Μικρή συμβουλή για την ορθογραφία Νο 5


mporoume ki etsi na epikinonoume, alla den theloume

Ἐρωτικὸ γράμμα, Νίκος Καββαδίας

 


Κοριτσάκι μου, Θαλασσωμένο ἀπόψε τὸ Αἰγαῖο.
Τὸ ἴδιο κι ἐγώ.
Χθὲς δὲν πρόλαβα νὰ καθίσω στὸ τραπέζι κι ἕνα τηλέφωνο
μὲ κατέβασε στὸ λιμάνι. Στὶς ἑφτὰ ποὺ σαλπάραμε, δὲν
μποροῦσα νὰ περπατήσω ἀπὸ τὴν κούραση. Ἡ παρηγοριά μου
ἦταν ἡ «ὥρα» σου. Ἡ λύπη μου ὅτι δὲν κυβέρνησα οὔτε στιγμὴ
τὸ καταπληκτικὸ Θαλασσινὸ σκαρί, τὸ κορμί σου.
Ἀπὸ δείλια καὶ ἀτζαμοσύνη σήκωσα τὸ κόκκινο σινιάλο τῆς Ἀκυβερνησίας.
Εἶδα χθές, πολλὲς φορὲς τὴν κοπέλα τῆς πλώρης:
Τὴ λυσίκομη φιγούρα νὰ σκοτεινιάζει, νὰ θέλει νὰ κλάψει.
Σὰ νά ῾χε πιστέψει γιὰ πρώτη φορὰ ὅτι πέθανε, ὁ Μεγαλέξανδρος,
ὅμως τὸ καρχηδόνιο ἐπίχρισμά του ἔμενε τὸ ἴδιο λαμπρό.
Μὲ τὸ αὐτοκρατορικὸ κάλυμμά του. Κόκκινο της Πομπηίας
Rosso romano, πορφυρὸ τῆς Δαμασκός.
Βελοῦδο ποὺ σκεπάζει ἱερὸ δισκοπότηρο.
Ὄστρακο ὠκεάνιο ἁλμυρό. Κρασὶ βαθυκόκκινο ποὺ δίνει
δόξα στὸ κρύσταλλο. Πληγὴ ἀπὸ κοπίδι κινέζικο.
Ἀστραπή. Βυσσινὶ ἡλιοβασίλεμα.
Λαμπάδα τῆς πίστης μου.
Ἀνοιχτὸ σημάδι τοῦ ἔρωτά μου
Ὄνειρο καὶ τροφὴ τῆς παραφροσύνης μου
Σὲ ἀγκαλιάζω.
* Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς τοῦ ὁ Νίκος Καββαδίας ἐρωτεύτηκε μία κοπέλα, τὴ Θεανὼ Σουνᾶ. Πρόκειται
γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐρωτικὰ γράμματα, τὰ ὁποῖα ἔστειλε ὁ ποιητὴς στὴν κοπέλα.
* Ανήκει στα ΑΝΕΝΤΑΧΤΑ, στα ποιήματα, που δὲν ἐντάχθηκαν σὲ κάποια ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ Νίκου Καββαδία, ἀλλὰ δημοσιεύθηκαν σὲ διάφορα ἔντυπα.

 

Ο Άνεμος, Jean Béraud

Jean Béraud, Ο άνεμος, Ιμπρεσσιονισμός


Το κλειδί της ευτυχίας , Χόρχε Μπουκάι



Ο μύθος λέει ότι πριν ακόμα υπάρξει
η ανθρωπότητα, μαζεύτηκαν διάφορα τελώνια, για να σκαρώσουν μια φάρσα. Λέει ένα
από αυτά: «Πολύ σύντομα θα δημιουργηθούν οι άνθρωποι. Δεν είναι δίκαιο να
έχουν τόσες αρετές και τόσες δυνατότητες. Κάτι πρέπει να κάνουμε για να τους
είναι πιο δύσκολο να πάνε μπροστά. Να τους γεμίσουμε διαστροφές κι ελαττώματα…
Αυτό θα τους καταστρέψει».

