Ιστορική Επισκόπηση της Αρχαίας Ελλάδας


Τι έκανε η Αρχαία Ελλάδα για μας;


“ Μονόλογος Ευαισθήτου”, Εμμανουήλ Ροΐδης

Μεγάλη δυστυχία είνε να έχη κανείς πολύ καλήν
καρδίαν. Το ηξεύρω εκ πείρας διότι μ’ έκαμεν ο Θεός παραπολύ ευαίσθητον. Δεν
ημπορώ να ιδώ άνθρωπον να πάσχη και να κλαίη, χωρίς να γείνουν τα νεύρα μου άνω
κάτω, ούτε να εννοήσω πώς κατορθώνουν άλλοι να παρευρίσκονται εις λυπηρά
θεάματα. Αν τύχη ν’ αποθάνη γνώριμός των, τρέχουν εις την κηδείαν, ακόμη

και αν
χιονίζη. Αλλ’ εγώ δεν ημπορώ να ίδω αποθαμμένον άνθρωπον όπου εγνώρισα
ζωντανόν, χωρίς να με ταράξη η σκέψις ότι κ’ εγώ θ’ αποθάνω. Έπειτα αν οι
συγγενείς του εφαίνοντο φρόνιμοι και παρηγορημένοι, τούτο θα μ’ επείραζε, διότι
δεν αγαπώ τους εγωιστάς· αν πάλιν έκλαιαν και εθρήνουν, το θέαμα θα μου έκοπτε
την όρεξιν ή θα εχαλούσε την χώνεψίν μου. Το στομάχι μου είνε κ’ εκείνο
ευαίσθητο και δύο πράγματα δεν ημπορεί να χωνέψη, τον αστακόν και τας
συγκινήσεις. Τας συγκινήσεις εύκολον είνε να τας αποφύγω· να μη τρώγω όμως
αστακόν θα ήτο θυσία τόσον μεγάλη, ώστε μου συμβαίνει πολλές φορές να ξεχάσω
πώς είνε βαρυστόμαχος και να θυμηθώ ότι πρέπει κάνεις να συγχωρή εις όσους
αγαπά τα ελαττώματά των.
Άλλο πράγμα όπου δεν ημπορώ να καταλάβω είνε να
υπάρχουν άνθρωποι τόσον σκληρόκαρδοι, ώστε να δέχωνται να παρασταθούν φίλου των
εις μονομαχίαν. Αλλ’ εγώ είμαι ευαίσθητος, και μόνη η ιδέα ότι ημπορεί ο φίλος
μου ή και ο αντίπαλός του να πάθη, με κάμνει ν’ ανατριχιάζω· προ πάντων όταν
συλλογίζωμαι, ότι την ημέραν της μονομαχίας πρέπει να σηκωθώ εις τας επτά, ας
είνε και ο καιρός άσχημος, να χασομερέψω εις τρεχάματα, συνεντεύξεις και
συντάξεις πρωτοκόλλων, και ίσως να πληρώσω και αμαξιάτικα με κίνδυνον να τα
χάσω, αν τύχη, θεός φυλάξοι, ο φίλος μου να σκοτωθή.
Μεγάλη πρέπει να είνε η αναισθησία και εκείνων
όπου δανείζουν εις τους φίλους των χρήματα, χωρίς να συλλογισθούν ότι ενδέχεται
να μη δυνηθούν να τα αποδώσουν εις την προθεσμίαν, να τους εντρέπωνται και να
τους αποφεύγουν. Τούτο ημπορεί να φανή μικρόν κακόν εις όσους δεν έχουν
καρδίαν, αλλ’ η ιδική μου θα ερραγίζετο, αν παλαιός μου φίλος μ’ απαντούσεν είς
τον δρόμον και εκαμώνετο πως δεν με είδεν. Αυτός είνε ο λόγος που μ’ έκαμε να
πάρω την απόφασιν να μη δανείσω ποτέ εις φίλον μου εκατόν δραχμάς, έστω και αν
πρόκειται να σωθή με αυτάς η τιμή και η ζωή του. Παρά να τον ίδω αχάριστον,
καλλίτερα να τον κλάψω αποθαμμένον, αφού μάλιστα θα μ’ εμπόδιζεν η ευαισθησία
μου να υπάγω εις την κηδείαν του. Διά ν’ αποφύγω τα φιλικά δάνεια, επρομηθεύθην
