Το κορίτσι και ο γύπας του Κέβιν Κάρτερ

Το κορίτσι και ο γύπας, Νότιο Σουδάν, 1993, Φωτογραφία του Κέβιν Κάρτερ

Η
συγκλονιστική καταγραφή της πείνας, της εξαθλίωσης και της εγκατάλειψης στο
Νότιο Σουδάν από τον Αφρικανό ρεπόρτερ Κέβιν Κάρτερ, μια εικόνα που όποιος τη
δει δεν μπορεί να την ξεχάσει. Αποτέλεσε ένα ιστορικό ντοκουμέντο, μια
αδιάσειστη μαρτυρία για τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης στην Αφρική και την
πιο ηχηρή  καταγγελία κατά της εκμετάλλευσης του «Τρίτου» Κόσμου. 
Ο
ρεπόρτερ βρέθηκε αντιμέτωπος με το φρικτό θέαμα επί 20 λεπτά, προετοιμάζοντας
την κατάλληλη …λήψη. Το κοριτσάκι σερνόταν να φτάσει στο κέντρο Τροφοδοσίας
του ΟΗΕ. Μετά τη φωτογραφία, ο Κάρτερ έδιωξε το αρπακτικό και το κοριτσάκι
…συνέχισε το Γολγοθά του προς το κέντρο τροφοδοσίας.
Η
φωτογραφία δημοσιεύτηκε αμέσως από τους New York Times το 1994, ενέγειρε πολλές αντιδράσεις,
εξανάγκασε σε παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στο Ν. Σουδάν, εξασφάλισε το
βραβείο Πούλιτζερ, την ύψιστη διάκριση για την  έντυπη δημοσιογραφία στον
32χρονο φωτογράφο και ανάγκασε πολλούς πολίτες του ανεπτυγμένου κόσμου να
μάθουν …πού βρίσκεται το Σουδάν. 
 Ο
Κάρτερ κατηγορήθηκε γιατί δεν βοήθησε το παιδί και γιατί μετά τη φωτογραφία δεν
αναζήτησε τα ίχνη του.   Λίγους μήνες μετά τη βράβευση, αυτοκτόνησε
αφήνοντας ένα σημείωμα:
«Συγγνώμη.
Ο πόνος της ζωής υπερισχύει της ευτυχίας, σε σημείο που να μην υπάρχει χαρά
πια. Έχω κατάθλιψη, δεν έχω τηλέφωνο, λεφτά να δώσω στο παιδί μου, για να
ξεπληρώσω το νοίκι και τα χρέη μου. Με στοιχειώνουν οι αναμνήσεις των σκοτωμών,
των πτωμάτων, του θυμού και του πόνου των πεινασμένων και τραυματισμένων
παιδιών, οι εικόνες με τους πολεμοχαρείς τρελούς και τους εκτελεστές. Θα πάω να
βρω τον Κεν, αν είμαι τυχερός»….

ΚΕΒΙΝ ΚΑΡΤΕΡ


Σχέσεις Βυζαντίου – Δύσης. Αγώνες για τη διατήρηση των ιταλικών κτήσεων

Σχέσεις Βυζαντίου – Δύσης. Αγώνες  για τη
διατήρηση των ιταλικών κτήσεων
α. Ο
ελληνισμός της Ιταλίας
      1.
Ενίσχυση Σικελίας και νότιας Ιταλίας (αρχαιοελληνικές αποικίες) 
         με Έλληνες
κυρίως Ελλάδας     λόγω επιδρομών
2.        Κατάληψη Σικελίας από Άραβες
–μετακίνηση Ελλήνων προς νότια Ιταλία :
      Νότια
Ιταλία –τρία θέματα: Λογγοβαρδίας, Καλαβρίας, Λουκανίας

