![]() |
| Ορρωδώ |
π.χ. «Είναι αδίστακτος. Προκειμένου να αναλάβει αξιώματα, θέσεις και τίτλους δεν ορρωδεί προ ουδενός»
Σεπ 12 2016
![]() |
| Ορρωδώ |
Σεπ 12 2016
– Θέλετε ένα παράδειγμα; Ορίστε! Εσείς, κύριε Περεκλάντιν. Έχετε μια σπουδαία θέση…αλλά ποια είναι η μόρφωσή σας;
– Και πού μάθατε εσείς ορθογραφία;
-Και η στίξη;
– Και η στίξη το ίδιο…, δεν κάνω λάθη.
«Ξέρω… καταλαβαίνω… συλλογιζόταν μισοκοιμισμένος. Δεν βάζω ποτέ άνω
τελεία εκεί που χρειάζεται κόμμα, έχω συνείδηση λοιπόν τι κάνω, ξέρω.
Μάλιστα… έτσι είναι, νεαρέ μου! Πρέπει να στρωθείς στην καρέκλα, να
δουλέψεις κάμποσα χρονάκια και ύστερα να κρίνεις τους γέρους».
Τα χρυσά κόμματα έπεσαν, σε λίγο, σαν βροχή και έσβησαν…
Στον απέραντο μαύρο φόντο πρόβαλαν κατακόκκινες τελείες. «Τελεία
βάζουμε, όταν τελειώνουμε… Επίσης, όταν θέλουμε να δείξουμε το σημείο
που πρέπει να γίνει μια μεγάλη διακοπή για να κοιτάζουμε τον ακροατή.
Τελεία βάζουμε στο τέλος των μεγάλων παραγράφων, για να μην πιάνεται η
ανάσα του γραμματικού που θα διαβάσει το κείμενο. Πουθενά αλλού».
Οι τελείες παιχνίδισαν, στριφογύρισαν και ο Περεκλάντιν είδε να προβάλει
μπρος στα μάτια του μια ολόκληρη στρατιά από «δυο τελείες».
«Πού βάζουμε δύο τελείες; Δύο τελείες βάζουμε μετά το ‘αποφασίζομεν’, ‘διατάσσομεν’».
Οι τελείες χάθηκαν και ήρθε η σειρά των ερωτηματικών. Ξεχύθηκαν από τα σύγνεφα και άρχισαν να χορεύουν κανκάν.
«Το ερωτηματικό; Έχουν δει τα μάτια τέτοια! Και χίλια να μου δώσεις,
κάπου θα βρω να τα βολέψω, Το βάζουμε πάντοτε όταν θέλουμε να ρωτήσουμε
για κάτι ή όταν θέλουμε να ζητήσουμε πληροφορίες για ένα έγγραφο… ‘Πού
υποβλήθηκε ο απολογισμός του τάδε έτους;’ ή ‘Το αστυνομικό τμήμα έχει
πληροφορές περί της σημερινής κατοικίας του Ιβανώφ;’ κτλ».
Τα ερωτηματικά αναποδογύρισαν, ίσιωσε η μαγκουρίτσα τους και με μιας, σαν να υπάκουσαν σε κάποιο παράγγελμα, έγιναν θαυμαστικά.
«Χμ!… Αυτό ‘το σημείο της στίξεως’ μεταχειριζόμαστε πολύ συχνά στα
γράμματα. ‘Αγαπητέ κύριε!’ ή ‘Εξοχότατε, πατέρα και ευεργέτη!…’ Και
στα υπηρεσιακά έγγραφα όταν… μα πότε;»
Τα θαυμαστικά έκαναν ένα σάλτο μπροστά, κορδώθηκαν ακόμα περισσότερο και στάθηκαν εκεί ασάλευτα, περιμένοντας…
«Στα υπηρεσιακά έγγραφα, όταν χμ… πώς να το πω; Χμ!… Αλήθεια, πότε, βάζουμε θαυμαστικό; Στάσου… να θυμηθώ… Χμ!»
Ο Περεκλάντιν άνοιξε τα μάτια του και γύρισε από το άλλο πλευρό. Μόλις
όμως έκλεισε τα βλέφαρά του, να σου τα θαυμαστικά πρόβαλαν πάλι στο
μαύρο φόντο.
