Ιαν 06 2017
Boulevard Saint-Denis, Κλοντ Μονέ
Ιαν 06 2017
Το μυστικό του κακού, Ρομπέρτο Μπολάνιο
![]() |
| Dennis Stock, Cafe de Flore, 1958 |
Τὸ μυστικὸ τοῦ κακοῦ
(El secreto del mal)
ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΥΤΟ εἶναι πολὺ ἁπλό, παρόλο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι πολὺ περίπλοκο.
Ἐπίσης: εἶναι ἕνα διήγημα ἀνολοκλήρωτο, γιατί οἱ ἱστορίες αὐτοῦ
τοῦ εἴδους δὲν ἔχουν τέλος. Εἶναι νύχτα στὸ Παρίσι καὶ ἕνας ἀμερικανὸς
δημοσιογράφος κοιμᾶται. Ξαφνικὰ χτυπάει τὸ τηλέφωνο καὶ κάποιος,
μὲ ἀγγλικὰ ποὺ δὲν ἔχουν καμία χαρακτηριστικὴ προφορά, ζητᾶ τὸν
Τζόε Κέλσο. Ὁ δημοσιογράφος ἀπαντᾶ ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος
καὶ μετὰ κοιτάζει
τὸ ρολόι. Εἶναι τέσσερις τὸ πρωί, δὲν ἔχει κοιμηθεῖ πάνω ἀπὸ τρεῖς ὧρες
καὶ εἶναι κουρασμένος. Ἡ φωνὴ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ τηλεφώνου τοῦ λέει
ὅτι πρέπει νὰ τὸν δεῖ γιὰ νὰ τοῦ μεταφέρει μιὰ πληροφορία. Ὁ δημοσιογράφος
ρωτᾶ περὶ τίνος πρόκειται. Ὅπως συμβαίνει συνήθως σὲ τέτοιου εἴδους
τηλεφωνήματα, ἡ φωνὴ δὲν ἀποκαλύπτει τὸ παραμικρό. Ὁ δημοσιογράφος
τοῦ ζητᾶ τουλάχιστον κάποιο στοιχεῖο. Ἡ φωνή, σὲ ἄπταιστα ἀγγλικά,
πολὺ καλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνα τοῦ Κέλσο, τοῦ λέει ὅτι προτιμάει νὰ τὸν
δεῖ προσωπικά. Ἀμέσως, προσθέτει, δὲν ὑπάρχει καιρὸς γιὰ χάσιμο.
Ποῦ; ρωτᾶ ὁ Κέλσο. Ἡ φωνὴ ἀναφέρει μιὰ γέφυρα τοῦ Παρισιοῦ. Καὶ προσθέτει:
Μπορεῖτε νὰ εἶστε ἐκεῖ σὲ εἴκοσι λεπτὰ μὲ τὰ πόδια. Ὁ δημοσιογράφος,
ποὺ ἔχει πραγματοποιήσει ἑκατοντάδες συναντήσεις σὰν κι αὐτή, ἀπαντᾶ
ὅτι θὰ εἶναι ἐκεῖ σὲ μισὴ ὥρα. Ὅση ὥρα ντύνεται σκέφτεται ὅτι εἶναι
ἕνας ἀρκετὰ ἄχαρος τρόπος γιὰ νὰ καταστρέψει τὸ βράδυ του, ἀλλὰ συγχρόνως
ἀντιλαμβάνεται, ἐλαφρῶς ἔκπληκτος, ὅτι δὲν νυστάζει πιά, ὅτι τὸ τηλεφώνημα,
ἂν καὶ προβλέψιμο, τὸν ἔκανε νὰ ξαγρυπνήσει. Ὅταν φθάνει στὴ γέφυρα,
πέντε λεπτὰ ἀργότερα ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ εἶχαν συμφωνήσει, βλέπει μόνο
αὐτοκίνητα. Στέκεται γιὰ λίγο ἀκίνητος στὸ ἕνα ἄκρο της, περιμένοντας.
Μετὰ διασχίζει τὴ γέφυρα, ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἔρημη
καί, μετὰ ἀπὸ μερικὰ λεπτὰ ἀναμονῆς στὸ ἄλλο ἄκρο, στὸ τέλος τὴ διασχίζει
ξανὰ καὶ ἀποφασίζει νὰ θεωρήσει λῆξαν τὸ νυχτερινὸ συμβὰν καὶ νὰ
γυρίσει στὸ σπίτι γιὰ ὕπνο. Καθὼς παίρνει τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς σκέφτεται
τὴ φωνή: σίγουρα δὲν ἦταν Ἀμερικανός, οὔτε Ἄγγλος, παρόλο ποὺ αὐτὸ
δὲν θὰ τὸ ἔλεγε μὲ σιγουριά. Ἴσως Νοτιοαφρικανὸς ἢ Αὐστραλός, σκέφτεται,
ἢ μπορεῖ καὶ Ὀλλανδός, ἢ κάποιος ἀπὸ τὴ βόρεια Εὐρώπη ποὺ ἔμαθε ἀγγλικὰ
στὸ σχολεῖο καὶ μετὰ τὰ τελειοποίησε σὲ διάφορες ἀγγλόφωνες χῶρες.