από την αγοράν, με ένα εικοσιπεντάρικο, ένα μεγάλο σάκκο «Αρχαγγέλους» και
«Πιστωτικές». Με αυτάς έχω το δικαίωμα ν’ αποκρίνωμαι ότι ο Γούστας και ο
Σκαλούτζης με άφισαν με το υποκάμισον, με μόνον δηλ. επτά σπίτια, που τα λέγω
υποθηκευμένα, και εξακόσιες λαχειοφόρες, όπου δεν ηξεύρει κανείς πως τας έχω.
Άλλη σκληρότης και κουταμάρα είνε εκείνων όπου
δίδουν ελεημοσύνην εις τους πτωχούς, χωρίς να συλλογισθούν ότι, αν μεν είνε ο
ελεούμενος ικανός να εργασθή, ενθαρρύνουν την οκνηρίαν του, αν δε τύχη χωλός,
στραβός, κουλοχέρης ή λωβιασμένος, το ψωμί που του δίδουν προμακραίνει ζωήν
αθλίαν και βασανισμένην. Τούτο δεν το λέγω εγώ, το λέγουν οι μεγάλοι φιλόσοφοι,
ο Σπένσερ και ο Δαρβίνος, που απέδειξαν πόσον απάνθρωπα είνε τα λεγόμενα
φιλανθρωπικά καταστήματα, τα άσυλα των ανιάτων, τα γηροκομεία και τα
λεπροκομεία. Εσημάδεψα εις τα βιβλία των τα μέρη όπου το λέγουν, και τα δείχνω
εις όσους έχουν την αδιακρισίαν να μου ζητούν χρήματα, διά να εμποδίσουν ν’
αποθάνουν με την ησυχίαν των δυστυχισμένα πλάσματα, που θα ήτο δι’ αυτά ο
θάνατος ευεργεσία.
Προ μερικών μηνών μου έστειλεν ο αγιοχώματος
μητροπολίτης Γερμανός μίαν επιτροπήν να μου ζητήση να συνεισφέρω, ως μεγάλος
κτηματίας, διά να συστηθή εις κάθε τμήμα των Αθηνών ένα λαϊκόν μαγειρείον, όπου
θα εύρισκαν οι πτωχοί άνθρωποι με μόνον δεκαπέντε λεπτά ένα φλυτζάνι ζουμί κ’
ένα κομμάτι κρέας. Αν ήμουν άκαρδος καθώς οι άλλοι, θα έδιδα κ’ εγώ τας είκοσι
δραχμάς μου χωρίς δυσκολίαν. Η ευαισθησία μου όμως δεν μου συγχωρεί ούτε καν να
συλλογισθώ ότι τρέφονται εις το πλάγι μου δυστυχείς άνθρωποι με νερόζουμο και
κοιλιές, ενώ τρώγω εγώ μπαρμπούνια και φιλέτο.
Τρανή απόδειξις της υπερβολικής μου ευαισθησίας
είνε και ο τρόπος όπου υπανδρεύθην. Όταν επλησίασαν να με πλακώσουν τα
γεράματα, να με κουράζουν αι διασκεδάσεις και να μ’ ενοχλούν οι ρευματισμοί,
αισθάνθηκα την ανάγκην να έχω ένα σπιτικό και μίαν γυναίκα δική μου να με
περιποιήται. Καθώς πας άλλος αγαπώ κ’ εγώ της εύμορφες, και πλούσιος καθώς
είμαι, εύκολο ήτο να εύρω ένα νόστιμο κορίτσι, αν δεν εζητούσα προίκα. Άλλος
εις την θέσιν μου θα το έκαμνεν, αλλ’ εγώ εσυλλογίσθηκα πόσον θα εβασάνιζε την
ευαισθησίαν μου, αν υπανδρευόμην εύμορφην πτωχοκόρην, η ιδέα ότι μ’ επήρεν όχι
διά τα ευγενή μου αισθήματα, αλλά διά τα επτά μου σπίτια. Παρά αυτήν την
ανυπόφορην υποψίαν επροτίμησα να θυσιασθώ και να πάρω πλουσίαν ασχημομούραν. Η
ευγένεια της ψυχής μου είνε τόση, ώστε η μεγάλη της μύτη και τα ψεύτικά της
δόντια δεν μ’ εμπόδισαν, όχι μόνον να φέρωμαι καλά μαζί της, αλλά και να την