Β. Η ιταλική
πολιτική των Μακεδόνων  – σχέσεις με Γερμανικό κράτος
Σκοπός
ιταλικής πολιτικής Μακεδόνων:
·         διατήρηση και επέκταση
βυζαντινών κτήσεων σε Ιταλία  (ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΣ)
·         απόκρουση αραβικών
επιδρομών και  γερμανικής απειλής (ΑΜΥΝΤΙΚΟΣ)
1.       
Κωνσταντίνος
Ζ
΄ : Κύριος εχθρός οι Άραβες
Η  Πολιτική του:  
·        
Συμμάχησε με
ηγέτες Δύσης, για να αντιμετωπίσει τους Άραβες. → Ηττήθηκε   τον 10ο
αι.
2.       
Νικηφόρος
Φωκάς
Κύριοι
εχθροί οι Άραβες και οι Γερμανοί
Η  Πολιτική του:
·        
συμμάχησε
 με Ιταλούς ηγεμόνες και ντόπιο πληθυσμό, για να αντιμετωπίσει τους Άραβες.
·        
Έκανε
σκληρές διαπραγματεύσεις, για να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς: απέρριψε
τις προτάσεις του Λιουτπράνδου, να δεχτεί τη στέψη του Γερμανού Όθωνα του Α΄ ως
αυτοκράτορα των Ρωμαίων.
 Όθωνας ο Α΄: Ο πρώτος
αυτοκράτορας Αγίας Ρωμαϊκής  αυτοκρατορίας γερμανικού έθνους
                          
  951   Ανακηρύσσεται
Βασιλεύς της Ιταλίας
                           
962   Στέφεται  από τον Πάπα της Ρώμης αυτοκράτορας των
Ρωμαίων
       
                    Το
Βυζάντιο θεωρεί σκάνδαλο τη στέψη. Ο Νικηφόρος Φωκάς εξοργίζεται
                           
968 Ο Λιουτπράνδος έρχεται στο Βυζάντιο πρεσβευτής του Όθωνα.
 Με
τις προτάσεις: Να αντιμετωπίσει τους Άραβες, να παντρευτεί μια βυζαντινή
πριγκίπισσα με προίκα τις ιταλικές κτήσεις. Ο Νικηφόρος Φωκάς αρνείται,  ταπεινώνει Λιουτπράνδο, ο οποίος επιστρέφει
άπραγος.
3.    Ιωάννης Τσιμισκής: Κύριοι
εχθροί οι Γερμανοί
Η  Πολιτική του:
·        
Συνένωσε  τα 3
ιταλικά βυζαντινά θέματα σε καπετανάτο  με πρωτεύουσα το Μπάρι 975
·        
Πάντρεψε την ανιψιά
του, Θεοφανώ με τον Όθωνα Β΄ ,972, άρα έμμεσα αναγνώρισε τον Όθωνα τον
Ά. Θεοφανώ =επίδραση βυζαντινού πολιτισμού σε γερμανικό
Όμως → ο Όθωνας Β΄ φέρθηκε αλαζονικά
και κατέκτησε Βυζαντινές κτήσεις Νότιας Ιταλίας. Τον σταμάτησαν οι Άραβες το
982  στο λιμάνι Κρότωνα
4.        Βασίλειος  Β΄
 Κύριοι εχθροί Γερμανοί, Νορμανδοί
Η  Πολιτική του:
·        
Κατέκτησε
και διατήρησε πολλές περιοχές Ιταλίας  με συνεργασία Ενετών και Πισατών
·        
Παραχώρησε
στους Ενετούς τα πρώτα προνόμια
5.        Κωνσταντίνος ο Θ΄ ο Μονομάχος, Θεοδώρα 11ος
αι.) Κύριοι εχθροί Νορμανδοί
Η  Πολιτική τους:
·        
Κατακτούν 
πολλές περιοχές Ιταλίας και απειλούν τις βυζαντινές κτήσεις ( 11ος
αι.)



Μιχάλης Γκανάς, «Τα χέρια»


«Τα χέρια»

Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν. Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί…

Συνέχεια ανάγνωσης

Γυναίκες, Γιάννης Ρίτσος

Είναι πολύ
μακρινές οι γυναίκες. 

Τα σεντόνια τους μυρίζουν καληνύχτα. 
Ακουμπάνε το ψωμί
στο τραπέζι για να μη νιώσουμε πως λείπουν. 