Καθὼς διασχίζει ἕνα δρόμο ἀκούει κάποιον νὰ τὸν φωνάζει. Κύριε
Κέλσο. Ἀμέσως ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτὸς ποὺ τὸν φώναξε εἶναι τὸ πρόσωπο
ποὺ τοῦ εἶχε κλείσει τὸ ραντεβοὺ στὴ γέφυρα. Ἡ φωνὴ βγαίνει ἀπὸ τὴ σκοτεινὴ
εἴσοδο μιᾶς πολυκατοικίας. Ὁ Κέλσο κάνει νὰ σταματήσει, ὅμως ἡ φωνὴ
τὸν προστάζει νὰ συνεχίσει νὰ περπατᾶ.
Ὅταν ὁ δημοσιογράφος φθάνει στὴν ἑπόμενη γωνία, γυρνᾶ καὶ βλέπει
ὅτι δὲν τὸν ἀκολουθεῖ κανένας. Μπαίνει στὸν πειρασμὸ νὰ ἐπιστρέψει
ἀκολουθώντας τὸν ἴδιο δρόμο, ὅμως, ἀφοῦ διστάζει γιὰ μιὰ στιγμή, ἀποφασίζει
ὅτι εἶναι καλύτερα νὰ συνεχίσει τὸν δρόμο του. Ξαφνικά, ἕνας τύπος
ξεπροβάλλει ἀπὸ κάποιο στενὸ καὶ τὸν χαιρετᾶ. Ὁ Κέλσο τοῦ ἀνταποδίδει
τὸν χαιρετισμό. Ὁ τύπος τοῦ ἁπλώνει τὸ χέρι. Σάσα Πίνσκι, λέει. Ὁ Κέλσο
τοῦ σφίγγει τὸ χέρι καὶ λέει καὶ αὐτὸς τὸ ὄνομά του. Ὁ Πίνσκι τὸν χτυπᾶ
φιλικὰ στὴν πλάτη. Τὸν ρωτᾶ τί θὰ ἔλεγε γιὰ ἕνα οὐίσκι. Στὴν πραγματικότητα
λέει: ἕνα οὐισκάκι. Τὸν ρωτᾶ ἂν πεινάει. Τὸν διαβεβαιώνει ὅτι γνωρίζει
ἕνα μπάρ, ἀνοιχτὸ τέτοια ὥρα, ποὺ πουλᾶ φρεσκοψημένα, ζεστὰ κρουασάν.
Ὁ Κέλσο τὸν κοιτάζει στὸ πρόσωπο. Ὁ Πίνσκι φοράει καπέλο, ὅμως ἀκόμη
καὶ ἔτσι διακρίνεται ἡ ἄσπρη μούρη του, χλωμὴ σὰν νὰ ἦταν γιὰ χρόνια
ἔγκλειστος. Ποῦ, ὅμως; σκέφτεται ὁ Κέλσο. Σὲ κάποια φυλακὴ ἢ σὲ κάποιο
ψυχιατρικὸ ἵδρυμα. Ὅπως καὶ νά ’χει, εἶναι πιὰ ἀργὰ γιὰ νὰ κάνει πίσω
καὶ τὰ ζεστὰ κρουασὰν εἶναι πειρασμὸς γιὰ τὸν Κέλσο. Τὸ μέρος λέγεται
Chez Pain καὶ παρόλο ποὺ βρίσκεται στὴ γειτονιά του, ἂν καὶ σὲ κάποιο
μικρὸ καὶ διόλου πολυσύχναστο δρόμο, εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ μπαίνει
καί, πιθανότατα, ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὸ βλέπει. Τὰ μαγαζιὰ στὰ ὁποῖα συχνάζει
ὁ δημοσιογράφος βρίσκονται, κυρίως, στὸ Μονπαρνὰς καὶ εἶναι μέρη
ποὺ φέρουν τὴν αὔρα κάποιου ἀμφιλεγόμενου θρύλου: τὸ μπὰρ ὅπου ἔφαγε
κάποια φορὰ ὁ Σκὸτ Φιτζέραλντ, τὸ μπὰρ ὅπου ὁ Τζόις καὶ ὁ Μπέκετ ἤπιαν
ἰρλανδέζικο οὐίσκι, τὸ μπὰρ τοῦ Χεμινγουέι, τοῦ Τζὸν Ντὸς Πάσος,
τοῦ Τρούμαν Καπότε, τοῦ Τένεσι Οὐίλιαμς. Στὸ Chez Pain τὰ κρουασὰν εἶναι
πράγματι νόστιμα καὶ φρεσκοψημένα καὶ ὁ καφὲς δὲν εἶναι διόλου κακός.
