεις τὸ χέ­ρι κά­ποι­ου δυ­να­τοῦ, κά­ποι­ου σὰν καὶ σέ­να, καί…
καὶ τὸν χτυ­πᾶς.
      Ὁ Κλή­μης ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν το­πο­γρά­φο, ἀ­νοι­γό­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ μα­στί­γω­σε τὸ ἄ­λο­γο.
      — Ναί, ἀ­δελ­φέ… συ­νέ­χι­σε ὁ
το­πο­γρά­φος. Νὰ μὴ δώ­σει ὁ Θε­ὸς νὰ μπλε­χτεῖς μὲ μέ­να. Δὲν φτά­νει
ποὺ ὁ λη­στὴς μέ­νει δί­χως χέ­ρια καὶ δί­χως πό­δια, ἀλ­λὰ πρέ­πει καὶ
νὰ δι­κα­στεῖ… Σὲ μέ­να ὅ­λοι οἱ δι­κα­στὲς καὶ οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ
εἶ­ναι γνω­στοί. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἄν­θρω­πος τοῦ κρά­τους, μὲ χρει­ά­ζον­ται…
Τὸ ὅ­τι ἐ­γὼ τα­ξι­δεύ­ω εἶ­ναι γνω­στὸ στὴ δι­οί­κη­ση… καὶ γι΄ αὐ­τὸ
πα­ρα­κο­λου­θοῦν γιὰ νὰ μή μοῦ κά­νει κά­ποι­ος κα­κό. Παν­τοῦ στὸν
δρό­μο πί­σω ἀ­πὸ τοὺς θά­μνους εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νὰ ὁρ­μή­σουν
ἑ­κα­τον­τά­δες ὑ­πα­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τῶν Κο­ζά­κων… Ἄ-α-αλτ! Ἔμ­πη­ξε τὶς
φω­νὲς ὁ το­πο­γρά­φος. — Ποῦ βγῆ­κες; Ποῦ μὲ πᾶς;
      — Μὰ τί­πο­τε δὲν βλέ­πε­τε; Εἶ­ναι δά­σος!
      «Ὁ­πωσ­δή­πο­τε εἶ­ναι δά­σος…
σκέ­φτη­κε ὁ το­πο­γρά­φος. Μὰ ἐ­γὼ φο­βή­θη­κα! Ὅ­μως δὲν πρέ­πει νὰ
τοῦ φα­νε­ρώ­σω τὴν ἀ­νη­συ­χί­α μου… Ἤ­δη πρό­σε­ξε πὼς τρέ­μω. Για­τί
μὲ κλε­φτο­κοί­τα­ζε τό­σο συ­χνά; Ἴ­σως σχε­διά­ζει κά­τι…
Προ­η­γου­μέ­νως πή­γαι­νε σι­γὰ-σι­γά, βῆ­μα-βῆ­μα, καὶ τώ­ρα γιὰ δές
τον, πά­ει σὰν ἀ­στρα­πή!»
      — Ἄ­κου, Κλή­μη, για­τί βιά­ζεις τό­σο τὸ ἄ­λο­γο;
      — Δὲν τὸ βιά­ζω, μό­νο του πῆ­ρε
φό­ρα… Καὶ ὅ­ταν παίρ­νει φό­ρα τί­πο­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ
στα­μα­τή­σει… Καὶ τὸ ἴ­διο δὲν εἶ­ναι χα­ρού­με­νο μὲ τέ­τοι­α πό­δια
ποὺ ἔ­χει.

      — Λὲς ψέ­μα­τα, ἀ­δελ­φέ! Βλέ­πω
ὅ­τι λὲς ψέ­μα­τα! Μό­νο σὲ συμ­βου­λεύ­ω νὰ μὴν τρέ­χεις τό­σο
γρή­γο­ρα. Κά­νε λί­γο κρά­τει…Ἀ­κοῦς; Κά­νε λί­γο κρά­τει!