αγαπώ, περισσότερον ίσως παρ’ ό,τι πρέπει. Ως απόδειξιν της αγάπης μου αρκεί ν’
αναφέρω πως, όταν έτυχε πέρυσι ν’ αρρωστήση, δεν κατώρθωσα ποτέ να την βλέπω να
υποφέρη. Ο βήχας της και το γλου-γλου της γαργάρας της μου έσχιζε την καρδιά
και την ακοήν, και η μυρωδιά της αρρωστοκάμερας μου έφερνε ζάλη. Η ανικανότης
μου να την βλέπω να υποφέρη με ανάγκαζε να μένω έξω από το σπίτι από το πρωί
έως το βράδυ και καμμιά φορά από το βράδυ έως το πρωί. Αυτή η αρρώστεια της γυναίκας
μου μ’ έκαμε να εξοδέψω πολλά χρήματα εις αμάξια, θέατρα, γεύματα εις την
Μεγάλην Βρεττανίαν και εκδρομάς με φίλους μου εις την Κηφισσιάν και την
Πεντέλην. Το μεγαλείτερον όμως έξοδο ήτο ότι τας ημέρας που η γυναίκα μου δεν
εφαίνετο διόλου καλά, η ανησυχία και η λύπη μου ήτο τόσον μεγάλη, ώστε
ηναγκάσθηκα να πάρω διά παρηγότριαν μίαν Γαλλίδα του Φαλήρου. Περιττόν είνε να
προσθέσω ότι η ευγένεια της ψυχής και των τρόπων μου μ’ εμπόδισαν να είπω
τίποτε δι’ αυτά τα έξοδα εις την γυναίκα μου, όταν έγεινε καλά.
Εναντίον της δεν έχω κανένα σπουδαίο παράπονο.
Προσπαθεί εις όλα να μ’ ευχαριστήση και ποτέ δεν ερωτά ούτε πού ήμουν ούτε τι
κάμνω. Είνε φρόνιμη, ήσυχη, νοικοκυρά και με κάμνει να καλοπερνώ χωρίς να
εξοδεύη πολλά. Το σπίτι λάμπει, ποτέ δεν έλειψε κουμπί από τα υποκάμισά μου και
είμαι πάντοτε βέβαιος να εύρω εις το τραπέζι το φαγί που μ’ αρέσει. Εκατάφερε
μάλιστα να μαγειρεύη και τον αστακόν με μίαν αμερικάνικη σάλτσα που ημπορεί
τώρα να τον τρώγω χωρίς να μου πειράζη το στομάχι. Αυτά είνε βέβαια μεγάλα
προτερήματα. Ένα μόνον πράγμα της λείπει, η ευαισθησία. Αυτό το εκατάλαβα όταν
ήλθεν η σειρά μου ν’ αρρωστήσω!
Ενώ εγώ εις την δικήν της αρρώστειαν δεν ημπορούσα
να την βλέπω να υποφέρη, και αναγκάζουμουν να φεύγω και να ζητώ παρηγορίαν εις
το ξεφάντωμα, αυτή ούτε στιγμή δεν έλειψεν από κοντά μου· αγρύπνησε δέκα νύχτες
κατά σειράν εις το προσκέφαλό μου. Ήθελεν η ίδια να μου δίνη τα γιατρικά, να μ’
αλλάζη και να με μεταγυρίζη, χωρίς να με συνερίζεται διά τον κακό μου τρόπο,
χωρίς να συχαίνεται τα καταπλάσματα ούτε να ενοχλήται από την αρρωστομυρωδιάν
του δωματίου. Αυτά μ’ έκαμαν να υποπτευθώ, ότι η γυναίκα μου δεν έχει ούτε
καλήν όσφρηση ούτε μεγάλην ευαισθησίαν. Πώς τωόντι θα ημπορούσε, αν ήτο
ευαίσθητη, να με βλέπη να υποφέρω, να βασανίζωμαι, να με καίουν οι συναπισμοί
και να με δαγκάνουν η αβδέλλαις; Κατάντησα να πιστεύω πως έχουν κάποιον δίκαιον
όσοι θεωρούν την υπερβολικήν τρυφερότητα των γυναικών ως πρόληψιν και παραμύθι.
Άδικον όμως θα ήτο και ν’ απαιτήσω από τους άλλους την ιδικήν μου έκτακτον και
μοναδικήν ευαισθησίαν.