 Το μεγαλύτερο στα χρόνια τελώνιο, λέει:
«Προβλέπεται να έχουν ελαττώματα και
διπροσωπία αλλά αυτό θα τους κάνει απλώς πιο ολοκληρωμένους. Νομίζω οτι πρέπει
να τους στερήσουμε κάτι που, όπως και να ’ναι θα τους κάνει να ζουν κάθε μέρα κι
από μια καινούργια πρόκληση».
«Τι πλάκα θα ’χει!!!» είπαν όλα
μαζί.
Αλλά ένα νεαρό και πονηρό τελώνιο,
από μια γωνιά, σχολιάζει:
«Πρέπει να τους πάρουμε κάτι
σημαντικό… αλλά τί;»
Μετά από πολλή σκέψη, το μεγαλύτερο
αναφωνεί:
«Το βρήκα! Θα τους πάρουμε το κλειδί της ευτυχίας».
«Θαυμάσια… φανταστική… καταπληκτική
ιδέα!» φωνάζουν τα τελώνια χορεύοντας γύρω από ένα τεράστιο καζάνι.
Το γέρικο στοιχειό συνεχίζει:
«Το πρόβλημα είναι πού να το
κρύψουμε για να μη μπορέσουν να το βρουν».
Το πρώτο τελώνιο ξαναπαίρνει το
λόγο:
«Να το κρύψουμε στην κορυφή του πιο
ψηλού βουνού του κόσμου».
Αμέσως,
όμως, ένα άλλο τελώνιο απαντά:
«Όχι. Μην
ξεχνάτε πως θα έχουν δύναμη και θα είναι πεισματάρηδες. Εύκολα, κάποια στιγμή,
μπορεί ν’ ανέβει κάποιος και να το βρει, κι άμα το βρει ένας θ’ ακολουθήσουν
όλοι, και τότε πάει, τελείωσε η πρόκληση».
Ένα τρίτο
τελώνιο προτείνει:
«Να το
κρύψουμε στο βυθό της θάλασσας».
Ένα τέταρτο,
παίρνει το λόγο και απαντά:
«Όχι.
Θυμηθείτε πως είναι περίεργοι. Κάποια στιγμή θα κατασκευάσουν μια συσκευή για
να μπορούν να κατεβαίνουν στο βυθό, και τότε θα το βρουν πολύ εύκολα».
Το τρίτο
τελώνιο λέει:
«Να το
κρύψουμε σε έναν πλανήτη μακριά από τη Γη».
Οι άλλοι
όμως απαντούν:
«Όχι. Μη
ξεχνάς την ευφυία τους. Μια μέρα, κάποιος θα κατασκευάσει ένα πλοίο με το οποίο
θα μπορούν να ταξιδέψουν σε άλλους πλανήτες και θα το ανακαλύψουν».
Ένα γέρικο
τελώνιο που είχε μείνει μέχρι τώρα σιωπηλό κι αφουγκραζόταν τις προτάσεις των
άλλων, σηκώνεται, πάει στο κέντρο και λέει:
«Νομίζω πως
ξέρω που πρέπει να το βάλουμε για να μην μπορέσουν πραγματικά να το βρουν.
Πρέπει να το βάλουμε εκεί που δεν θα έψαχναν ποτέ».
Γυρνάνε όλοι
έκπληκτοι και ρωτάνε μ’ ένα στόμα:
«Πού;»
Το γέρικο
τελώνιο απαντά:
«Θα το κρύψουμε μέσα τους… πολύ κοντά στην καρδιά τους…»
Τα
χειροκροτήματα πολλαπλασιάζονται, κι αρχίζουν να γελάνε όλα μαζί:
«Χα.. χα..
χα..! Θα ψάχνουν να το βρουν απ’ έξω, απελπισμένοι, και δεν θα ξέρουν πως το
έχουν συνεχώς μαζί τους».
Ο νεαρός
σκεπτικιστής σημειώνει:
«Οι άνθρωποι θα έχουν βαθιά επιθυμία να γίνουν ευτυχισμένοι, κι
αργά ή γρήγορα θα βρεθεί ένας αρκετά σοφός, ώστε να ανακαλύψει που βρίσκεται το
κλειδί. Και τότε, θα το πει σε όλους».
«Μπορεί να γίνει κι έτσι» λέει το πιο ηλικιωμένο τελώνιο, ωστόσο,
οι άνθρωποι θα έχουν επίσης μια έμφυτη δυσπιστία για τα πιο απλά πράγματα. Αν
ποτέ υπάρξει αυτός ο άνθρωπος και αποκαλύψει πως το μυστικό κρύβεται μέσα στον
καθένα… κανένας δεν θα τον πιστέψει».