Τότε καταλαβαίνουμε πως φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ’ την καρέκλα και λέμε: «Κουράστηκες πολύ σήμερα», ή «άσε, θ’ ανάψω εγώ τη λάμπα». 

Όταν ανάβουμε το σπίρτο, εκείνη στρέφει αργά πηγαίνοντας
με μιαν ανεξήγητη προσήλωση προς την κουζίνα. Η πλάτη της
είναι ένα πικραμένο βουναλάκι φορτωμένο με πολλούς νεκρούς –
τους νεκρούς της φαμίλιας, τους δικούς της νεκρούς
και τον δικό σου.


Ακούς το βήμα της να τρίζει στα παλιά σανίδια 

ακούς
τα πιάτα να κλαίνε στην πιατοθήκη κι ύστερα ακούγεται 

το τραίνο που παίρνει
τους φαντάρους για το μέτωπο.

(«Παρενθέσεις» 1946-1947, Ποιήματα τόμος Β’ (1961)

Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ.

credit: Μωβ κιμωλία

«Ευτυχείτε!. Είναι διαταγή!»: Μια ταινία κι ένα διήγημα



“BE HAPPY, IT’S AN ORDER” – Μια αριστουργηματική 5λεπτη κουρδική ταινία from Evangelos Felekouras on Vimeo.


