“Ορρωδώ” : Μια λέξη εξομολογείται

Ορρωδώ

Η αρχική σημασία ήταν πιθ. «…τα κάνω επάνω μου από φόβο» (αρχαία λέξη ὀρρωδῶ < ὄρρος «γλουτοί, οπίσθια»).
Σήμερα χρησιμοποιείται μόνο στην παγιωμένη φράση «δεν ορρωδώ προ ουδενός» που χρησιμοποιείται κυρίως με αρνητική χροιά= δεν πτοούμαι,δεν  υποχωρώ από φόβο, δεν  τρομάζω.
π.χ. «Είναι αδίστακτος. Προκειμένου να αναλάβει αξιώματα, θέσεις και τίτλους  δεν ορρωδεί προ ουδενός»

 

Το θαυμαστικό, Άντον Π. Τσέχωφ

Την Παραμονή των Χριστουγέννων ο Εφήμ Περεκλάντι, «υπουργικός
γραμματεύς», πλάγιασε πολύ άκεφος. Ένιωθε πως τον είχαν προσβάλλει
βαριά.
– Παράτα με, μάγισσα! ούρλιαξε με κακία, μόλις τον ρώτησε η γυναίκα του παραξενεμένη για το κατσούφικο ύφος του.
Εκείνο το βράδυ βρισκόταν σε μια διασκέδαση και είχε ακούσει πολλά
δυσάρεστα πράγματα που τον πλήγωσαν κατάκαρδα. Στην αρχή μιλούσαν για τη
σημασία που έχει γενικά η μόρφωση, ύστερα η συζήτηση πέρασε, έτσι χωρίς
να το καταλάβουν, στα προσόντα που χρειάζονται για να γίνει κανείς
υπουργικός υπάλληλος. Και επειδή δεν έχεις ανάγκη και πολύ σπουδαία
φόντα για να τρυπώσεις σε μια δημόσια υπηρεσία, το θέμα έγινε αφορμή για
πικρόχολες παρατηρήσεις, παρεξηγήσεις και πειραχτικά σχόλια. Στο τέλος,
όπως γίνεται πάντοτε σε κάθε ρούσικη παρέα, το γενικό ζήτημα
μετατοπίστηκε σε προσωπικές περιπτώσεις.

– Θέλετε ένα παράδειγμα; Ορίστε! Εσείς, κύριε Περεκλάντιν. Έχετε μια σπουδαία θέση…αλλά ποια είναι η μόρφωσή σας;

– Καμιά, κύριε. Στη δική μου υπηρεσία δε χρειάζεται μόρφωση, αποκρίθηκε
με μετριοφροσύνη ο Περεκλάντιν. Φτάνει να ξέρεις ορθογραφία.

– Και πού μάθατε εσείς ορθογραφία;

– Η συνήθεια, κύριε… Σαράντα χρόνια υπηρεσία, μαθαίνει το χέρι. Βέβαια
στην αρχή ήταν κάπως δύσκολα, έκανα λάθη, αλλά με την καθημερινή ρουτίνα
έμαθα.

-Και η στίξη;
– Και η στίξη το ίδιο…, δεν κάνω λάθη.

– Χμ! έκανε ο νεαρός ενοχλημένος. Η συνήθεια όμως δεν είναι το ίδιο
πράμα με τη μόρφωση. Δε φτάνει να ξέρεις πού θα βάλεις τις οξείες και
τις περισπωμένες… όχι κύριε! Πρέπει να ξέρεις και γιατί. Όταν βάζεις
κόμμα, να πούμε, πρέπει να ξέρεις για ποιο λόγο βάζεις κόμμα… μάλιστα
κύριε! Και η αυτόματη ορθογραφία σας… η ανακλαστική… δεν αξίζει καπίκι.
Είναι μηχανική δουλειά και τίποτα παραπάνω.
Ο Περεκλάντιν δεν έβγαλε μιλιά, χαμογέλασε μάλιστα με μετριοφροσύνη. (Ο
νεαρός ήταν γιος κρατικού συμβούλου πέμπτης τάξεως και ο ίδιος ήταν
κιόλας δημόσιος υπάλληλος δέκατου βαθμού.) Αλλά τώρα που πλάγιασε άφησε
να ξεσπάσουν η αγανάκτηση και ο θυμός του.
«Σαράντα χρόνια υπηρεσία δε μου είπε κανείς κουβέντα και έρχεται αυτός
να μου κάνει τον έξυπνο. Αυτόματη ορθογραφία… ανακλαστική…  Μηχανική
δουλειά! Μπορεί να καταλαβαίνω εγώ καλύτερα από σε΄να και ας μην πήγα σε
πανεπιστήμια». Αφού έλουσε το νεαρό με όλα τα επίθετα που είχε το
υβρεολόγιό του και ζεστάθηκε κάτω από τις κουβέρτες, ξαναβρήκε τη γαλήνη
του.