Η Καρακάξα, Κλωντ Μονέ

Κλωντ Μονέ, Η Καρακάξα 1868-69, Ιμπρεσσιονισμός


Ναι, έχω όλες τις συνήθεις αντιρρήσεις, αλλά…





White wine in the sun
I really like Christmas
It’s sentimental, I know, but I just really like it
I am hardly religious
I’d rather break bread with Dawkins than Desmond Tutu
To be honest

And yes, I have all of the usual objections
To consumerism, the commercialisation of an ancient religion
To the westernisation of a dead Palestinian
Press-ganged into selling Playstations and beer


But I still really like it

I’m looking forward to Christmas
Though I’m not expecting a visit from Jesus

I’ll be seeing my dad
My brother and sisters, my gran and my mum
They’ll be drinking white wine in the sun

I don’t go in for ancient wisdom
I don’t believe just ’cause ideas are tenacious it means they’re worthy
I get freaked out by churches
Some of the hymns that they sing have nice chords
But the lyrics are dodgy

And yes, I have all of the usual objections
To the mis-education of children who, in tax-exempt institutions
Are taught to externalise blame
And to feel ashamed and to judge things as plain right and wrong
But I quite like the songs

I’m not expecting big presents
The old combination of socks, jocks and chocolate’s is just fine by me

‘Cause I’ll be seeing my dad
My brother and sisters, my gran and my mum
They’ll be drinking white wine in the sun
I’ll be seeing my dad
My brother and sisters, my gran and my mum
They’ll be drinking white wine in the sun

And you, my baby girl
My jetlagged infant daughter
You’ll be handed round the room
Like a puppy at a primary school
And you won’t understand
But you will learn someday
That wherever you are and whatever you face
These are the people who’ll make you feel safe in this world
My sweet blue-eyed girl

And if my baby girl
When you’re twenty-one or thirty-one
And Christmas comes around
And you find yourself nine thousand miles from home
You’ll know what ever comes

Your brothers and sisters and me and your mum
Will be waiting for you in the sun
When Christmas comes
 

Your brothers and sisters, your aunts and your uncles
Your grandparents, cousins and me and your mum
We’ll be waiting for you in the sun
Drinking white wine in the sun
Darling, whenever you come
We’ll be waiting for you in the sun
Drinking white wine in the sun
Waiting for you in the sun
Darling, when Christmas comes
We’ll be waiting for you in the sun
Waiting

I really like Christmas
It’s sentimental, I know

Written by Timothy Minchin

«Το παραμύθι που δεν είχε τέλος», Κώστας Βάρναλης

Ζούσε κάποτε πέρα στην Ανατολή
ένας τεμπέλης βασιλιάς. Δεν έκανε καμιά δουλειά. Ολημερίς ξαπλωμένος σε ντιβάνι
με πολλά μαλακά μαξιλάρια, έβαζε να του λένε παραμύθια κι αυτός άκουε
μαχμουρλίδικα.