 
Χάινριχ Μπελ,  Το λυπημένο μου πρόσωπο
Σταματώντας στην άκρη του λιμανιού για ν’ αγναντέψω τους γλάρους, το λυπημένο
μου πρόσωπο τράβηξε την προσοχή του πολιτσμάνου, που γύριζε σ’ εκείνη την
περιοχή. Είχα αφαιρεθεί κοιτάζοντας τα αιωρούμενα πουλιά, που ζυγιάζονταν κι
εφορμούσαν για να βρούνε κάτι να φάνε, μα χωρίς αποτέλεσμα. Το λιμάνι ήταν
έρημο, το νερό πράσινο, πηχτό από τ’ ακάθαρτο πετρέλαιο και στο λεπιδωτό δέρμα
του έπλεε κάθε λογής σαβούρα. Πλοίο πουθενά, ο γερανός σκουριασμένος, οι
αποθήκες ρεπιασμένες. Στα μαύρα ερείπια της
αποβάθρας ούτε ποντίκια δεν κατοικούσαν πια νέκρα. Εδώ και χρόνια ήταν κομμένη
κάθε σχέση με τον έξω κόσμο.
 Είχα καρφώσει το βλέμμα σ’ ένα γλάρο και παρακολουθούσα το πέταγμα του. Με τον
τρόμο χελιδονιού που προαισθάνεται κακοκαιρία πετούσε σχεδόν πάντα κοντά στην
επιφάνεια του νερού και μόνο πότε πότε ξεθάρρευε ν’ ανέβει ψηλά κρώζοντας, να
σμίξει το δρόμο του με κείνον των συντρόφων. Αν λαχταρούσα κάτι, ήταν χωρίς άλλο
ένα ψωμί να ταϊσω τους γλάρους, να το κόψω κομμάτια και στο ανάκατο πέταγμα να
βάλω ένα άσπρο σημάδι, ένα στόχο που κατά πάνω του θα πετούσαν. Ρίχνοντας ένα
κομμάτι ψωμί σ’ αυτό το ανεβοκατέβασμα των μπερδεμένων τροχιών που έκρωζε, να
τους κατεύθυνα σα να ‘τανε δεμένοι με σχοινιά.
 Μα ξαφνικά έπεσε πάνω μου το χέρι της εξουσίας και μια φωνή είπε:
“Ακολούθα με!”. Ολομιάς το χέρι δοκίμασε να με τραβήξει απότομα από την πλάτη
και να με στριφογυρίσει βίαια. Εγώ στυλώθηκα, το τίναξα κι είπα συγκρατημένα:
“Σίγουρα δεν είστε καλά!”. “Συνάδερφε”, είπε πριν ακόμα καταφέρω να τον
καλοκοιτάξω, “σε προειδοποιώ”. “Αφεντικό…”, ανταπόδωσα. “Δεν υπάρχουν
αφεντικά”, φώναξε οργισμένος. “Συνάδερφοι είμαστε όλοι.” Τώρα στεκόταν δίπλα
μου, με κοίταξε από το πλάι κι ήμουν αναγκασμένος να συγκεντρώσω το βλέμμα μου,
που πλανιόταν ευτυχισμένα, και να το βυθίσω στην αλύγιστη μάτια του. Ήταν
σοβαρός σα βουβάλι που δεκαετίες ολόκληρες δεν καταβρόχθιζε άλλο από καθήκον.
“Για ποιο λόγο;…” πήγα να πω. “Για σοβαρό λόγο”, είπε. “Για το λυπημένο σου
πρόσωπο”. Γέλασα. “Άσε τα γέλια!”. Η οργή του ήταν πραγματική. Για μια στιγμή
σκέφτηκα πως το ‘κανε έτσι από ανία, μιας και δεν έβρισκε να συλλάβει ούτε μια
αδήλωτη*, ούτε ένα μεθυσμένο ναύτη, ούτε κλέφτη ή δραπέτη, μα είδα πως δεν
αστειευόταν: Εμένα ήθελε να πιάσει. “Ακολούθα με!…”. “Μα γιατί;” ρώτησα
συγκρατημένα…
Έδεσε μονομιάς τ’ αριστερό μου χέρι στον καρπό με μια λεπτή αλυσίδα και στη
στιγμή κατάλαβα πως ήμουν πάλι χαμένος. Γύρισα για τελευταία φορά κατά τους
γλάρους που πετούσαν, είδα τον όμορφο γκρίζο ουρανό κι έκανα να πέσω με ξαφνική
στροφή στη θάλασσα, γιατί μου φάνηκε προτιμότερο να πνιγώ με τη θέληση μου σ’
αυτή τη βρώμικη πήχτρα, παρά να με στραγγαλίσουν οι λοχίες σε κάποιο κρατητήριο
ή να με ξαναφυλακίσουν. Μα ο πολιτσμάνος τινάζοντας με απότομα με τράβηξε τόσο
κοντά, που ήταν αδύνατο να ξεφύγω. “Μα γιατί;” ρώτησα πάλι. “Ο νόμος διατάζει να
είσαι-ευτυχισμένος!”. “Είμαι ευτυχισμένος”, φώναξα. “Το λυπημένο σου πρόσωπο;”
κούνησε το κεφάλι. “Μα ο νόμος αυτός είναι καινούριος” είπα. “‘Εγινε πριν