«Ξέρω… καταλαβαίνω… συλλογιζόταν μισοκοιμισμένος. Δεν βάζω ποτέ άνω
τελεία εκεί που χρειάζεται κόμμα, έχω συνείδηση λοιπόν τι κάνω, ξέρω.
Μάλιστα… έτσι είναι, νεαρέ μου! Πρέπει να στρωθείς στην καρέκλα, να
δουλέψεις κάμποσα χρονάκια και ύστερα να κρίνεις τους γέρους».

Στα γλαρωμένα μάτια του Περκλάντιν πέρασε ξαφνικά ένα φωτεινό κόμμα σαν
μετέωρο ανάμεσα σε τούφες πηχτά, μαύρα σύννεφα που του χαμογελούσαν. Ένα
άλλο, και άλλο, και άλλο ακόμη, και σε λίγο ολάκερος ο απέραντος μαύρος
φόντος, που απλωνόταν στον ουρανό της φαντασίας του, πλημμύρισε
φωτεινά, φτερωτά κόμματα.
«Ας πάρουμε αυτά τα κόμματα για παράδειγμα, συλλογιζόταν ο Περεκλάντιν,
που ένιωθε το κορμί του να ποτίζεται από μια γλυκιά νάρκη, τα ξέρω καλά…
Είμαι ικανός, αν θέλεις, να βρω για το καθένα τη θέση που του ταιριάζει
και… ευσυνειδήτως, όχι στην τύχη… Δοκίμασέ με και θα δεις… Όσο
μπερδεμένο είναι το κείμενο, τόσο περισσότερα κόμματα χρειάζεται. Κόμμα
βάζω πάντοτε μπροστά στο ‘ο οποίος, η οποία, το οποίο’ και στο ‘ό,τι’,
όταν είναι αναφορικό. Όταν γράφεις μια κατάσταση των υπαλλήλων, πρέπει
να βάζεις κόμμα ύστερα από κάθε όνομα. Το ξέρω».

Τα χρυσά κόμματα έπεσαν, σε λίγο, σαν βροχή και έσβησαν…
Στον απέραντο μαύρο φόντο πρόβαλαν κατακόκκινες τελείες. «Τελεία
βάζουμε, όταν τελειώνουμε… Επίσης, όταν θέλουμε να δείξουμε το σημείο
που πρέπει να γίνει μια μεγάλη διακοπή για να κοιτάζουμε τον ακροατή.
Τελεία βάζουμε στο τέλος των μεγάλων παραγράφων, για να μην πιάνεται η
ανάσα του γραμματικού που θα διαβάσει το κείμενο. Πουθενά αλλού».
Οι τελείες παιχνίδισαν, στριφογύρισαν και ο Περεκλάντιν είδε να προβάλει
μπρος στα μάτια του μια ολόκληρη στρατιά από «δυο τελείες».
«Πού βάζουμε δύο τελείες; Δύο τελείες βάζουμε μετά το ‘αποφασίζομεν’, ‘διατάσσομεν’».
Οι τελείες χάθηκαν και ήρθε η σειρά των ερωτηματικών. Ξεχύθηκαν από τα σύγνεφα και άρχισαν να χορεύουν κανκάν.
«Το ερωτηματικό; Έχουν δει τα μάτια τέτοια! Και χίλια να μου δώσεις,
κάπου θα βρω να τα βολέψω, Το βάζουμε πάντοτε όταν θέλουμε να ρωτήσουμε
για κάτι ή όταν θέλουμε να ζητήσουμε πληροφορίες για ένα έγγραφο… ‘Πού
υποβλήθηκε ο απολογισμός του τάδε έτους;’ ή ‘Το αστυνομικό τμήμα έχει
πληροφορές περί της σημερινής κατοικίας του Ιβανώφ;’ κτλ».
Τα ερωτηματικά αναποδογύρισαν, ίσιωσε η μαγκουρίτσα τους και με μιας, σαν να υπάκουσαν σε κάποιο παράγγελμα, έγιναν θαυμαστικά.
«Χμ!… Αυτό ‘το σημείο της στίξεως’ μεταχειριζόμαστε πολύ συχνά στα
γράμματα. ‘Αγαπητέ κύριε!’ ή ‘Εξοχότατε, πατέρα και ευεργέτη!…’ Και
στα υπηρεσιακά έγγραφα όταν… μα πότε;»
Τα θαυμαστικά έκαναν ένα σάλτο μπροστά, κορδώθηκαν ακόμα περισσότερο και στάθηκαν εκεί ασάλευτα, περιμένοντας…
«Στα υπηρεσιακά έγγραφα, όταν χμ… πώς να το πω; Χμ!… Αλήθεια, πότε, βάζουμε θαυμαστικό; Στάσου… να θυμηθώ… Χμ!»
Ο Περεκλάντιν άνοιξε τα μάτια του και γύρισε από το άλλο πλευρό. Μόλις
όμως έκλεισε τα βλέφαρά του, να σου τα θαυμαστικά πρόβαλαν πάλι στο
μαύρο φόντο.
«Να πάρει ο διάολος!… Πότε πρέπει να βάλουμε θαυμαστικό;» συλλογιζόταν
πασχίζοντας να αποδιώξει από τη φαντασία του αυτούς τους ενοχλητικούς
επισκέπτες. «Το ξέχασα λοιπόν; Βέβαια, ή το ξέχασα ή δεν έβαλα ποτέ…»