  Αμολούσε σ’ όλο του το
βασίλειο πλήθος αυλικούς να μαζεύουνε και να στέλνουνε στο παλάτι όσους ξέρανε
παραμύθια, άντρες ή γυναίκες, γέρους ή νέους, ντόπιους ή ξένους. Γιατί δε
χόρταινε ν’ ακούει. Όταν τέλειωνε το παραμύθι, έπεφτε σε βαθιά πλήξη και
δυστυχία. Γι’ αυτό ήθελε πάντα το ένα παραμύθι ν’ ακολουθάει το άλλο. Ακόμα κι
όταν έτρωγε κι έπινε ή έπαιρνε το μπάνιο του στη χαβούζα1 του
παλατιού, ήθελε ν’ ακούει παραμύθια. Μονάχα αργά πολύ, μετά τα μεσάνυχτα, όταν
τον έπαιρνε ο ύπνος, τότε σιωπούσανε κι οι παραμυθάδες και, πατώντας στα νύχια
τους απάνω στα παχιά κιλίμια, φεύγανε σιγά σιγά να πάνε να ξεκουραστούνε κι
αυτοί, οι βασανισμένοι!
  Όσο πιο μεγάλο και
μπερδεμένο ήταν το παραμύθι, τόσο περισσότερο του άρεσε. Ήταν παραμύθια που
βαστούσανε μέρες και βδομάδες ολάκερες. Μα όσο μεγάλα και να ήτανε, ερχότανε
επιτέλους η ώρα τους να τελειώσουν. Ε, τότε ο βασιλιάς γινότανε τρομερά
δυστυχής. Αρρωστούσε, που έλεγες πως θα πεθάνει.
  Είδε κι απόειδε αυτός, η
δωδεκάδα του (το συμβούλιό του) κι ο γιατρός του, αποφασίσανε όλοι μαζί να
στείλουνε τελάληδες2 σ’ όλες τις επαρχίες και σε όλα τα χωριά του
βασιλείου, να διαλαλήσουνε:
  – Όποιος ξέρει ένα
παραμύθι που να μην τελειώνει ποτέ, ας παρουσιαστεί να το πει του
πολυχρονεμένου βασιλιά, κι αυτός θα του δώσει ένα σακί φλουριά και την κόρη του
για γυναίκα.
  Όσοι ακούγανε αυτά τα
λόγια, αστράφτανε τα μάτια τους από τον πόθο να γίνουνε πολύ πλούσιοι και να
παντρευτούν τη βασιλοπούλα. Κι όλοι νομίζανε πως θα τα καταφέρνανε να
διηγηθούνε παραμύθι χωρίς τέλος. Το κάτω της γραφής, αν αποτυχαίνανε, δε θα
είχανε να χάσουνε τίποτα.
  Μα οι τελάληδες προσθέτανε
στο τέλος:
  – Όποιος όμως δε τα
καταφέρει να διηγηθεί το ατέλειωτο παραμύθι, τότε ο βασιλιάς θα του κόψει το
κεφάλι!
  Όταν ακούγανε αυτήν την
ποινή, τους έπιανε τρόμος και φόβος. Τότε νιώθανε πως ο βασιλιάς δε ζητούσε
εύκολο πράμα. Και λέγανε συναμεταξύ τους:
  – Αδύνατα πράγματα ζητάει.
  Ωστόσο παρουσιαστήκανε στο
βασιλιά δυο τρεις αποφασισμένοι ή να κερδίσουνε το στοίχημα ή να χάσουνε το
κεφάλι τους. Ο πρώτος, που δοκίμασε να πει το ατέλειωτο παραμύθι, μπόρεσε να το
βαστάξει τρεις μήνες. Μα ύστερα η φαντασία του είχε στερέψει. Μασούσε τα λόγια
του, δεν έβρισκε τίποτα να πει και έτσι έχασε το κεφάλι του.
  Τότε οι άλλοι δυο
φοβηθήκανε κι ούτε καν τολμήσανε ν’ αρχίσουνε. Φύγανε, κι ευχαριστούσανε
μάλιστα το Θεό που γλυτώσανε απ’ του Χάρου τα δόντια.
  ✤✤✤
  Πέρασε πολύς, πάρα πολύς
καιρός, και κανένας δεν ερχόταν στο παλάτι γι’ αυτή τη δουλειά.
  Όπου νά σου μια μέρα και
παρουσιάζεται ένας ξένος –από πού ήταν, κανένας δεν ήξερε. Μα η εξυπνάδα του
και το θάρρος του ήταν μεγάλα.
  – Μεγάλε βασιλιά, είπε, αφού
έκανε τον απαραίτητο τεμενά.3 Άκουσα πως δίνεις μεγάλη αμοιβή σε
κείνον που θα σου διηγηθεί ένα παραμύθι χωρις τέλος. Του δίνεις ένα σακί
φλουριά και τη βασιλοπούλα. Είναι αλήθεια;
  – Αλήθεια, απάντησε ο