Γεγονὸς ποὺ ὁδηγεῖ τὸν Κέλσο στὴ σκέψη ὅτι αὐτὸς ὁ Πίνσκι ἴσως
νὰ εἶναι, ἐφιαλτικὴ πιθανότητα, κάτοικος τῆς γειτονιᾶς. Ὅσο ζυγιάζει
αὐτὴ τὴν πιθανότητα, ὁ Κέλσο ἀνατριχιάζει ὁλόκληρος. Ἕνας φορτικός,
ἕνας παρανοϊκός, ἕνας παλαβὸς ποὺ παρατηρεῖ περνώντας ὁ ἴδιος ἀπαρατήρητος,
κάποιος ἀπὸ τὸν ὁποῖο θὰ δυσκολευτεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ. Λοιπόν, λέει τελικά,
πεῖτε μου. Ὁ χλωμὸς τύπος, ποὺ δὲν τρώει ἀλλὰ ρουφάει μὲ μικρὲς γουλιὲς
τὸν καφέ του, τὸν κοιτάζει καὶ χαμογελᾶ. Θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι τὸ χαμόγελό
του εἶναι ἀφάνταστα θλιμμένο, ἀλλὰ καὶ κουρασμένο, λὲς καὶ μόνο ἔτσι
ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του νὰ ἐξωτερικεύσει τὴν κούραση, τὴν ἐξάντληση
καὶ τὴν ἔλλειψη ὕπνου. Ὡστόσο, ὅταν παύει νὰ χαμογελᾶ, τὰ χαρακτηριστικά
του προσώπου του ἀνακτοῦν, στὴ στιγμή, τὴν παγερὴ ὄψη τους.
Μετάφραση ἀπό τα ἱσπανικά:
Χρυσούλα Κλήμη καὶ Ματθίλδη Σιμχά.
Πηγή
Ιαν 05 2017
Γουτού, Γουπατού. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Τον
επετροβολούσαν οι μάγκες της αγοράς, τον εχλεύαζον τα κορίτσια της γειτονιάς,
τον εφοβούντο τα νήπια και τα βρέφη. Τον έλεγαν κοινώς «ο Ταπόης» ή «ο Μανώλης
το Ταπόι».
και τρόμος εκολλούσε τα άκακα βρέφη εις το άκουσμα του ονόματος τούτου. Η
νεολαία του χωρίου, οι θαμώνες των μαγαζειών και των καφενείων, δεν έπαυαν ποτέ
να τον πειράζουν.
ένα χταπόδι, καημένε Μανωλιό· είσαι χταπόδι.
εκείνος, με την γλώσσαν του την δεμένην δια γλωσσοδέτου μέχρι της ρίζης των
οδόντων, απήντα:
φίλους τόσον ολίγους και τόσον αμέτρητους εχθρούς, εις μέρος τόσον ολιγάνθρωπον!
Κάποτε φιλάνθρωπος ή διακριτικός τις τον υπερήσπιζεν εναντίον της επιθέσεως
των αγυιοπαίδων. Εις εκείνον εγίνετο σκλάβος ισόβιος, κι εξετέλει δι’ αυτόν
διακονήματα προθύμως, μετά βίας δεχόμενος φίλεμα ή κέρασμα. Προς όλους τους
άλλους δεν υπήρχε φιλία ούτε σπονδή.
την μητέρα του είχεν εις τον κόσμον. Εκείνη τον επόνει, τον ηγάπα περιπαθώς,
και αυτός την ελάτρευεν. Αδελφήν δεν είχεν. Ο ένας αδελφός του είχε χαθεί εις
την Αμερικήν προ χρόνων και δεν ηκούσθη. Ο άλλος, χασομέρης άχρηστος, ως μόνον
επάγγελμα είχε το να πηγαίνει κάθε χρόνον μέσα εις την μεγάλην στερεάν, εκεί όπου
υπήρχον άφθονα θέρη, και να κάμνει το έργον της σβάρνας· ήτο δε η σβάρνα βαρεία
σανίς, την οποίαν έσυρον άλογα ή βόδια εις το αλώνι· και αυτός εκάθητο επάνω
εις την σανίδα, έμψυχον βάρος, δια να γίνεται τέλειον το αλώνισμα· εκεί είχεν
αποθάνει. Ο τρίτος εγύριζε ναυτικός εις τα ξένα. Ο Μανώλης άλλην στοργήν δεν είχεν
εις τον κόσμον από την μητέρα του. Αύτη ήτο ήδη γραία, και αυτός είχε
μεγαλώσει πολύ.
ολίγοι φίλοι του, εκείνοι οίτινες συνεπάθουν προς αυτόν εν τη αγορά, τον είχον
ακούσει επανειλημμένως ν’ απειλεί και να λέγει με την γλώσσαν του την νηπιώδη:
Γιά πέτου ’γώ πιιγώ μέτα Μπούτι! (Σαν πεθάνει η Γριά, θα πέσω εγώ να πνιγώ μες
στο Μπούρτζι.)