Άρχισε να ξαναζωντανεύει στη θύμησή του τα έγγραφα που είχε συντάξει στα
σαράντα χρόνια της υπαλληλικής του ζωής. Βασάνισε τη σκέψη του, έστυψε
το μυαλό του, τίποτα! Ο Περεκλάντιν κατσούφιασε! Σε όλο αυτό το ταξίδι
στα περασμένα δε βρήκε ούτε ένα θαυμαστικό.

«Μα είναι καταπληκτικό! Γράφω σαράντα ολόκληρα χρόνια και δεν έχω βάλει
ούτε μια φορά θαυμαστικό!… Χμ!… Πού διάολο μπαίνει αυτός ο μπελάς;»
[…]
-Μάρθα, ψιθύρισε, και σκούντηξε τη γυναίκα του, που πάντοτε καμάρωνε για
τα χρόνια που πέρασε εσωτερική στο λύκειο. Ξέρεις, μάτια μου, πού
βάζουμε θαυμαστικό, όταν γράφουμε;
-Και βέβαι ξέρω! Εφτά χρόνια έμεινα εσωτερική. Ξέρω όλη τη γραμματική απ’ έξω κι ανακατωτά. Αυτό
το σημείον στίξεως χρησιμοποιείται εις τας προσφωνήσεις, τας
αναφωνήσεις και όταν θέλομεν να εκφράσωμεν ενθουσιασμόν, αγανάκτησιν,
χαράν, οργήν, και άλλα συναισθήματα
.

«Ωραία! Συλλογιζόταν ο Περεκλάντιν. Ενθουσιασμό, αγανάκτηση, χαρά, οργή και άλλα συναισθήματα…»

Ο υπουργικός υπάλληλος βυθίστηκε στις σκέψεις του. Σαράντα χρόνια
μουντζούρωνε χαρτιά, είχε γεμίσει χιλιάδες κόλλες, μυριάδες και όμως δε
θυμάται ούτε μια μονάχα γραμμή που να εκφράζει ενθουσιασμό, αγανάκτηση ή
κάτι τέτοιο.
«Και άλλα συναισθήματα…συλλογιζόταν. Μα τι χρειάζονται τα συναισθήματα στα υπηρεσιακά έγγραφα; Ακόμα κι ένας αναίσθητος μπορεί να τα συντάξει…»
[…]
…Μαρτύρησε όλη τη νύχτα. Μα και το πρωί δεν τον άφησε καθόλου το
φάντασμα. […] Βγαίνοντας στο δρόμο φώναξε ένα έλκηθρο και, καθώς
πλησίαζε ο αμαξάς, νόμισε πως αντί για έλκηθρο ερχόταν καταπάνω του ένα
πελώριο θαυμαστικό.
Πέρασε το κατώφλι του γραφείου και ο κλητήρας του φάνηκε σαν θαυμαστικό.
Όλα του μιλούσαν για ενθουσιασμό, αγανάκτηση, οργή. Έπιασε τον
κοντυλοφόρο και νόμισε πως κρατούσε ένα θαυμαστικό στα δάχτυλά του… Ο
Περεκλάντιν βούτηξε την πένα στο καλαμάρι και υπόγραψε: «Εφήμ
Περεκλάντιν, γραμματεύς!!!»