(«Εμπρός» Νοεμβρίου 1896).


Ανάπλαση και Αναπαράσταση του Μεγάλου Αλεξάνδρου με πρόγραμμα επεξεργασίας εικόνας



Μικρή Συμβουλή για την Ορθογραφία Νο 7



Παγκόσμιος Λογοτεχνικός Χάρτης- Ποιο είναι το διασημότερο λογοτεχνικό έργο κάθε χώρας;

Για την Ελλάδα η Ιλιάδα. Δες ευκρινέστερα το χάρτη πατώντας εδώ

 

Το σύννεφο και ο αμμόλοφος, Πάουλο Κοέλιο

Ένα νεαρό σύννεφο
γεννήθηκε στο μέσο μιας μεγάλης καταιγίδας στη Μεσόγειο. Αλλά δεν πρόλαβε να
μεγαλώσει εκεί, ένας δυνατός άνεμος έσπρωξε όλα τα σύννεφα προς την Ανατολή.
Μόλις έφτασαν στην ήπειρο, το κλίμα άλλαξε στον ουρανό, έλαμπε ένας
γενναιόδωρος ήλιος και από κάτω τους εκτεινόταν η χρυσαφένια άμμος της ερήμου
Σαχάρα. Ο άνεμος συνέχισε να τα σπρώχνει προς τα δάση του Νότου, καθώς στη
έρημο δεν βρέχει σχεδόν ποτέ.
Ωστόσο, τα νεαρά σύννεφα
είναι σαν τους νεαρούς ανθρώπους. Το σύννεφό μας λοιπόν αποφάσισε ν’
απομακρυνθεί από τους γονείς του και τους μεγαλύτερους φίλους του, για να
γνωρίσει τον κόσμο.
– Τι κάνεις εκεί; Φώναξε ο
άνεμος. Η έρημος είναι όλη ίδια!
Γύρνα στο σμήνος και θα
πάμε στο κέντρο της Αφρικής, όπου υπάρχουν εκθαμβωτικά βουνά και δέντρα!

Αλλά το νεαρό σύννεφο,
ανυπότακτο από τη φύση του, δεν υπάκουσε. Χαμήλωσε σιγά-σιγά, έως ότου κατάφερε
να αιωρηθεί σε μια γενναιόδωρη και γλυκιά αύρα και να πλησιάσει τη χρυσαφένια
άμμο. Αφού τριγύρισε αρκετά, πρόσεξε ότι ένας από τους αμμόλοφους τού
χαμογελούσε. Είδε ότι κι εκείνος ήταν νέος, πρόσφατα σχηματισμένος από τον
άνεμο που μόλις είχε περάσει. Την ίδια στιγμή ερωτεύτηκε την χρυσή του κόμη.
– Καλημέρα, είπε. Πώς
είναι η ζωή εκεί κάτω;
– Έχω την συντροφιά των
άλλων αμμόλοφων, του ήλιου, του ανέμου και των καραβανιών που περνούν από δω
πότε-πότε. Μερικές φορές κάνει πολλή ζέστη, όμως είναι υποφερτή. Και πώς είναι
η ζωή εκεί πάνω;
– Κι εδώ υπάρχει άνεμος
και ήλιος, αλλά το πλεονέκτημα είναι ότι μπορώ και τριγυρνάω στον ουρανό και μαθαίνω
πολλά πράγματα.
Για μένα η ζωή είναι
σύντομη, είπε ο αμμόλοφος. Όταν ο άνεμος επιστρέψει από τα δάση, θα εξαφανιστώ.
– Και αυτό σου προκαλεί
θλίψη;
– Μου δίνει την εντύπωση
ότι δεν χρησιμεύω σε τίποτα.
– Κι εγώ αισθάνομαι το
ίδιο. Μόλις περάσει ο επόμενος άνεμος θα πάω στο Νότο και θα μεταμορφωθώ σε
βροχή. Αυτή είναι η μοίρα μου, ωστόσο.
Ο αμμόλοφος δίστασε, αλλά
τελικά είπε:
– Ξέρεις ότι εμείς εδώ
στην έρημο τη βροχή την λέμε «παράδεισο»;
– Δεν ήξερα ότι μπορούσα
να μεταμορφωθώ σε κάτι τόσο σημαντικό, είπε το σύννεφο γεμάτο περηφάνια.
– Έχω ακούσει πολλούς
μύθους από γέρικους αμμόλοφους . Λένε ότι μετά τη βροχή καλυπτόμαστε από χλόη
και λουλούδια. Εγώ όμως ποτέ δεν θα μάθω τι είναι αυτό, γιατί στην έρημο βρέχει
πολύ σπάνια.
Ήταν η σειρά του σύννεφου
να διστάσει. Αμέσως μετά όμως του χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο.
– Αν θέλεις, μπορώ να ρίξω
πάνω σου βροχή. Αν και μόλις έφτασα, σ’ έχω ερωτευθεί και θα ήθελα να μείνω εδώ
για πάντα.
– Όταν σε είδα για πρώτη
φορά στον ουρανό κι εγώ σε αγάπησα, είπε ο αμμόλοφος. Αν όμως μεταμορφώσεις την
ωραία λευκή κόμη σου σε βροχή, θα πεθάνεις.
– Η Αγάπη δεν πεθαίνει
ποτέ, είπε το σύννεφο. Μεταμορφώνεται. Κι εγώ θέλω να σου δείξω τον παράδεισο.
Άρχισε, λοιπόν, να χαϊδεύει
τον αμμόλοφο με μικρές σταγόνες και παρέμειναν μαζί μέχρι που εμφανίστηκε το
ουράνιο τόξο. Την επόμενη μέρα ο μικρός αμμόλοφος ήταν καλυμμένος με λουλούδια.
Κάποια σύννεφα που περνούσαν με προορισμό την Αφρική νόμισαν ότι εκεί ήταν ένα
κομμάτι του δάσους που έψαχναν κι έριξαν κι άλλη βροχή. Λίγα χρόνια μετά, ο
αμμόλοφος είχε μεταμορφωθεί σε όαση, η οποία τους δρόσιζε με τη σκιά των
δέντρων της.