τον εαυτόν του ως άχρηστον. Εξαιρουμένης της γλώσσης το ήμισυ του ανθρώπου ήτο
υγιές. Ο δεξιός πους εσύρετο κατόπιν του αριστερού, δεν εκινείτο ελευθέρως. η δεξιά
χειρ αν και χονδρή και δυσανάλογος, και σχεδόν παράλυτος φαινομένη, είχε τεραστίαν
ρώμην. Ωμοίαζε με μάγγανον ή με οδόντας ταυροσκύλου. Δια να δράξει έν πράγμα,
συνήθως βραχίονα ή πλάτην κανενός παιδίου οχληρού, εχρειάζετο κόπον· έπρεπε να
την βοηθήσει η άλλη χείρ, να ψαύσει δηλαδή τον γρόνθον της δεξιάς, και να τον διευθύνει·
αφού όμως άπαξ έδραττε το αντικείμενον, η τεραστία χειρ δεν το άφηνε πλέον,
σχεδόν και αν ήθελε να το αφήσει. Αλλοίμονον τότε εις τον βραχίονα, εις την ωμοπλάτην,
αλλοίμονον εις την κεφαλήν του αυθάδους!
χωλός και κυλλός και μογιλάλος. Ήτο ο Μανωλιός το Ταπόι.
ή πέντε άνθρωποι εγνώριζον καλώς την γλώσσαν του εις όλον το χωρίον. Ούτοι εκαλούντο,
καθώς τους είχεν ονοματίσει ο ίδιος, ο Γωμέος, ο ΙΙαγιώτας και ο Παπαγάς. Τα καθαυτό
ονόματά των ήσαν, Λαμιαίος και Μιχαλιός και Παπαγιάννης. Αλλά πώς εκ του Μιχαλιός,
εσχημάτισε το Παγιώτας; Άπορον. Σπανίως προσέθετε συλλαβήν ή μετέθετε τον τόνον.
Η φθογγολογία του ήτο περιεργοτάτη, και εν αυτή επλεόναζον τα λαρυγγόφωνα, ως και
τα σκληρά και ψιλά εκ των αφώνων.
ονόμαζε το γατί, γατί το γιατί, γατί το χαρτί.
έξαφνα μίαν ημέραν εξέφερε φράσιν εν η υπήρχεν η λέξις αύτη, πλην δεν έβγαινε
νόημα ούτε ως γατί, ούτε ως γιατί, ούτε ως χαρτί. Η φράσις ήτο:
τη Γουτού, Γουπατού, μαμ γατί». (Πότε να ’ρθεί του Χριστού, τ’ Αϊβασιλειού, να
φάμε…) Καταρχάς οι τρεις γνώσται της γλώσσης ενόμισαν ότι απεκάλει
μυκτηριστικώς γατιά τα κρέατα τα οποία επωλούσαν οι κρεοπώλαι του χωρίου. Οι τρεις
προειρημένοι, και μάλιστα ο Παγιώτας, ήσαν δυνατοί εις την γλώσσαν του, και την
ωμίλουν οι ίδιοι. Αλλ’ όταν προσέτρεξαν εις τα ανώτερα φώτα του κυρ Γιωργή του Λαυκιώτη,
διευθυντού του μεγάλου καφενείου, όστις ήτο και ο επίσημος προστάτης του Ταπόη,
και οιονεί επίτιμος καθηγητής της ιδιαιτέρας γλώσσης, χωρίς να την ομιλεί ο ίδιος,
ούτος απεφάνθη ότι τοιαύτη πικρά ειρωνεία δεν θα ήρμοζεν εις τα αισθήματα του
πτωχού, του Μανώλη, αλλ’ ότι ίσως ωνόμαζεν απλώς γατί και το κατσίκι, και το
αρνί. Ως τόσον το πράγμα έμεινεν αμφίβολον άχρι της ώρας ταύτης.
πράγματι ανυπομόνως «πότε να ’ρθεί του Χριστού, τ’ Αϊβασιλειού», και άμα
έμβαινε το Σαρανταήμερον, όπισθεν της θύρας του καφενείου του κυρ Γιωργή, εσημείωνεν
ιδιοχείρως, με έν τεμάχιον κιμωλίας, τόσες γιώτες, όσας ημέρας έχει η Σαρακοστή·
και κάθε πρωί, πριν του δώσει ο Γιωργής τσιγάρον να καπνίσει, ή καφέν να πίει,
έσπευδε να σβήσει μίαν ιώτα, και τας έβλεπε με χαράν να ολιγοστεύουν. Πλην οι μοσχομάγκες
της αγοράς, λαθραίως, επήγαιναν κι έγραφαν άλλες τόσες γιώτες, όσες είχε σβήσει
εκείνος, κι έτσι η Σαρακοστή εφαίνετο ότι δεν θα είχε ποτέ τελειωμόν.
Νικόλας είχεν ασπρίσει ήδη τα γένια του προ ημερών, και ήτον η σειρά του Αγίου
Σπυρίδωνος ν’ ασπρίσει τα ιδικά του˙ δεν έμενον πλέον ειμή δώδεκα ημέραι
έως τα Χριστούγεννα.
χαβά ακόμα, βρε χταπόδι! του εφώναζεν ο Νικολός ο Μπαλαλάς· εικοσιδυό μέρες
ακόμα θέλουμε.
ταπόι! εψέλλιζεν ο Μανώλης· τα κότη κότα τύ. (Νά μαζώξεις τη γλώσσα σου συ.)
γελούν, βρε Μανιέ˙ δώδεκα μέρες ακόμα, τον επαρηγόρει ο Γιωργής.