«Να πάρει ο διάολος!… Πότε πρέπει να βάλουμε θαυμαστικό;» συλλογιζόταν
πασχίζοντας να αποδιώξει από τη φαντασία του αυτούς τους ενοχλητικούς
επισκέπτες. «Το ξέχασα λοιπόν; Βέβαια, ή το ξέχασα ή δεν έβαλα ποτέ…»
«Μα είναι καταπληκτικό! Γράφω σαράντα ολόκληρα χρόνια και δεν έχω βάλει
ούτε μια φορά θαυμαστικό!… Χμ!… Πού διάολο μπαίνει αυτός ο μπελάς;»
[…]
-Μάρθα, ψιθύρισε, και σκούντηξε τη γυναίκα του, που πάντοτε καμάρωνε για
τα χρόνια που πέρασε εσωτερική στο λύκειο. Ξέρεις, μάτια μου, πού
βάζουμε θαυμαστικό, όταν γράφουμε;
-Και βέβαι ξέρω! Εφτά χρόνια έμεινα εσωτερική. Ξέρω όλη τη γραμματική απ’ έξω κι ανακατωτά. Αυτό
το σημείον στίξεως χρησιμοποιείται εις τας προσφωνήσεις, τας
αναφωνήσεις και όταν θέλομεν να εκφράσωμεν ενθουσιασμόν, αγανάκτησιν,
χαράν, οργήν, και άλλα συναισθήματα.
Ο υπουργικός υπάλληλος βυθίστηκε στις σκέψεις του. Σαράντα χρόνια
μουντζούρωνε χαρτιά, είχε γεμίσει χιλιάδες κόλλες, μυριάδες και όμως δε
θυμάται ούτε μια μονάχα γραμμή που να εκφράζει ενθουσιασμό, αγανάκτηση ή
κάτι τέτοιο.
«Και άλλα συναισθήματα…συλλογιζόταν. Μα τι χρειάζονται τα συναισθήματα στα υπηρεσιακά έγγραφα; Ακόμα κι ένας αναίσθητος μπορεί να τα συντάξει…»
[…]
…Μαρτύρησε όλη τη νύχτα. Μα και το πρωί δεν τον άφησε καθόλου το
φάντασμα. […] Βγαίνοντας στο δρόμο φώναξε ένα έλκηθρο και, καθώς
πλησίαζε ο αμαξάς, νόμισε πως αντί για έλκηθρο ερχόταν καταπάνω του ένα
πελώριο θαυμαστικό.
Πέρασε το κατώφλι του γραφείου και ο κλητήρας του φάνηκε σαν θαυμαστικό.
Όλα του μιλούσαν για ενθουσιασμό, αγανάκτηση, οργή. Έπιασε τον
κοντυλοφόρο και νόμισε πως κρατούσε ένα θαυμαστικό στα δάχτυλά του… Ο
Περεκλάντιν βούτηξε την πένα στο καλαμάρι και υπόγραψε: «Εφήμ
Περεκλάντιν, γραμματεύς!!!»
-Για κοίτα! Για κοίτα! μουρμούρισε καρφώνοντας το βλέμμα του στον κοντυλοφόρο.
Σεπ 04 2016
‘A cold coming we had of it,
Just the worst time of the year
For the journey, and such a long journey:
The ways deep and the weather sharp,
The very dead of winter.’
And the camels galled, sore-footed, refractory,
Lying down in the melting snow.
There were times we regretted
The summer palaces on slopes, the terraces,
And the silken girls bringing sherbet.
Then the camel men cursing and grumbling
And running away, and wanting their liquor and women,
And the night-fires going out, and the lack of shelters,
And the cities hostile and the towns unfriendly
And the villages dirty and charging high prices:
A hard time we had of it.At the end we preferred to travel all night,
Sleeping in snatches,
With the voices singing in our ears, saying
That this was all folly.
Then at dawn we came down to a temperate valley,
Wet, below the snow line, smelling of vegetation;
With a running stream and a water-mill beating the darkness,
And three trees on the low sky,
And an old white horse galloped away in the meadow.
Then we came to a tavern with vine-leaves over the lintel,
Six hands at an open door dicing for pieces of silver,
And feet kicking the empty wine-skins,
But there was no information, and so we continued
And arrived at evening, not a moment too soon
Finding the place; it was (you may say) satisfactory
All this was a long time ago, I remember,
And I would do it again, but set down
This set down
This: were we led all that way for
Birth or Death? There was a Birth, certainly,We had evidence and no doubt. I had seen birth and death,
But had thought they were different; this Birth was
Hard and bitter agony for us, like Death, our death,
We returned to our places, these Kingdoms,
But no longer at ease here, in the old dispensation,
With an alien people clutching their gods.