Και απλώνοντας αυτά τα τρία θαυμαστικά στην αράδα, δοκίμαζε
ενθουσιασμό, αγανάκτηση, χαρά και την ίδια στιγμή έβραζε από το κακό
του.

-Για κοίτα! Για κοίτα! μουρμούρισε καρφώνοντας το βλέμμα του στον κοντυλοφόρο.

Το φωτεινό θαυμαστικό ικανοποιημένο πια εξαφανίστηκε.

Α. Τσέχοφ,  Διηγήματα
Μετάφραση Κυρ. Σιμόπουλος


Σημεία Στίξης – Νέες Αφίξεις στην Πόλη

Η Οδύσσεια σε τρισδιάτατο animation με ελληνικούς υπότιτλους


Τα χρώματα σε Γκρουπ Therapy

Together we stand divided we fall

 

Το ταξίδι των Μάγων, Thomas S. Elliot από τον Δημήτρη Χορν


 


Τι κάνεις, όταν όλα γύρω σου αλλάζουν και το αλφαβητάρι του νέου κόσμου δεν το έχεις διδαχτεί;
Θρηνείς για τα ερείπιά του ή γιορτάζεις το νέο ξεκίνημα;
The Journey of the Magi

‘A cold coming we had of it,
Just the worst time of the year
For the journey, and such a long journey:
The ways deep and the weather sharp,
The very dead of winter.’
And the camels galled, sore-footed, refractory,
Lying down in the melting snow.
There were times we regretted
The summer palaces on slopes, the terraces,
And the silken girls bringing sherbet.
Then the camel men cursing and grumbling
And running away, and wanting their liquor and women,
And the night-fires going out, and the lack of shelters,
And the cities hostile and the towns unfriendly
And the villages dirty and charging high prices:
A hard time we had of it.At the end we preferred to travel all night,
Sleeping in snatches,
With the voices singing in our ears, saying
That this was all folly.
Then at dawn we came down to a temperate valley,
Wet, below the snow line, smelling of vegetation;
With a running stream and a water-mill beating the darkness,
And three trees on the low sky,
And an old white horse galloped away in the meadow.
Then we came to a tavern with vine-leaves over the lintel,
Six hands at an open door dicing for pieces of silver,
And feet kicking the empty wine-skins,
But there was no information, and so we continued
And arrived at evening, not a moment too soon
Finding the place; it was (you may say) satisfactory
All this was a long time ago, I remember,
And I would do it again, but set down
This set down
This: were we led all that way for
Birth or Death? There was a Birth, certainly,We had evidence and no doubt. I had seen birth and death,
But had thought they were different; this Birth was
Hard and bitter agony for us, like Death, our death,
We returned to our places, these Kingdoms,
But no longer at ease here, in the old dispensation,
With an alien people clutching their gods.
I should be glad of another death.
T.S ELIOT