ήρχετο η καρδιά του Μανώλη στον τόπον της. Είχεν αναλάβει μίαν υποχρέωσιν δια
τας εορτάς. Επρόκειτο να συνοδεύει μερικά εκ των παιδιών της Κάτω Γειτονιάς, Όσα
ήσαν τέκνα ή ανεψίδια φίλων και προστατών του, όταν θ’ ανήρχοντο προς τα επάνω,
αφ’ εσπέρας της παραμονής των Χριστουγέννων, ως και του Αγ. Βασιλείου και των
Φώτων, ανά δύο και τρία, δια να τραγουδήσουν τα χαρμόσυνα τραγούδια εις τα σπίτια
και εις τα μαγαζιά της Επάνω Ενορίας. Διότι δεν θα ετόλμων ποτέ να ανέλθουν
μοναχά των εκεί επάνω.
τα παιδιά του χωρίου ήσαν διηρημένα εις δύο μεγάλα πάνοπλα στρατόπεδα. Αι εχθροπραξίαι
ήρχιζον από το φθινόπωρον, διήρκουν καθ’ όλον τον χειμώνα, εξηκολούθουν την άνοιξιν,
και δεν έπαυον το θέρος —ειμή εφ’ όσον μετεφέροντο εις τον ελεύθερον κάμπον, όπου
εκοκκίνιζον άωρα και ημωδίαζον τους οδόντας προκλητικά τα μήλα, τα κεράσια, τα απίδια,
και ύστερον τα σταφύλια. Ο επίσημος πετροπόλεμος διεξήγετο ιδίως την Κυριακήν
των Βαΐων, αλλ’ όμως ο πετροπόλεμος ο καθημερινός ποτέ δεν εκόπαζε μεταξύ των δύο
φουσάτων.
την Επάνω Ενορίαν, εκεί άνωθεν του Βράχου, εβασίλευεν ο φοβερός Τσηλότατος. Ήτο
υψηλός, όσον και ο Βράχος εφ’ ου είχε τον θρόνον του, σγουρομάλλης, ακτένιστος,
ξεσκούφωτος, ξυπόλυτος, και αποτρόπαιος. Ήτο αυτός ο ανεγνωρισμένος αρχηγός των
μαγκών της Άνω Ενορίας και όλου του χωρίου. Τα δύο ποδάρια του ήσαν χονδρά,
μελαψά κα πλατέα, ως δύο κατάρτια. Εφόρει παρδαλήν φανέλαν, ήτις ήτο άμα το υποκάμισον
και το επανωφόρι του, και κοντόν πανταλόνι, χειμώνα και θέρος. Άδειαν δεν είχε
παιδί ή νέος ή γέρος να περάσει απ’ εκεί σιμά εις τον Βράχον, εξουσίαν δεν είχε
γριά ή νέα να πάγει εις την βρύσιν με την στάμναν της. Ήτο ως δεκαεπτά ετών και
ήτο φοβερός σκιάς ήδη. Εφορολόγει τας γραίας, τας οικοκυράς, τας πτωχάς χήρας. Αν
δεν του έδιδε μερδικό από τα φουρνιάτικα η Γαρουφαλιά, η φουρναρού, δεν της
επέτρεπε να ψήσει τα ψωμιά. Έβαλλε φωτιά εις τα κλαδιά και τα έκαιεν, εις το προαύλιον
του φούρνου· κι εφώναζε τ’ άλλα τα παιδιά, να πηδήσουν εκ τρίτου απ’ επάνω από
την λαμπήν της φωτιάς, ως να ήτο ήδη τ’ Άι-Γιαννιού στο Λιοτρόπι. Από την μίαν
γειτόνισσαν απήτει να του φέρει τυρόπιταν που να πλέει στο βούτυρο δια να φάγει,
από την άλλην λαδόπιταν με λάδι πολύ, ή καμίαν γριά (μεγάλην τηγανίταν, ίσην με
το τηγάνι), από την άλλην τυλιχτό (είδος κολοκυθόπιτας) ή μπομπότα με πολύ πολύ
μέλι.
ακούσει τους παλαιούς μύθους δια τα θεριά, τα οποία εφώλευαν σιμά εις την βρύσιν,
από την οποίαν υδρεύετο το χωρίον. Εάν επέζη ώστε να γίνη είκοσιν ετών, εμελέτα
να επιβάλει εις τους κατοίκους, ως ετήσιον φόρον, ένα κορίτσι τουλάχιστον. Και
ο Σουλτάνος, καθώς ήκουσε να λέγουν, μίαν φοράν παντρεύεται τον χρόνον.
υπήρξε πολύ βραχύβιος, δεν επρόφθασε να φθάσει εις ηλικίαν. Και υπήρξεν ο τελευταίος
της γενεάς του. Παιδίον όταν ήτο, εις τον ανεμόμυλον όπου είχεν ανατραφεί, είχον
αποθάνει τα δύο αδελφάκια του. Κατόπιν απέθανεν η γριά, η μάννα του, ύστερον ο γέρος.