I should be glad of another death.
T.S ELIOT
Σεπ 03 2016
Σεπ 02 2016
![]() |
Richard Adams |
Η ταβέρνα του Δημάτσου επουλούσε το καλύτερο κρασί κι είχε μάγειρα σπάνιο. Ήταν ένα μεγάλο πλακόστρωτο μαγαζί, σκοταδερό την ημέρα,
μέσα σ’ ένα στενό σοκάκι της χώρας και τη νύχτα ομοίως λίγο
φωτισμένο από μερικά σιδερένια λυχνάρια που εκρεμόνταν εδώ κι
εκεί, πάνουθ’ απ’ την ογνήστρα και τα τραπέζια
και στον πίρο των βαρελιών.
Κόσμος εσυναζότουν αυτού πλήθος αλλά τώρα η ώρα ήταν προχωρημένη
κι οι πολλοί είχαν φύγει· μόνο τέσσεροι τεχνίτες της χώρας έπαιζαν
ακόμα στα χαρτιά το κρασί τους, κι δύο άλλοι εκουβέντιαζαν σοβαρά
μπρός σε δύο ποτήρια γιομάτα.
Εμπήκε τότες μέσα ένας χωριάτης γέροντας, ψηλός, λίγο γυρμένος
από τα χρόνια, μ’ ένα χοντρό δικανίκι στο χέρι. Το πρόσωπό του
δεν ήτα άσχημο μ’ όλην τη χαλάστρα του καιρού, τές ζάρες της
ηλικίας· τα χείλη του ήταν παχιά, η μύτη χοντρή λίγο, τα μάτια
ζωερά και γοργοκίνητα. Εκαλησπέρισε και τον αντιχαιρέτησαν όλοι·
έπειτα επήγε κι εκάθισε σιμά στους δύο τεχνίτες που εκουβέντιαζαν,
γιατί απάνου στ’ άδεια τραπέζια τα φωτερά ήταν σβησμένα.
Ερώτησε τον ταβερνιάρη:
—”Μου δίνεις να φάω;”
—”Δεν έχω παρά τηγανισμένα ψάρια” αποκρίθηκε ο
Δημάτσος· “είχα πολύν κόσμο απόψε· αλλά το κρασί μου είναι
αθάνατο”.
—”Καλά· φέρε μου” είπε ο χωριάτης.
Οι τεχνίτες εκοίταζαν το νιόφερτο κι ο ένας, από κείνους που
δεν έπαιζαν, άντρας ηλικιωμένος, τον ερώτησε:
—”Γέροντα, από τί χωριό είσαι;”
—”Από μακρινό μέρος” απάντησε ενώ ο ταβερνιάρης του ‘φερνε το φαγητό “από το Ροπίλα“.
Ο συνομιλητής του εχαμογέλασε, τον εκοίταξε (ε)ξεταστικά κι έπιε
μια γουλιά κρασί· ο άλλος τεχνίτης, που εφαινότουν χτίστης από
τ’ ασβεστωμένο ρούχο του, τον ερώτησε πειραχτικά:
—”‘Ε γέροντα, κάθονται τώρα ήσυχοι οι χωριανοί σου ή σκοτώνονται πάντα;”
—”Είμαι ο Μάγρης“.
ογνήστρα: γωνιά της κουζίνας
που ανάβουν φωτιά για μαγείρεμα – τζάκι
πίρος= άνοιγμα όπου προσαρμόζεται κάτι άλλο – για τα βαρέλια η κάνουλα (βρύση)
φωτερό= λυχνάρι
δολερό= για κακό
δικανίκι= δεκανίκι (πατερίτσα)
χαψιά: μπουκιά
Σεπ 02 2016
![]() |
| photographer Bobby Becker |
| Είμαι ο κανένας! Ποιος είσαι εσύ; Έμιλι Ντίκινσον Είμαι ο κανένας! Ποιος είσαι εσύ; Πόσο ανιαρό κάποιος να είσαι! |
I’m nobody! Who are you? Emily Dickinson I’m nobody! Who are you? How dreary to be somebody! |
This site is protected by wp-copyrightpro.com