βασιλιάς. Αν όμως δεν πετύχει, τότε του παίρνω το κεφάλι.
  – Το ξέρω κι αυτό, είπε ο
ξένος. Κι είμαι αποφασισμένος να σου διηγηθώ εγώ μια ιστορία που δεν τελειώνει.
  – Περιμένω ν’ αρχίσεις,
είπε ο βασιλιάς και ξαπλώθηκε στον καναπέ απάνω στα πολλά μαξιλάρια.
  Τότε ο ξένος
στρογγυλοκάθισε στο πάτωμα απάνω στο κιλίμι μπροστά στο βασιλιά κι άρχισε:
  «Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς, που μάζεψε όλο το σιτάρι της απέναντι χώρας του και
το κλείδωσε σε μιαν αποθήκη τόσο μεγάλη, που για να πας από την μιαν άκρη της
έως την άλλη θα έπρεπε να περπατάς από το πρωί ίσαμε το βράδυ.
Μια μέρα έπεσε στην πρωτεύουσα
ένα μαύρο σύννεφο ακρίδες τόσο μεγάλο, που σκοτείνιασε ο ήλιος κι όλοι νομίσανε
πως ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Γιατί γεμίσανε οι δρόμοι, τα σπίτια, ο αέρας,
από ακρίδες τόσο πυκνές, που δεν μπορούσες ν ’ανασάνεις.
  Αυτές οι αμέτρητες
ακρίδες, αφού φάγανε όλα τα αμπέλια και τα δάση και δε χορτάσανε, μυριστήκανε
τελευταία και την αποθήκη του σιταριού. Μα η αποθήκη ήταν πολύ καλά κλεισμένη
από παντού, κι όχι μονάχα δεν είχε παράθυρα ή καμινάδες, μα ούτε και καμιά
σκισμάδα για να μπορέσουνε να τρυπώσουνε μέσα και να φάνε το σιτάρι.
Κάμποσες μέρες φέρνανε βόλτα γύρω
στην αποθήκη και κοιτάζανε με προσοχή όλες τις μεριές, μπας και βρεθεί πουθενά
καμιά τρυπίτσα ή καμιά χαραμάδα. Μα επιτέλους μια τυχερή ακρίδα ανακάλυψε στην
ανατολική πλευρά της αποθήκης μια μικρούλα σκισμάδα, που μόλις χωρούσε μοναχή
της. Μπήκε το λοιπόν μέσα, πήρε ένα σπειρί σιτάρι και βγήκε.
  Άμα βγήκε αυτή, μπήκε μια
δεύτερη ακρίδα, πήρε κι αυτή ένα δεύτερο σπειρί σιτάρι και βγήκε. Άμα βγήκε κι
αυτή, μπήκε μια τρίτη ακρίδα, πήρε κι αυτή ένα τρίτο σπειρί σιτάρι και βγήκε.
Ύστερα μπήκε μια τέταρτη ακρίδα και πήρε ένα τέταρτο σπειρί σιτάρι, κι άμα
βγήκε κι αυτή, μπήκε μια πέμπτη ακρίδα κτλ…»
  Περάσανε μέρες, βδομάδες,
μήνες, χρόνια, κι ο ξένος αξακολουθούσε να λέει από το πρωί ώς το βράδυ το ίδιο
πράμα:
  Ύστερα μπήκε μια άλλη
ακρίδα και πήρε άλλο σπειρί σιτάρι. Άμα βγήκε αυτή, μπήκε άλλη ακρίδα και πήρε
ένα άλλο σπειρί σιτάρι…»
  Περάσανε έτσι δυο χρόνια
κι ο ξένος έλεγε και ξανάλεγε από το πρωί ώς το βράδυ το ίδιο χαβά.4
Ο βασιλιάς στενοχωριότανε πολύ, ώσπου μια μέρα τονε ρώτησε θυμωμένος:
  – Δε μου λες, πόσον καιρό
αυτές οι ακρίδες θα μπαίνουνε και θα βγαίνουνε;
  – Μα, βασιλιά μου
πολυχρονεμένε, ως τώρα οι ακρίδες αδειάσανε μια πιθαμή σιτάρι από την αποθήκη.
Και μένουνε ακόμα τριακόσιες πιθαμές και μιλιούνια ακρίδες. Ίσως μετά εξακόσια
χρόνια θα κατορθώσουν να μπούνε στην αποθήκη όλες οι ακρίδες μια μια και ν’
αδειάσουνε το σιτάρι. Και πάλι βλέπουμε…
  Τότε πια ο βασιλιάς δε
βάσταξε. Γούρλωσε τα μάτια του, τινάχτηκε από το ντιβάνι και ξεφώνισε με όλη
του τη δύναμη:
  – Καταραμένε άνθρωπε. Θα
με τρελάνεις! Άι στο καλό! Έχασα το στοίχημα! Πάρε το σακί τις λίρες και την
κόρη μου κι άφησέ με ήσυχο.
 