«Έπεσε πάνω στα κρύα ο ερχομός του, μέσα στου χρόνου
την πιο άσχημη εποχή.
Για ένα ταξίδι, και μάλιστα τόσο μακρύ,
ύπουλοι οι δρόμοι και
άγριος ο καιρός,
ακριβώς πάνω στην καρδιά του χειμώνα.
Και πληγιασμένες
οι καμήλες,
με πόδια πρησμένα να αντιστέκονται,
να ξαπλώνουν πάνω στο
λιωμένο χιόνι.
Κάποιες στιγμές το μετανιώναμε,
νοσταλγούσαμε τα θερινά
παλάτια μας
απάνω στις πλαγιές, τις κάμαρες μας,
τις λυγερές κοπέλες που
μας κέρναγαν σερμπέτια.
Κι έπειτα οι γκρινιάρηδες καμηλιέρηδες να
βλαστημούν
και να το σκάνε γυρεύοντας ποτό και θηλυκά,
και τις νύχτες να
σβήνουν οι φωτιές
και καταλύματα να μην υπάρχουν,
οι πόλεις αφιλόξενες
και τα χωριά εχθρικά
χρεώνοντας πολλά.
Δύσκολος καιρός για μάς.
Τέλος
διαλέξαμε νύχτα
να ταξιδεύουμε, να λαγοκοιμόμαστε,
με τις φωνές να
φωνάζουν στα αυτιά μας
κράζοντας πως όλα αυτά ήταν μια καθαρή τρέλα.
Έπειτα το ξημέρωμα
σε εύκρατη φτάσαμε κοιλάδα,
υγρή, πέρα από το σύνορο
του χιονιού,
μοσχοβολούσε η βλάστηση εκεί,
με γάργαρο ποτάμι κι ένα
νερόμυλο
να μαστιγώνει το σκοτάδι
και τρία δέντρα στο χαμηλό ουρανό.
Κι ένα γέρικο άσπρο άλογο
να ξεμακραίνει καλπάζοντας στο βοσκοτόπι.
Κατόπι φτάσαμε σε καπηλειό
πού χε μια δράνα πάνω από τη μπασιά,
έξι χέρια σε
ορθάνοιχτη πόρτα
έπαιζαν ασήμι στα ζάρια
και πόδια κλωτσούσαν τα αδειανά
από κρασί φλασκιά.
Όμως δεν ήξεραν τίποτε να μας πουν
και συνεχίσαμε
αδιάκοπα
και νύχτα φτάσαμε,
ούτε λεπτό νωρίτερα,
το μέρος εκείνο βρήκαμε.
Ήτανε για μας μια γερή ανταμοιβή.
Πάει πολύς καιρός που έγιναν όλα αυτά,
θυμάμαι καλά, όμως θα το ξανάκανα.
Ετούτο όμως να γράψεις καλά. Ετούτο γράψε.
Το δρόμο αυτό τον πήραμε για Γέννηση ή για Θάνατο;
Σίγουρα μια Γέννηση
υπήρξε,
είχαμε πολλές μαρτυρίες και αμφιβολία καμιά.
Είχα αντικρίσει
γέννηση και θάνατο,
όμως θαρρούσα πως δεν έμοιαζαν καθόλου.
Ήταν η Γέννηση αυτή σκληρή αγωνία
και πικρή για μας, εκείνα τα Βασίλεια.
Όμως
κι εκεί, στον αρχαίο νόμο μέσα,
δε βρήκαμε αναπαμό,
μ’ ένα λαό πού ‘ γινε
ξένος
καθώς γαντζώνονταν πάνω στους θεούς του.
Θα έπρεπε να χαιρόμουνα
με έναν άλλο θάνατο».
Απόδοση στα ελληνικά: Θανάσης Δρίτσας

΄Ενα αρχαίο ελληνικό συμπόσιο ζωντανεύει

Ένα αρχαίο ελληνικό συμπόσιο, το οποίο απεικονίζεται σε κύλικα του 500π.Χ. ζωντανεύει με τη βοήθεια της Τεχνολογίας.



Τίμιος Κόσμος, Κωνσταντίνος Θεοτόκης

Richard Adams

         Η ταβέρνα του  Δημάτσου επουλούσε το καλύτερο κρασί κι είχε μάγειρα σπάνιο. Ήταν ένα μεγάλο πλακόστρωτο μαγαζί, σκοταδερό την ημέρα,
μέσα σ’ ένα στενό σοκάκι της χώρας και τη νύχτα ομοίως λίγο
φωτισμένο από μερικά σιδερένια λυχνάρια που εκρεμόνταν εδώ κι
εκεί, πάνουθ’ απ’ την ογνήστρα και τα τραπέζια
και στον πίρο των βαρελιών.

Κόσμος εσυναζότουν αυτού πλήθος αλλά τώρα η ώρα ήταν προχωρημένη
κι οι πολλοί είχαν φύγει· μόνο τέσσεροι τεχνίτες της χώρας έπαιζαν
ακόμα στα χαρτιά το κρασί τους, κι δύο άλλοι εκουβέντιαζαν σοβαρά
μπρός σε δύο ποτήρια γιομάτα.