τριανταέξι ώρες, και το ξέρεις καλά, πως κάθε νόμος ισχύει σαν περάσουν
εικοσιτέσσερες ώρες από τη δημοσίευση του.” “Μα δεν έχω ιδέα.” “Καμιά
δικαιολογία! Από προχτές το ‘λεγαν όλα τα μεγάφωνα κι όλες οι εφημερίδες, και σε
κείνους”, εδώ με κοίταξε περιφρονητικά, “και σε κείνους που δε φτάνει η ευλογία
ούτε της εφημερίδας ούτε του ραδιοφώνου, το ‘καναν γνωστό οι προκηρύξεις που
σκορπίστηκαν στους δρόμους όλου του κράτους. Λοιπόν, συνάδερφε, θ’ αποδειχτεί
πού ήσουν τις τελευταίες τριανταέξι ώρες.”
Μ’ έσπρωξε μπροστά. Τώρα για πρώτη φορά
κατάλαβα πως έκανε ψύχρα και πανωφόρι
δεν είχα, τώρα για πρώτη φορά η πείνα μου έφτασε στ’ αποκορύφωμα και
γουργούριζε
στην πύλη του στομαχιού, τώρα για πρώτη φορά κατάλαβα πως ήμουν άπλυτος
κι
αξύριστος και πως υπήρχαν νόμοι, που σύμφωνα μ’ αυτούς έπρεπε κάθε
συνάδερφος να
‘ναι καθαρός, ξυρισμένος, ευτυχισμένος και χορτάτος. Μ’ έσπρωχνε μπροστά
σαν
σκιάχτρο, που έπρεπε ν’ αφήσει τον τόπο των ονείρων του στην όχτη του
χωραφιού,
μια κι η κλοπή ήταν ολοφάνερη. Οι δρόμοι ήταν αδειανοί, η απόσταση για
το τμήμα
κοντινή, κι όσο ένιωθα πως θα ‘βρισκαν σε λίγο πάλι μιαν αιτία να με
φυλακίσουν,
τόσο βάραινε η καρδιά μου, γιατί με περνούσε από μέρη της νιότης μου,
που
σκόπευα να τα επισκεφτώ σαν τέλειωνα την περιδιάβαση του λιμανιού:
κήπους που
ήταν άλλοτε γεμάτοι θάμνους, όμορφους στη φυσική τους αταξία, δρόμους
κατάφυτους· τώρα ήταν όλα σχεδιασμένα, τακτοποιημένα, καθαρά,
τετραγωνισμένα, κανονισμένα
για τους πατριδολατρικούς συλλόγους, που Δευτέρα, Τετάρτη και Σάββατο
έκαναν εδώ
τις παρελάσεις τους. Μονάχα ο ουρανός ήταν σαν τότε, κι ο αέρας, σαν
κείνες τις
μέρες που η καρδιά μου ήταν γεμάτη όνειρα.
…’Οσους ανθρώπους συναντούσαμε τους έπιανε ολοφάνερος ενθουσιασμός, τους
διαπερνούσε το λεπτό ρευστό της εργατικότητας, μάλιστα τόσο περισσότερο, όσο
έβλεπαν τον πολιτσμάνο. Περπατούσαν όλοι γρηγορότερα, έδειχναν φάτσα βουτηγμένη
στο καθήκον, κι οι γυναίκες που έβγαιναν από τα μαγαζιά έβαζαν τα δυνατά τους να
δώσουν έκφραση χαράς στο πρόσωπο τους, εκείνη ακριβώς που περίμεναν απ’ αυτές,
γιατί ήταν διαταγή να εκδηλώνουν χαρά, ζωηρό κέφι στα καθήκοντα της νοικοκυράς,
που θα ‘πρεπε το βράδυ να τονώνει με πλούσιο δείπνο το δουλευτή του κράτους.
Μα όλοι αυτοί οι άνθρωποι λοξοδρομούσαν επιδέξια, έτσι που κανένας τους να μη
βρίσκεται στην ανάγκη να διασταυρώσει μπροστά μας το δρόμο. Στο δρόμο είκοσι
βήματα πριν από μας εξαφανιζόταν κάθε ίχνος ζωής, καθένας βιαζόταν να μπει το
γρηγορότερο σε μαγαζί ή να στρίψει σε γωνία κι άλλοι έμπαιναν ακόμα και σε ξένο
σπίτι και περίμεναν πίσω από την πόρτα έντρομοι, ώσπου να χαθούν τα βήματα μας.
Μονάχα σαν φτάσαμε σε μια διασταύρωση μας συνάντησε ένας ηλικιωμένος, που
φευγαλέα διέκρινα να ‘χει το σήμα του δασκάλου. Δεν το κατάφερε να λοξοδρομήσει
και χαιρετώντας πρώτος αυτός τον πολιτσμάνο κατά τον κανονισμό – χτυπώντας την
παλάμη τρεις φορές στο κούτελο να δείξει την απόλυτη ταπεινότητα του –
προσπάθησε τώρα, για να εκτελέσει τέλεια το καθήκον που του επιβαλλόταν,