 ✤✤✤
 Έτσι ο έξυπνος αυτός
ξενοτοπίτης πήρε τα χρήματα, πήρε τη βασιλοπούλα κι έγινε και διάδοχος του
θρόνου.
  Ο βασιλιάς είχε γεράσει
πολύ κι ευχαριστιότανε τώρα ν’ ακούει παραμύθια κι ιστορίες που είχανε τέλος.
Κάθε τόσο συνήθιζε να λέει:
  – Είμαι ευχαριστημένος,
που έμαθα πως μονάχα οι ιστορίες που τελειώνουν είναι όμορφες κι έχουνε
ενδιαφέρον.
  Άμα πέθανε, έγινε βασιλιάς
ο έξυπνος γαμπρός του. Και το κράτος ευτύχησε. Μα οι ιστορικοί δε συμφωνήσανε
ακόμα από ποιον τόπο ήταν αυτός ο ξένος.
  1. χαβούζα: δεξαμενή.
  2.  τελάλης: κήρυκας.
  3. ο τεμενάς: η υπόκλιση.
  4.  χαβάς: τραγούδι, τα ίδια λόγια.
(Aπό το βιβλίο: Aνθολόγιο
για τα παιδιά του Δημοτικού,
μέρος δεύτερο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών
Bιβλίων, 1975)