Chasing Weather // A Timelapse Reel from Toby Harriman on Vimeo.

Αρχαία Ελληνικά Κείμενα Α΄ Γυμνασίου Μεταφράσεις

Ενότητα  1η    Πατρική Δικαιοσύνη

Κάποιος άντρας, Μάρδος στην καταγωγή, είχε επτά παιδιά. Από αυτά ο πιο μικρός προκαλούσε στους άλλους πολλά κακά. Και αρχικά προσπαθούσε ο πατέρας του να τον συνετίσει με τα λόγια∙ επειδή όμως αυτός δεν υπάκουγε, τον έφερε στους δικαστές και όσα είχε αποτολμήσει αυτός τους τα ανέφερε με σαφείς κατηγορίες και ζητούσε από τους δικαστές να εκτελέσουν το νεαρό. Αυτοί εξεπλάγησαν/ τα έχασαν και τους οδήγησαν και τους δύο στον βασιλιά Αρταξέρξη. Και επειδή ο Μάρδος έλεγε τα ίδια, ο βασιλιάς τού είπε: «Αλήθεια μπορείς  να αντέξεις  το γιο σου νεκρό;». Και εκείνος είπε: «Βεβαιότατα, γιατί και όταν αφαιρώ από τα μαρούλια που φυτρώνουν τις πικρές παραφυάδες, καθόλου δε λυπάται η μητέρα τους αλλά ανθίζει περισσότερο και γίνεται γλυκύτερη». Ο Αρταξέρξης όταν άκουσε αυτά, επαίνεσε τον άνδρα  και τον έκανε βασιλικό δικαστή, αφού είπε  ότι αυτός, ο οποίος διατυπώνει τόσο δίκαιες κρίσεις για τα παιδιά του, οπωσδήποτε θα είναι αμερόληπτος και αδέκαστος δικαστής και στις ξένες υποθέσεις, και τον νεαρό απάλλαξε από την τιμωρία απειλώντας τον με θάνατο, αν αποδειχτεί ότι κάνει άλλες αδικίες.