      — Για­τί;
     — Ἐ­πει­δή… ἐ­πει­δή, μα­ζί μου ἀ­πὸ τὸν σταθ­μὸ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔρ­θουν
τέσ­σε­ρις φί­λοι. Πρέ­πει νὰ μᾶς ἔ­φτα­ναν… Ὑ­πο­σχέ­θη­καν νὰ μὲ
προ­λά­βουν σ΄ αὐ­τὸ τὸ δά­σος… Εἶ­ναι ὡ­ραῖ­α νὰ πη­γαί­νεις μα­ζί
τους… Εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι ὑ­γι­εῖς, γε­ρο­δε­μέ­νοι… ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει
πε­ρί­στρο­φο… Για­τί συ­νέ­χεια στρί­βεις πί­σω καὶ κοι­τά­ζεις, σὰν νὰ
κά­θε­σαι σὲ βε­λό­νες; Ἔ! Ἐ­γώ, ἀ­δελ­φέ, ἔ… ἀ­δελ­φέ… Σὲ μέ­να
τί­πο­τε δὲν ὑ­πάρ­χει νὰ κοι­τά­ζεις… τί­πο­τε ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ μέ­να…
Ἴ­σως μό­νο τὰ ρε­βόλ­βερ… Πα­ρα­κα­λῶ, ἂν θέ­λεις, θὰ σοῦ τὰ δεί­ξω,
πα­ρα­κα­λῶ…
      Ὁ το­πο­γρά­φος ἔ­κα­νε ὅ­τι
ψα­χου­λεύ­ει τὶς τσέ­πες, καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ συ­νέ­βη κά­τι ποὺ
κα­νέ­νας δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει ἀ­πὸ κά­ποι­ον, ὅ­σο δει­λὸς
καὶ ἂν ἦ­ταν. Ὁ Κλή­μης ξαφ­νι­κὰ ρί­χτη­κε ἀ­πὸ τὸ κά­ρο καὶ στὰ
τέσ­σε­ρα ἔ­τρε­ξε πρὸς τὸ ρου­μά­νι.— Βο­ή­θεια! Φώ­να­ξε κλα­ψι­ά­ρι­κα.
Βο­ή­θεια! Πάρε, κα­τα­ρα­μέ­νε, καὶ τὸ ἄ­λο­γο καὶ τὸ κά­ρο, μό­νο μὴ
μὲ χα­λά­σεις! Βο­ή­θεια!
      Ἀ­κού­στη­καν γρή­γο­ρα βή­μα­τα
ποὺ χά­νον­ταν, τριγ­μὸς ξε­ρό­κλα­δων – καὶ τέ­λος σι­ω­πή… Ὁ
το­πο­γρά­φος, μὴ πε­ρι­μέ­νον­τας τέ­τοι­α συμ­πε­ρι­φο­ρά,
στα­μά­τη­σε πρῶ­τα τὸ ἄ­λο­γο, με­τὰ κά­θι­σε πιὸ βο­λι­κὰ στὸ κά­ρο
καὶ ἄρ­χι­σε νὰ σκέ­φτε­ται.
      «Ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας… ὁ βλά­κας…
φο­βή­θη­κε. Καὶ τώ­ρα τί θὰ γί­νει; Μό­νος νὰ προ­χω­ρή­σω δὲν εἶ­ναι
δυ­να­τόν, για­τί δὲν ξέ­ρω τοὺς δρό­μους καὶ μπο­ρεῖ νὰ νο­μί­ζουν ὅ­τι
ἔ­κλε­ψα τὸ ἄ­λο­γό του… Τί θὰ γί­νει;» — Κλή­μη! Κλή­μη!
     — Κλή­μη!­..  ἀ­πάν­τη­σε ἡ ἠ­χώ.
      Στὴ σκέ­ψη ὅ­τι ὅ­λη τὴ νύ­χτα θὰ
τὴν πε­ρά­σει κα­θι­σμέ­νος στὸ σκο­τει­νὸ δά­σος, μέ­σα στὸ κρύ­ο,
ἀ­κού­γον­τας μό­νο τοὺς λύ­κους καὶ τὴν ἠ­χὼ ἀ­πὸ τὰ ρου­θου­νί­σμα­τα
τῆς λι­πό­σαρ­κης φο­ρά­δας τὸν ἔ­πια­σε σύγ­κρυ­ο.
      — Κλη­μού­λη! –φώ­να­ξε. — Κα­λέ μου! Ποῦ εἶ­σαι, Κλη­μού­λη;
      Δυ­ὸ ὧ­ρες φώ­να­ζε ὁ
το­πο­γρά­φος, καὶ μό­νο ἀ­φοῦ βρά­χνια­σε καὶ συμ­φι­λι­ώ­θη­κε μὲ τὴ
δι­α­νυ­κτέ­ρευ­σή του στὸ δά­σος, τό­τε τὸ ἐ­λα­φρὸ ἀ­ε­ρά­κι τοῦ
ἔ­φε­ρε κά­ποι­ο βογ­κη­τό.
      — Κλή­μη! Ἐ­σὺ εἶ­σαι κα­λέ μου; Πᾶ­με.
      — Θὰ μέ… σκο­τώ­σεις;