Του εφάνη ότι είχε πέσει απ’ επάνω τους ο ανεμόμυλος και τους επλάκωσε, και πράγματι
έπεσεν, αφού ο γέρος δεν εζούσε πλέον δια να τον αλέθει. Από τον μύλον έως τα Μνημούρια,
το κοιμητήριον του χωρίου, ήτο πολύ σιμά.
γονείς του ήσαν καλοί χριστιανοί, εσκέφθη, και δεν επέβαλαν εις τους ανθρώπους
μεγάλην αγγαρείαν, να τους κουβαλούν μακράν δια να τους θάψουν. Πλην και αυτός,
αρκετά ετάισε τους πεθαμένους, είπε, και ήτον καιρός πλέον ν’ αρχίσει να βυζαίνει
τους ζωντανούς. Και αφού ο πεσμένος ανεμόμυλος δεν ήτο πλέον καλός δια να κατοικεί
τις μέσα, εκουβαλήθη και αυτός εις το άλλο άκρον της υψηλής συνοικίας, επάνω από
τους βράχους. Εκεί έστησε τον θρόνον του.
ανεγνωρισμένος ηγεμών όλων των μαγκών και φοβερός πολέμιος όλων των παιδίων
του σχολείου. Όλα τα παιδιά «τού έκαναν το σκήμα». Ήτο ο Μήτρος — ο Μήτρος ο Τσηλότατος
— η «Τσηλότατος Γιατρός». Πόθεν και διατί ωνομάσθη ούτω; Άδηλον. Ίσως να ήτο
παιδική αντίληψις του «υψηλότατος» ή του «εξοχότατος». Αγνοώ.
δήμαρχος του τόπου, «εκπληρών και τα αστυνομικά», συνέβη να περάσει μίαν ημέραν
απ’ εκεί, σιμά εις τον Βράχον, όχι μακράν από την βρύσιν, ένθα είχε το στραταρχείον
του ο Τσηλότατος. Αι πτωχαί γυναίκες της γειτονιάς είχον παραπονεθεί πικρώς
εναντίον της μάστιγος. Ο δήμαρχος έσεισε τους ώμους, εμειδίασεν, απηύθυνεν ηπίας
επιπλήξεις εις τον Μήτρον και εις όλην την δωδεκαμελή συμμορίαν των μαγκών — ο Τσηλότατος
είχεν ακριβώς μίαν δωδεκάδα, όσους συμβούλους είχε και ο δήμαρχος και απεφάνθη:
τα παιδιά να παίζουν, καλέ, αυτό δεν βλάπτει. Φτάνει να μην το παρακάνουν.
ή εξ παιδιά του σχολείου, απ’ εκείνα τα οποία εκυνήγει ασπόνδως ο Τσηλότατος, είχον
αναβεί εν συνοδεία του Μανωλιού του Ταπόη εις την επάνω γειτονιάν, την εσπέραν
της παραμονής του Αγ. Βασιλείου κατ’ εκείνο το έτος.
Μανωλιός ο Ταπόης, «το ’λεγε η καρδιά του, μια φορά». (Τοιούτον σχήμα
συντάξεως, με την άδειαν όλων των γραμματικών, μας φαίνεται παραστατικόν δια τον
άνθρωπον.) Ο Μανωλιός ο Ταπόης, αλλού επήγαιναν τα πόδια του, αλλού αι χείρες
και αλλού το σώμα του. Πλην οι μυώνες του ήσαν ισχυροί, και ο γρόνθος της
παραλύτου χειρός εκείνης έσφιγγεν ως μάγγανος.
και είχον και τον φόβον. Δεν ήτον η πρώτη φορά. Κατά τα προηγούμενα έτη, ο Μήτρος
ο Τσηλότατος με το φουσάτον του, αν και μικρός ακόμα, τον είχε καταρημάξει τον πτωχόν
τον Ταπόη, μαζί με τους προστατευομένους του. Την φοράν αυτήν, δύο ή τρεις εκ
της συμμορίας του Μήτρου, οπού εφύλαγαν καραούλι, είχον κατοπτεύσει εις το φως
της σελήνης μακρόθεν τους ερχομένους. Ήτο ως δύο ώρας μετά την δύσιν.
Μανώλης το Χταπόδι, έρχεται· μας φέρνει κελεπούρια, έδωκαν είδησιν εις τον Μήτρον
τον Τσηλότατον.
πολλοί; ηρώτησεν άλλος μάγκας, όστις ίστατο πλησίον του Μήτρου.
πέντ’ έξι εφτά οχτώ· είναι καμιά δεκαριά… ως μια ντουζίνα, είπε το καραούλι.
σύ! επετίμησεν ο Μήτρος τον ερωτήσαντα˙ δεν είναι δουλειά σου. Πού ’ν’
τοι;
ζυγώσανε.
πόστα σας, εσείς! Μαζώξετε πολλά βράχια, διέταξεν ο Τσηλότατος. Αν δεν σας πω εγώ,
κανένας μη ρίξει!
επλησίασεν η συνοδεία, το φουσάτον ήτον ανυπόμονον να χυθεί εναντίον της. Αλλ’
ο Μήτρος διέταξε να μείνουν κρυμμένοι, «στα πόστα τους».