«Η γέφυρα του Μπρούκλιν», Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι

Οι ζωφράφοι της Γέφυρας του Μπρούκλιν ( Brooklyn Bridge showing painters on suspenders) -October 7, 1914. 
Φωτογράφος  Eugene de Salignac

 

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, «Η γέφυρα του Μπρούκλιν»

Μπήξε μια φωνή
από τη χαρά σου CΟΟLIDGE
Για κάτι τέτοια εγώ
μ’ όλη μου την καρδιά τα σπαταλάω τα λόγια. Κοκκινίσετε λοιπόν
όμοια με της σημαίας μου το ύφασμα
τέτοιον έπαινο ακούγοντας
κι ας πα’ να ‘σαστε σεις
δέκα φορές που λέει ο λόγος
οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Όπως μέσα στην εκκλησία
μπαίνει
με κατάνυξη ο πιστός
όπως απλός και
σοβαρός
πάει να κλειστεί σ’ ένα κελί και ν’ ασκητέψει
όμοια κι εγώ
μέσα στα σύννεφα στα που απλώνει
το ηλιοβασίλεμα το αποκαλυπικό
με ταπεινοσύνη αληθινή
ανεβαίνω
πάνω στη γέφυρα του Μπρούκλιν.
Όπως εισβάλλει ο νικητής
σε κάποια πολιτεία
που την πνίγει ο κορνιαχτός
καβάλα στα κανόνια του
πόχουν λαιμό αψηλό σαν της καμηλοπάρδαλης —
όμοια κι εγώ, γιομάτος περηφάνια
κι όλος δίψα για ζωή
πάω καμαρωτός
να σκαρφαλώσω
πάνω στη γέφυρα του Μπρούκλιν.
Όπως ένας ζωγράφος που δεν του κόφτει και πολύ
κάθεται ώρες κι ατενίζει
μ’ έρωτα και με προσοχή
σ’ ένα Μουσείο κάποια Παναγία,
όμοια κι εγώ
μες στους αιθέρες στέκω
τους σπαρμένους μ’ άστρα
ορθός, ατενίζοντας
τη Νέα Υόρκη
ψηλά πάνω απ’ τη γέφυρα του Μπρούκλιν.
Βαριά κι ασφυχτική
την ώρα που βραδιάζει
θα ‘λεγες η Νέα Υόρκη
τα ‘χει όλα λησμονήσει
και βάσανα και ορόφους
και μονάχα
των σπιτιών οι ψυχές
φαντάζουν
μέσα στο διάφανο των παραθύρων φέγγος.
Εδώ ψηλά
Μόλις που ακούγεται
των βαρούλκων ο βόμβος,
κι είν’ ένας τέτοιος πάλι
βόμβος πιο γλυκός,
που σε κάνει να μαντέψεις πως
περνάν σιδηροδρομικοί συρμοί
κυλώντας και τραντάζοντας
με χλαπαταγή σάμπως να βάλθηκε
κάποιος στην πιατοθήκη να σωριάζει πιάτα.
Κι όταν η ώρα φτάσει που
—σαν από κάποιου ρυακιού το ανάβρυσμα—
το παιδί του μπακάλη
πάει να κάνει διανομή
τα πακέτα τη ζάχαρη,
ακριβώς είναι τότε όπου θωρείς
κάτω απ’ τη γέφυρα κατάρτια να διαβαίνουν
αψηλά στο μπόι, το πολύ
όσο και μια καρφίτσα.
Νιώθω περήφανος, το λέω
για τούτο δω
το ατσάλινο χιλιόμετρο
νά τα ζωντανεμένα
τα παλιά όνειρά μου —
να ξεπεράσει με τη δύναμή της
η απλή κατασκευή
τους παλαιούς ρυθμούς,
τα μπουλόνια τ’ ατσάλινα
μόνο αυτά να λογαριάζουν
και ο υπολογισμός τους ο ακριβής.
Κι αν ακόμα υποθέσουμε
ότι κάποτε η συντέλεια
του κόσμου εσήμαινε
κι ότι το χάος
έφερνε καπάκι
τον πλανήτη μας ολάκερο
αν υποθέσουμε ότι δεν
απόμενε παρά
μονάχ’ ετούτ’ η γέφυρα,
τεντωμένη περήφανη πάνω απ’ τις ύστερες τις τέφρες
πάλι και τότε —
με τον ίδιο τρόπο που από κάτι οστά
πιο ψιλά κι από βελόνες,
ξαναστήνονται
οι πελώριες σαύρες
στα βάθρα των Μουσείων —
θα μπορούσε κάλλιστα
ξεκινώντας απ’ αυτή τη γέφυρα
των αιώνων ο γεωλόγος
απαρχής να συναρμόσει πάλι
τους σημερινούς καιρούς.
Θα μπορούσε να πει:
νά! τούτο δω που βλέπετε
το ατσάλινο ποδάρι
από τη μια στην άλλη άκρη
έσμιγε θάλασσες και κάμπους,
από κείνο κει το μέρος
η Ευρώπη κατά δυτικά εξορμούσε
τα ινδιάνικα φτερά της
χάνοντας
στον άνεμο.
Κοιτάξτε τούτο το πλευρό
που φανερά θυμίζει
κάποια μηχανή —
και φανταστείτε
πόσα μπράτσα στ’ αλήθεια