Εμπήκε τότες μέσα ένας χωριάτης γέροντας, ψηλός, λίγο γυρμένος
από τα χρόνια, μ’ ένα χοντρό δικανίκι στο χέρι. Το πρόσωπό του
δεν ήτα άσχημο μ’ όλην τη χαλάστρα του καιρού, τές ζάρες της
ηλικίας· τα χείλη του ήταν παχιά, η μύτη χοντρή λίγο, τα μάτια
ζωερά και γοργοκίνητα. Εκαλησπέρισε και τον αντιχαιρέτησαν όλοι·
έπειτα επήγε κι εκάθισε σιμά στους δύο τεχνίτες που εκουβέντιαζαν,
γιατί απάνου στ’ άδεια τραπέζια τα φωτερά ήταν σβησμένα.
Ερώτησε τον ταβερνιάρη:
—”Μου δίνεις να φάω;
—”Δεν έχω παρά τηγανισμένα ψάρια” αποκρίθηκε ο
Δημάτσος· “είχα πολύν κόσμο απόψε· αλλά το κρασί μου είναι
αθάνατο”.
—”Καλά· φέρε μου” είπε ο χωριάτης.
Οι τεχνίτες εκοίταζαν το νιόφερτο κι ο ένας, από κείνους που
δεν έπαιζαν, άντρας ηλικιωμένος, τον ερώτησε:
—”Γέροντα, από τί χωριό είσαι;”
—”Από μακρινό μέρος” απάντησε ενώ ο ταβερνιάρης του ‘φερνε το φαγητό “από το Ροπίλα“.
Ο συνομιλητής του εχαμογέλασε, τον εκοίταξε (ε)ξεταστικά κι έπιε
μια γουλιά κρασί· ο άλλος τεχνίτης, που εφαινότουν χτίστης από
τ’ ασβεστωμένο ρούχο του, τον ερώτησε πειραχτικά:
—”‘Ε γέροντα, κάθονται τώρα ήσυχοι οι χωριανοί σου ή σκοτώνονται πάντα;”

Η όψη του χωριάτη εσκοτείνιασε, επήρε μια χαψιά, κι απολογήθηκε;
—”Πως ρωτάς έτσι για το χωριό μου; Δεν ξέρεις πως είμαστε τίμιος κόσμος, όσο πουθενά, ουδέ στη χώρα; Κι αν ακούεται κάτι,
δεν είναι όμως ποτέ δολερό
“.
—”Είναι ανήσυχοι οι χωριανοί σου” είπε ο χτίστης μ’ αδιαφορία.
—”Θυμούμαι, είναι τώρα χρόνια πολλά, εφτιάναμε στο Ροπίλα μίαν εκκλησία,
τον άι-Νικόλα· κι εγίνηκε κάτι που δε θα λησμονηθεί ποτέ. Είναι
πάνου από είκοσι χρόνια. Είχε σκοτώσει το Γλαβοστάθη ο Μάγρης“.
Ο γέροντας αναστέναξε, εκοίταξε ολόγυρά του, το πρόσωπό του επήρε άλλη όψη επίσημη κι αποκρίθηκε:

—”Είμαι ο Μάγρης“.

ογνήστρα: γωνιά της κουζίνας
που ανάβουν φωτιά για μαγείρεμα – τζάκι
πίρος= άνοιγμα όπου προσαρμόζεται κάτι άλλο – για τα βαρέλια η κάνουλα (βρύση)
φωτερό= λυχνάρι
δολερό= για κακό
δικανίκι= δεκανίκι (πατερίτσα)
χαψιά: μπουκιά 


“Είμαι ο κανένας! Ποιος είσαι εσύ;” Έμιλι Ντίκινσον

photographer Bobby Becker

 

Είμαι ο κανένας! Ποιος είσαι εσύ;
Έμιλι Ντίκινσον

Είμαι ο κανένας! Ποιος είσαι εσύ;
Μήπως, κανείς κι εσύ;
Τότε είμαστε δυο – μη μου πεις!
Θα μας εξορίσουν παρευθύς.

Πόσο ανιαρό κάποιος να είσαι!
Πόσο κοινό, σαν το βατράχι
Να λες το όνομά σου πρωί-βράδυ
Σ’ έναν βούρκο που σε θαυμάζει!

 I’m nobody! Who are you?
Emily Dickinson

I’m nobody! Who are you?
Are you nobody, too?
Then there’s a pair of us—don’t tell!
They’d banish us, you know.

How dreary to be somebody!
How public, like a frog
To tell your name the livelong day
To an admiring bog!

(μετάφραση: Σπύρος Δόικας)

Φτιάξε τα δικά σου ΜΕΜΕS!

Φτιάξε τα δικά σου memes με αυτόν τον απλό και διασκεδαστικό τρόπο.


Κάνε κλικ
εδώ

Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com