Συνέχεια ανάγνωσης

«Η τέχνη να λέμε όχι», Τζορτζ Στάινερ

Η τέχνη να λέμε όχι

Ποιες είναι οι λέξεις-κλειδιά που μας είναι αναγκαίες για να προσανατολιστούμε μέσα στη σύγχυση των καιρών μας; Το ερώτημα αυτό απηύθυνε ο συντάκτης της ιταλικής εφημερίδας «La Repubblica» Φράνκο Μαρκοάλντι στον μεγάλο κριτικό και στοχαστή Τζορτζ Στάινερ. Ακολουθεί ένα απόσπασμα από την απάντηση που έδωσε ο Στάινερ.
«Θα ξεκινούσα από μια από τις πιο απλές και πιο μικρές λέξεις του λεξιλογίου: τη λέξη “όχι”Έχουμε χάσει την τέχνη να λέμε “όχι”.
Όχι στην ωμότητα της πολιτικής, όχι στην τρέλα των οικονομικών αδικιών που μας περιβάλλουν, όχι στην εισβολή της γραφειοκρατίας στην καθημερινή μας ζωή. Όχι στην ιδέα ότι μπορούν να γίνονται αποδεκτοί ως φυσιολογικοί οι πόλεμοι, η πείνα, η παιδική σκλαβιά. Υπάρχει μια πελώρια ανάγκη να ξαναρχίσουμε να προφέρουμε αυτή τη λέξη. Κι όμως, είμαστε ανίκανοι γι’ αυτό. »
Πιστέψτε με, τρομάζω μπροστά στην ενδοτικότητα τόσων καθώς πρέπει προσώπων, που έχουν μεταμορφωθεί σε πρωταθλητές της μοιρολατρίας. Που δηλώνουν ανοιχτά το σκεπτικισμό τους σχετικά με το ανώφελο της διαμαρτυρίας, λες και το να διαμαρτύρεται κανείς έχει γίνει κάτι το ενοχλητικό.
»Οι μεγαλύτερες όμως προσωπικότητες του καιρού μας, ο Νέλσον Μαντέλα, ο Βάτσλαβ Χάβελ, δεν ένιωσαν ποτέ αυτόν τον τύπο της ενόχλησης. Ωστόσο, η οικογένεια και το σχολείο, για να μη μιλήσουμε για όλο το σύστημα των μέσων μαζικής επικοινωνίας, μεταδίδουν συστηματικά αυτόν τον ιό. Μας προδιαθέτουν για τον πιο ολικό κομφορμισμό.
»Γι’ αυτό είναι θεμελιώδες να ξαναρχίσουμε την αντίσταση ενάντια στα ψεύτικα είδωλα του καιρού μας. Ξεκινώντας από το κυριότερο: το χρήμα. Χρειάζεται να αντισταθούμε στο φασισμό του χρήματος. Μιλώ για φασισμό, γιατί δεν βρίσκω πιο κατάλληλο όρο για να περιγράψω την καταιγιστική διάδοση μιας λογοκριτικής και δεσποτικής εξουσίας. Σήμερα όλα μυρίζουν χρήμα.
»Η ίδια η πολιτική εξουσία βρίσκεται στα χέρια του χρήματος. Κάτι γνωρίζετε γι’ αυτό εσείς στην Ιταλία. Αλλά και άλλα έθνη δεν είναι απρόσβλητα από τον κίνδυνο μιας τέτοιας παρέκκλισης. Σας αναφέρω ένα πρόσφατο παράδειγμα: Πρόσφατα είδαμε να κλείνουν τράπεζες και εργοστάσια. Είδαμε εκατοντάδες χιλιάδες πρόσωπα να χάνουν τη δουλειά τους και ταυτόχρονα παρακολουθήσαμε το επαίσχυντο θέαμα
των διευθυντικών στελεχών που αποχωρούσαν εισπράττοντας πελώρια ποσά ως μπόνους.
»Δεν είναι απόλυτο αίσχος; Θα ευχόμουν μπροστά σε όλα αυτά να υψωνόταν ισχυρό από τους δρόμους και τις πλατείες το “όχι”. Αντίθετα, όμως, κυριάρχησε η συνήθης θλιβερή παθητικότητα. Προφανώς το άτομο παραμένει παθητικό επειδή έχει την αίσθηση ότι βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα σχηματισμό ανώνυμων δυνάμεων τόσο ισχυρό ώστε να παραλύει κάθε αντίδραση.
»Υπάρχει, όμως, και ένας άλλος παράγοντας που δεν πρέπει να τον λησμονάμε: η καταστροφή των ιδεολογιών του εικοστού αιώνα, ξεκινώντας από το μαρξισμό στις διάφορες πολιτικές εφαρμογές του, άφησε πίσω της καμένη γη. Και η καταστροφή δεν είναι μόνο πολιτική, είναι και πολιτισμική.