προσπάθησε να με φτύσει τρεις φορές στο πρόσωπο και να μ’ εφοδιάσει με την
τιμητική προσφώνηση: “Πουλημένο τομάρι!”. Είχε σκοπεύσει καλά, μα η μέρα είχε
ζεστάνει, ο καταπιόνας του ήταν αναγκαστικά ξερός, γιατί με πέτυχαν μονάχα λίγες
ταλαίπωρες, πες δίχως ουσία πιτσιλιές, που άθελα μου – παρά τον κανονισμό – με
το μανίκι έκανα να τις σκουπίσω. Την ίδια στιγμή ο πολιτσμάνος μου ‘δωσε μια
πίσω και με χτύπησε γροθιά στη μέση της ραχοκοκαλιάς, λέγοντας ατάραχα “βαθμίς
πρώτη”, που τόσα πολλά σήμαινε, όπως μορφή πρώτη της πιο ήπιας ποινής που
επιβάλλει κάθε πολιτσμάνος.
Ο δάσκαλος το ‘βαλε γρήγορα στα πόδια. Οι άλλοι κατάφεραν να λοξοδρομήσουν.
Μονάχα μια γυναίκα που είχε πάρει κιόλας τον καθορισμένο αέρα της πριν από το
βραδινό γλέντι στην ερωτική στρατώνα, μια χλωμή, πρησμένη ξανθή μου ‘στειλε
κλεφτά ένα φιλί και χαμογέλασα με ευγνωμοσύνη. ενώ ο πολιτσμάνος πάλευε να
καμωθεί πως δεν είδε τίποτε. Είναι ορμηνεμένοι να επιτρέπουν σ’ αυτές τις
γυναίκες ελευθερίες που σίγουρα θα στοίχιζαν βαριά τιμωρία σε κάθε συνάδερφο,
γιατί, μιας κι είναι η συμβολή τους πολύ ουσιαστική στην ανύψωση της γενικής
χαράς για εργασία, θεωρείται πως δεν εμπίπτουν στην περιοχή των συνεπειών του
νόμου, μια ομολογία δηλαδή που τη σημασία της τη στιγμάτισε ο καθηγητής της περί
κράτους φιλοσοφίας διδάκτωρ, διδάκτωρ, διδάκτωρ Μπλάιγκετ στο επίσημο περιοδικό
της (περί κράτους) φιλοσοφίας, σαν ένα σημάδι προϊούσας φιλελευθεροποίησης. Το
‘χα διαβάσει την προηγούμενη μέρα πηγαίνοντας για την πρωτεύουσα, σα βρήκα λίγες
σελίδες του περιοδικού στον αναγκαίο* ενός χωριατόσπιτου, που κάποιος φοιτητής –
ίσως παιδί του χωρικού – τις είχε εφοδιάσει με πολύ έξυπνα σχόλια.
Ευτυχώς φτάναμε πια στο σταθμό, γιατί την ίδια στιγμή χτυπούσαν οι σειρήνες κι
αυτό έλεγε πως θα πλημμύριζαν οι δρόμοι από χιλιάδες ανθρώπους με συγκρατημένη
ευτυχία στα πρόσωπα – γιατί ήταν διαταγή σκολώντας τη δουλειά να μην εκδηλώνουν
πολύ μεγάλη χαρά. αφού αυτό θα σήμαινε πως είναι βάρος η δουλειά, αντίθετα
πιάνοντας δουλειά έπρεπε να επικρατεί αλαλαγμός χαράς, αλαλαγμός χαράς και
τραγούδι – κι όλες αυτές οι χιλιάδες θα ‘πρεπε να με φτύσουν. Οπωσδήποτε οι
σειρήνες χτυπούσαν δέκα λεφτά πριν από το βραδινό γλέντι, γιατί καθένας θα
‘πρεπε ν’ αφοσιωθεί επί δέκα λεφτά σε ένα γενικό πλύσιμο, σύμφωνα με το σύνθημα
του τωρινού αρχηγού: ευτυχία και σαπούνι.
Την πύλη για το τμήμα της περιοχής, έναν όγκο μπετόν, τη φρουρούσαν δυο σκοποί,
που περνώντας εγκαινίασαν τη “λήψη” των συνηθισμένων “σωματικών μέτρων”: Με
χτύπησαν με τη λόγχη τους δυνατά στα μηλίγγια, κροτάλισαν την κάννη του
πιστολιού τους πάνω στο κλειδί του ώμου μου. σύμφωνα με το προοίμιο του νόμου
του κράτους. ‘Αρθρο 1: “‘Εκαστον όργανον τάξεως οφείλει να δηλοποιεί εαυτό
επισήμως ως εξουσίαν καθ’ εαυτήν εις πάντα συλλαμβανόμενον (εννοούν
προφυλακιστέο), εξαιρέσει εκείνου, όπερ προβαίνει εις την σύλληψιν, καθ’ όσον
τούτο θέλει μετάσχει της ευτυχίας ταύτης, προβαίνον εις την λήψιν των κατά την
ανάκρισιν απαιτουμένων σωματικών μέτρων.” Κι ο ίδιος ο νόμος του Κράτους ‘Άρθρο
1 λέει τα ακόλουθα: “‘Εκαστον όργανον τάξεως δύναται να τιμωρεί, οφείλει να