τους πάρουμε κατακοντά, εξηγήθη ο Μήτρος εις τον πλησιέστερόν του. Να ψωμώσουν
πρώτα, κι ύστερα.
έκαμεν εκείνος.
ψωμώσουν, εννοούσεν ο Μήτρος να πάρουν λεπτά, αφού τραγουδήσουν εδώ εκεί στα σπίτια.
Ύστερον θα τους ερίχνοντο, θα τους έπαιρναν τα λεπτά, και θα τους έδιδαν και
ξύλο. Τα «βράχια», τα οποία είχον μαζέψει, θα εχρησίμευον μόνον αν τυχόν ετρέποντο
εις ταχείαν φυγήν οι άλλοι.
παιδία της Κάτω Ενορίας, μοιρασθέντα εις δύο, εισήλθον εις δύο μαγαζιά και ήρχισαν
να τραγουδούν τον Αι-Βασίλη. Ο Μανώλης το Χταπόδι ίστατο εις τον παραστάτην της
θύρας του ενός. Κατόπιν εισήλθον εις άλλα μαγαζιά, ακολούθως ανέβησαν εις
γνώριμα σπίτια. Ο Μανώλης πάντοτε φρουρός της έξω θύρας.
συμμορία του Τσηλότατου πάντοτε αφανής τους παρηκολούθει εξόπισθεν, κρυμμένη εις
τα στενά και εις τ’ αγκωνάρια των σπιτιών.
ώραν η συνοδεία του Μανώλη κατέβη πάλιν εις την κυρίαν οδόν. Ηκούετο ο βρόντος
της τσέπης των παιδίων. Ο Ταπόης εκοίταζεν εδώ κι εκεί. Είχεν ακούσει
ψιθυρισμούς δύο ή τρεις φοράς. Δεν εγνώριζε καλά τα κατατόπια. Υπωπτεύετο και
ήθελε να ψάξει, να βεβαιωθεί. Δεν ήθελε ν’ αφήσει τα παιδιά μοναχά τους.
Τσηλότατος τί να γίνεται; είπε την στιγμήν αυτήν έν των παιδίων.
δε μας θυμήθηκε;
ο Τσηλότατος! ηκούσθη αίφνης φοβερά φωνή. Τσηλότατος Γιατρός!
ο ίδιος ο Τσηλότατος, όστις εξεπήδησεν αίφνης από ένα χάλασμα και κατόπιν του
έτρεξεν όλη η συμμορία.
Γιατρός! επανέλαβον εν χορώ οι συμμορίται του˙ κάμετε όλοι το σκήμα!
Τσηλότατος Γιατρός!
εφώναξεν ο Τσηλότατος. Το Χταπόδι το κοπανίζω ’γώ!
ριπή οφθαλμού ευρέθησαν αντιμέτωποι ο Τσηλότατος και ο Ταπόης.
μάχη ήρχισε. Πάραυτα ο πτωχός ο Ταπόης έφαγε δύο κατακεφαλιές, τρεις, τέσσαρες από
την χείρα του φοβερού Τσηλότατου.
εφαίνετο η ελαχίστη πιθανότης, δεν υπήρχεν ελαχίστη ελπίς ότι (δέν) ήθελε την πάθει.
έν των παιδίων, το οποίον ήτο σχετικότερον του Ταπόη, εξεγλίστρησεν από τα χέρια
του ενός μάγκα και επλησίασε σιγά εις τον Ταπόην.
παιδίον τούτο εννοούσε καλώς την γλώσσαν του Μανώλη. Ο προβλεπτικός Ταπόης του είχεν
ειπεί δια γλώσσης και δια χειρονομίας:
γης Τότατο μάμι μίμι, έα ντά, χέι το αό χέι. (Τουτέστιν· άμα ιδείς τον Τσηλότατο
να κοντεύει να με κάμει ψοφίμι, έλα κοντά να μου βάλεις το χέρι αυτό (το
αριστερό) εις τον καρπόν του άλλου χεριού (του δεξιού).)
την κρίσιμον στιγμήν το παιδίον αυτό ενθυμήθη την σύστασιν, επλησίασεν εις τον Ταπόην
κι εδοκίμασε να εκτελέσει την συνταγήν. Επέτυχε.
του έκαμες, βρε; Μάγια; ηρώτησαν οι άλλοι.
μίαν στιγμήν ο λαιμός του Τσηλότατου ευρίσκετο ως εν φοβερά αρπάγη εντός του σφιγκτού
γρόνθου με τους γαμψούς όνυχας, της πελωρίας χειρός του Ταπόη. Ο Τσηλότατος
άφήκε πνιγμένην κραυγήν.
ηγωνία, εσφάδαζεν. Ολίγον ακόμη αν έσφιγγεν ο Ταπόης, δεν θα υπήρχε πλέον
Τσηλότατος.
έκραξε μόνον ο Ταπόης. (Χασαπόσκυλο!)
παιδιά της συμμορίας, εκρέμασαν τα χέρια κάτω, και άφησαν τα «κελεπούρια». Δεν
επρόφθασαν να ψάξουν τα θυλάκια.