»Για να συνεννοούμαστε: η Ιταλία χωρίς τον Γκράμσι είναι μια ακρωτηριασμένη χώρα, μια αγνώριστη χώρα. Βλέπετε, όταν ήμουν νέος, οι άνθρωποι μπορούσαν ακόμα να κάνουν αυτά που εγώ αποκαλώ “δημιουργικά” λάθη. Επειδή στη ζωή ενός νέου είναι θεμελιώδες το να μπορεί να κάνει λάθη, για να δημιουργεί μιαν έντονη και παθιασμένη ζωή. Σήμερα αυτό δεν είναι πλέον δυνατό. Και είναι τρομερό να σκεφτούμε ένα δεκαοχτάχρονο που βλέπει να του αρνούνται κάθε ιδεολογικό και ουτοπικό ενθουσιασμό.
»Υπάρχει ένα μικρό επεισόδιο που για μένα αντιπροσώπευε ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Ήμασταν στον καιρό του ανταρτοπολέμου στη Λατινική Αμερική. Η συζήτηση με μιαν ομάδα φοιτητών μου προεκτάθηκε στον ισπανικό εμφύλιο. Τους ρώτησα αν θα πραγματοποιούσαν ποτέ επιλογές ανάλογες με εκείνες των γονέων τους, οι οποίοι είχαν πολεμήσει ή και είχαν σκοτωθεί για την ελευθερία αυτής της χώρας. Την επόμενη μέρα έλαβα μιαν επιστολή που έλεγε: “Αγαπητέ καθηγητή Στάινερ, στην τωρινή κατάσταση, οποιαδήποτε εμπλοκή σε διεθνείς μάχες για την ελευθερία θα μας μετέτρεπε αναπόφευκτα σε συνενόχους.
»Δέστε τι τρομερά πράγματα έκαναν οι κομμουνιστές, δέστε τι τρομερά πράγματα κάνει η CIA. Λυπούμαστε, εμείς δεν θέλουμε να εξαπατηθούμε άλλη μία φορά”. Αν η μοναδική έγνοια είναι να μην εξαπατηθούμε, πού θα βρούμε τη δύναμη, για να πραγματοποιήσουμε ένα άλμα της φαντασίας; Να σκεφτούμε κάτι πιο μεγάλο από τον εαυτό μας;
»Η δεύτερη λέξη είναι η “ιδιωτικότητα”.
Ήδη δεν υπάρχει πτυχή της ιδιωτικής ζωής, ακόμα και η πιο ιερή και η πιο μύχια, που να μην επιδεικνύεται και να μην εκτίθεται δημόσια. Σε όλα τα πεδία είναι σε δράση μια επεκτατική “βιομηχανία της διείσδυσης” (που συμπεριλαμβάνει την ψυχανάλυση, καθώς και τη γραφειοκρατία, το σύστημα των μέσων μαζικής επικοινωνίας καθώς και τις ιατρικές θεραπείες), η οποία αποβλέπει στο να απογυμνώσει την ανθρώπινη ύπαρξη από αυτό το αναπαλλοτρίωτο προσωπικό μυστικό.  »Ενώ η αληθινή δύναμη του καθενός εμπερικλείεται σε αυτό που μπορεί και πρέπει να κρατάει μέσα του. Όπως υπενθύμιζε ο Χάιντεγκερ, κανείς δεν μπορεί να πεθάνει “στη θέση σου”. Και το μεγαλείο κάθε ανθρώπου έγκειται στην
ικανότητά του να αντιμετωπίζει μέσα στη μοναξιά κάθε δύσκολη μετάβαση της ύπαρξής του, συμπεριλαμβανόμενων των αποτυχιών, των ασθενειών, των κακοτυχιών.
Στον άνθρωπο υπάρχει ένα συναίσθημα ίσως ακόμα πιο ισχυρό από την αγάπη και το μίσος. Σκέφτομαι εκείνα τα “βαθιά πάθη”, που είναι συχνά ανεξήγητα, για κάτι που στα μάτια μας προσλαμβάνει υπέρτατη αξία. Στο πεδίο του αληθινού πάθους κρίνεται η μοίρα μας (…)». 
Μετάφραση: Θανάσης Γιαλκέτσης / Σημειωματάριο Ιδεών- Εφημερίδα Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 13/12/2009

Πηγή: e-keimena.gr

Από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ- Το μάθημα πρωτοσέλιδο



Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com