τιμωρεί πάντα ένοχον παραβάσεως. Εις ουδέν όργανον παρέχεται ελευθερία
εξαιρέσεως εκ της τιμωρίας, αλλά δυνατότης εξαιρέσεως εκ της τιμωρίας”.
Περνούσαμε τώρα ένα μεγάλο, παγερό διάδρομο με μεγάλα παράθυρα. Σε λίγο άνοιξε
αυτόματα μια πόρτα, γιατί στο μεταξύ οι φρουροί είχαν αναφέρει κιόλας την άφιξη
μας, και κείνες τις μέρες που ήταν όλοι ευτυχισμένοι, γενναίοι, ταχτικοί και
καθένας πάλευε να ξοδέψει το καθορισμένο μισό κιλό σαπούνι τη μέρα, κείνες τις
μέρες να φτάνει ένας κρατούμενος ή προφυλακιστέος ήταν πια γεγονός.
Μπήκαμε σε χώρο σχεδόν αδειανό, που είχε μόνο γραφείο με τηλέφωνο και δυο
καθίσματα, εγώ έπρεπε να σταθώ στη μέση, ορθός. Ο πολιτσμάνος έβγαλε το κράνος
και κάθισε.
Επικράτησε πρώτα απόλυτη σιωπή κι απραξία. Έτσι το συνήθιζαν πάντα. Δεν υπάρχει
χειρότερο. Ένιωθα το πρόσωπο μου να καταρρέει ολοένα περισσότερο, ήμουν
κουρασμένος και πεινασμένος κι είχε χαθεί και το τελευταίο ίχνος από κείνη την
ευτυχία της θλίψης, γιατί το ‘ξερα πως ήμουν πια χαμένος.
Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα μπήκε χωρίς να πει λέξη ένας χλωμός ψηλός άντρας με
τη μαυριδερή στολή του προανακριτή. Κάθισε χωρίς να πει λέξη, και κάρφωσε το
βλέμμα πάνω μου. “Επάγγελμα;” “Μονάχα συνάδερφος.” “‘Έτος γεννήσεως;” “Πρώτη
πρώτου του Ένα”, είπα. “Τελευταία ασχολία;” “Κατάδικος.” Ο ένας τους κοίταξε τον
άλλον. “Πότε και από πού απολύθηκες;” “Χτες από το κτίριο 12, κελλί 13.” “Τόπος
προορισμού;” “Για την πρωτεύουσα.” “Χαρτί!”
Έβγαλα από την τσέπη το αποφυλακιστήριο και του το ‘δωσα. Το καρφίτσωσε στην
πράσινη καρτέλλα, που είχε αρχίσει να συμπληρώνει με τα στοιχεία μου.
“Προηγούμενη παράβαση;” “Χαρούμενο πρόσωπο.” Ο ένας τους κοίταξε τον άλλον.
“Εξήγησε!” είπε ο προανακριτής. “Παλιά τράβηξε την προσοχή του πολιτσμάνου το
χαρούμενο πρόσωπο μου, μέρα που είχε διαταχθεί γενικό πένθος. ‘Ηταν η μέρα που
πέθανε ο αρχηγός.” “Διάρκεια ποινής;” “Πέντε.” “Έκτιση;” “Άσχημα.” “Αιτία;”
“Πλημμελής αφοσίωση στην εργασία.” “Αρκετά!”
Ο προανακριτής σηκώθηκε, ήρθε κατά πάνω μου και μ’ ένα χτύπημα μου ‘σπασε
κυριολεκτικά τα τρία μεσαία μπροστινά δόντια, σημάδι πως για λόγους υποτροπής
έπρεπε να στιγματιστώ μ’ αυστηρά μέτρα, που δεν είχα λογαριάσει. Ο προανακριτής
έφυγε και μπήκε μέσα ένας χοντρός τραμπούκος με κατάμαυρη στολή: ο ανακριτής.
Με χτύπησαν όλοι: ο ανακριτής, ο ανώτερος ανακριτής, ο προϊστάμενος ανακριτής, ο
επίτροπος και ο πρόεδρος και μαζί τους ο πολιτσμάνος εξάντλησε τη “λήψη” όλων
των “σωματικών μέτρων”, καθώς ο νόμος πρόσταζε. Και μου ‘ριξαν δέκα χρόνια
φυλακή για το λυπημένο μου πρόσωπο, έτσι ακριβώς όπως πριν πέντε χρόνια μου
είχαν ρίξει πέντε χρόνια φυλακή για το χαρούμενο πρόσωπο μου.
 Αν αντέξω τα επόμενα δέκα χρόνια της ευτυχίας και του σαπουνιού, είμαι αληθινά
αναγκασμένος να φροντίσω να μείνω ολότελα δίχως πρόσωπο.
Μετάφραση Φάνης Τουλούπης, Κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
*Αδήλωτη: (εννοεί πόρνη), πόρνη που δεν έχει δηλώσει στην
αστυνομία την ιδιότητά της
*Αναγκαίο; (ουσ.), το αποχωρητήριο.