      — Ἀ­στει­εύ­τη­κα, κα­λέ μου! Τι­μώ­ρη­σέ με, κύ­ρι­ε, ἀ­στει­εύ­τη­κα! Τί ρε­βόλ­βερ! Ἐ­γὼ εἶ­πα ψέ­μα­τα ἀ­πὸ φό­βο! Κά­νε μου τὴ χά­ρη, πᾶ­με! Πα­γώ­νω!

      Ὁ Κλή­μης συλ­λο­γί­στη­κε ὅ­τι,
μᾶλ­λον, ἕ­νας πραγ­μα­τι­κὸς λη­στὴς θὰ εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ πρὸ
πολ­λοῦ μὲ τὸ ἄ­λο­γο καὶ τὸ κά­ρο, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δά­σος καὶ
ἀ­να­πο­φά­σι­στα πλη­σί­α­σε τὸν ἐ­πι­βά­τη του.
      — Μὰ ἀ­πὸ τί φο­βή­θη­κες, βλά­κα; Ἐ­γώ… ἐ­γὼ ἀ­στει­ευ­ό­μου­να καὶ σὺ φο­βή­θη­κες… κά­τσε!
   — Ὁ θε­ὸς μα­ζί σου, ἀ­φέν­τη,
μουρ­μού­ρι­σε ὁ Κλή­μης σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ κά­ρο. Ἂν τὸ ἤ­ξε­ρα
οὔ­τε μὲ ἑ­κα­τὸ ὁ­λό­κλη­ρα δὲν θὰ σὲ πή­γαι­να. Πα­ρα­λί­γο νὰ
πε­θά­νω ἀ­π’ τὸν φό­βο…
      Ὁ Κλή­μης μα­στί­γω­σε τὸ ἄ­λο­γο.
Τὸ κά­ρο τραν­τά­χτη­κε. Ὁ Κλή­μης τὸ ξα­να­μα­στί­γω­σε καὶ τὸ κά­ρο
κου­νή­θη­κε. Με­τὰ τὸ τέ­ταρ­το χτύ­πη­μα, ὅ­ταν τὸ κά­ρο κου­νή­θη­κε
ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του, ὁ το­πο­γρά­φος σκέ­πα­σε τ’ αὐ­τιά του μὲ τὸν για­κὰ
καὶ βυ­θί­στη­κε σὲ σκέ­ψεις. Ὁ δρό­μος καὶ ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν τοῦ
φαι­νόν­του­σαν πιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­νοι.
( 1885)

Μετάφραση από τα ρωσικά: Ελένη Κατσιώλη

Πηγή:  Πλανόδιον, Ιστορίες Μπονζάι


Ένα δέντρο μια φορά, Ευγένιος Τριβιζάς





Το ορφανό αγόρι  που αγωνίζεται να
επιβιώσει σε έναν παγωμένο κόσμο με μοναδικό φίλο ένα δέντρο.  

Το αριστουργηματικό παραμύθι του Ευγένιου
Τριβιζά σε εικονογράφηση του Νικόλα Ανδρικόπουλου έγινε ταινία το 2009 με τη
συνεργασία του συγγραφέα και του Παναγιώτη Ράππα. Η πρωτότυπη μουσική επένδυση ανήκει
στον  Δημήτρη Παπαδημητρίου και η ερμηνεία
των τραγουδιών στον   Μπάμπη Τσέρτο και τη Φωτεινή Δάρρα.

Ίσως σε ενδιαφέρει κι αυτό: “Για ένα παιδί που κοιμάται”

25 Δεκεμβρίου 2016

Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com