θα χρειάζονταν κανείς
ώστε με το ποδάρι πάνω στο Μανχάταν
στηριγμένο γερά
να τραβήξει επάνω του
θέλω να πω στα χείλη του, ολάκερο το Μπρούκλιν;
Αν κρίνω απ’ τα καλώδια
τα ηλεκτρικά —
το συμπέρασμα είναι απλό —
πρόκειται για την εποχή
που διαδέχτηκε την ανακάλυψη του ατμού —
εδώ πέρα
κιόλας
οι άνθρωποι
ούρλιαζαν απ’ τα ραδιόφωνα
εδώ πέρα κιόλας
οι άνθρωποι
πετούσαν μ’ αεροπλάνα
Η ζωή
Εδώ πέρα
γι’ άλλους ήτανε
αμεριμνησία σωστή,
γι’ άλλους πάλι —
ατέρμονη κραυγή
λιμού και πείνας.
Από τούτο ‘δω το μέρος
οι άνεργοι
δίνανε βουτιά
στο ποταμό τον HUDSON
να πνιγούνε.
Και μπορώ πολύ εύκολα
να συνεχίσω
με λεπτομέρειες πιο πολλές τον πίνακά μου,
τόσο που, ακολουθώντας κάποιος
τα ηχερά πλέγματα
θα ‘βγαινε ίσια στους πρόποδες των άστρων.
Ορίστε, που σα να τον βλέπω ακόμη —
στο σημείο αυτό
κάποτ’ εστάθη ο Μαγιακόφσκη
ορθός εστάθη κι ύφαινε
λέξη προς λέξη τα ποιήματά του.
Αυτή ‘ναι η γέφυρα του Μπρούκλιν.
Ώρες κάθομαι και την κοιτάζω
καθώς θα κοίταζ’ ένας Εσκιμώος το τρένο που περνάει,
δεν ξεκολλάω από πάνω της
τσιμπούρι της γίνομαι και λέω
Α ναι, μάλιστα…
Μια τέτοια γέφυρα —
είναι η αλήθεια η ίδια!
1925

μτφ. Οδυσσέας Ελύτης

[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Δεύτερη γραφή, Ίκαρος, Αθήνα 1976, σ. 201-205]

Γιατί η Μοντέρνα Τέχνη είναι τόσο …κακή;



Ο διάσημος καλλιτέχνης Robert Florczak εξηγεί πώς άλλαξαν τα πρότυπα του ωραίου στη Τέχνη. Πώς

και γιατί η ομορφιά σήμερα λοιδορείται και το κακό γούστο εξυμνείται;  Αρκεί να είναι ένα έργο τέχνης σοκαριστικό, για να θεωρηθεί υψηλή τέχνη; Ο Αμερικανός καλλιτέχνης προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα με έναν πολύ άμεσο και ευρηματικό τρόπο.
✋ Το βίντεο υποστηρίζει ελληνικά. Πατήστε στις ρυθμίσεις και επιλέξτε Υπότιτλοι ᐒ Ελληνικά
Robert Florczak

Τα Χριστούγεννα στο Βυζαντινό παλάτι

της Μαρίνας Λουκάκη,  Βυζαντινολόγου

       Η τελετουργική πομπή του Βυζαντινού αυτοκράτορα προς τnν Aγία Σοφία τnν ημέρα των Χριστουγέννων ήταν ένα από τα λαμπρότερα θεάματα και από τα σημαντικότερα κοινωνικά γεγονότα στη ζωή της μεσαιωνικής Κωνσταντινούπολης.

Συνέχεια ανάγνωσης

Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com