από την Κάτω Ενορίαν ανεθάρρησε.
Μπράβο, Μανώλη! Μπράβο!
ακόμη, και οι αμυντικοί θα ελάμβανον επιθετικήν στάσιν. Ο Τσηλότατος επνίγετο,
ερρόγχαζεν, εξεψυχούσε. Τα μάτια του είχαν πεταχθεί έξω από τας κόγχας. Η ανταύγεια
από τους λύχνους των μαγαζιών τα εδείκνυε τρομερά εις την νύκτα. Η σελήνη έλαμπεν
εκεί επάνω υψηλά. Σιωπή και τρόμος και αγωνία.
των παιδίων από την συμμορίαν έτρεφεν αληθή στοργήν προς τον Τσηλότατον. Τον ήγάπα
ως αδελφοποιτόν. Το παιδίον τούτο είχεν ακούσει να λέγουν ότι ο Ταπόης, όταν
συνέβη ποτέ ν’ ακούσει ότι η μήτηρ του αρρώστησεν έξαφνα, έτρεξεν έξαλλος εκ τρόμου
και απελπισίας. Αίφνης του ήλθεν η ενθύμησις αυτή. Το παιδίον αυθορμήτως εφώναξε:
η μάννα σου, Μανώλη! Μανώλη, τρέχα, πεθαίν’ η μάννα σου!
να σωθεί τις από τους οδόντας της Σκύλλης, τον παλαιόν καιρόν, έπρεπε να επικαλεσθεί
την μητέρα του τέρατος. «Αυδάν δέ Κραταιίν, μητέρα της Σκύλλης, η μιν τέκε πήμα
βροτοίσιν».
τους καθ’ ημάς χρόνους, όσοι επικαλούνται τον Άγιον Φανούριον, οφείλουν να λέγουν:
«Θεός σχωρέσ’ την μητέρα του Αγίου Φανουρίου! Θεός σχωρέσ’ την!» Η σύμπτωσις
μαρτυρεί απλώς πόσον κοινή είναι η προς την μητέρα φιλοστοργία, και εις τους
Αγίους και εις τα τέρατα.
Ταπόης ετρόμαξε, κατεπλάγη, ωχρίασεν. Επίστευσε προς στιγμήν το ψευδές άγγελμα˙
ηττήθη από το τέχνασμα το παιδαριώδες. Αφήκε τον λαιμόν τον οποίον αγρίως έσφιγγεν.
Ο Τσηλότατος εγλύτωσεν ευθηνά, την βραδιάν εκείνην.
παιδιά της συμμορίας είχον αρχίσει να διασκορπίζονται. Οι δύο γείτονες
καταστηματάρχαι επήραν είδησιν εν τω μεταξύ. Εξήλθον με φωνάς και μ’
επιπλήξεις. «Τ’ είν’ εδώ; Τί γίνετ’ εδώ;»
Τσηλότατος, ζαλισμένος, έπεσεν εις μίαν γωνίαν, δια να αναλάβει πνοήν. Και τα λοιπά
παιδία, εκτός εκείνου του αφοσιωμένου, όστις είχεν επινοήσει και εκτελέσει το τέχνασμα,
ετράπησαν εις φυγήν.
Μανώλης μετά της συνοδείας του κατήλθον προς την ενορίαν των. Όλα τα παιδιά
ήσαν υπερήφανα και καμαρωμένα. Αυτήν την χρονιάν, εξήλθον νικηταί από τον
αγώνα. Ο Μανώλης ήτον εντροπιασμένος, διότι επίστευσε το ψευδολόγον παιδίον.
πειράζει· τον επαρηγόρησεν ο Βαγγέλης, εκείνος όστις εγνώριζε την γλώσσαν του,
και όστις είχεν εκτελέσει το πείραμα της εμβολής και της κατευθύνσεως της
χειρός.
Καλύτερα που σε γέλασε, παρά να σου το ’λεγε αλήθεια και να λες πάλι, καθώς την
άλλη φορά, — θυμάσαι;— πού κινδύνεψε ν’ αποθάνει η μάννα σου: «Πα μένη!
πα-νταμένη!» (Πάει, καημένη! πανταπάει, κατακαημένη!)
Ιαν 05 2017
Από Αγωνιστής Πολίτης- Μια εφαρμογή -παιχνίδι γαι τη Νεότερη Ιστορία
πρώτων χρόνων του Ελληνικού Κράτους. Παρακολουθώντας την εξέλιξη της
ζωής τεσσάρων χαρακτήρων της εποχής
- του Παναγιώτη του οπλαρχηγού,
- του
Κωνσταντή του ναυτικού, - του Σπυρίδωνα του λογίου
- και του Γεωργίου του
εμπόρου
ο χρήστης της εφαρμογής έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει
τις επιλογές τους και να ζήσει τις συνθήκες μέσα από τις οποίες
διαμορφώθηκε η συνείδηση του πολίτη του Ελληνικού Κράτους που γεννήθηκε
μέσα από την Ελληνική Επανάσταση.
Ιαν 02 2017