Σχόλιο 
Στο διήγημά του ο Γερμανός συγγραφέας καυτηριάζει τον παραλογισμό ενός
ολοκληρωτικού και αυταρχικού καθεστώτος -ανάλογου προς το ναζιστικό καθεστώς-,
που προβαίνοντας σε αυθαιρεσίες απαιτεί την τυφλή και άκριτη υπακοή των πολιτών
και επιβραβεύει την προσποίηση, την παθητική στάση και την παραίτηση από κάθε
αντιστασιακό αγώνα. Ακριβώς όπως συμβαίνει και στο ποίημα του Μπρεχτ, οι
περισσότεροι άνθρωποι συμμορφώνονται απόλυτα στις επιταγές των νόμων,
προσποιούνται ότι τους αρέσουν και δεν εκφράζουν τη διαφωνία ή τη δυσαρέσκειά
τους για την επικείμενη κατάσταση, στραγγαλίζοντας κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και
διαγράφοντας τρομαγμένοι κάθε ηθικό ενδοιασμό.
  (Πηγή)

Μικρή Συμβουλή για την ορθογραφία Νο 6

credit: Μωβ κιμωλία

«Σαν τoν τυφλό μπροστά στoν καθρέφτη ΙΑ’ », Αργύρης Χιόνης

Ω ναι, ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις, 
πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς.
Υπάρχουνε πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους, 
μες στη βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί που για
πάντα 
τους σκέπασε το πουπουλένιο πάπλωμά τους.
Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, 
σ’ ένα κουπάκι του καφέ, σ’ ένα κουτάλι του
γλυκού… 
Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί             
βαθιά πού κοιμούνται, ας είναι γλυκός κι ανόνειρος.
Κι ας είναι ελαφρύ τό νοικοκυριό πού τούς σκεπάζει.

 

«Χαλασμένες γειτονιές», Κοσμάς Χαρπαντίδης – Απαντήσεις

 ⏩⏪⏩⏪⏩⏪⏩⏪⏩⏪⏩⏪⏩⏪⏩⏪⏩⏪⏩⏪⏩
1. 
Γιατί ο συγγραφέας ονομάζει τις συνοικίες
της Καβάλας «χαλασμένες γειτονιές» και γιατί πιστεύει ότι «σύντομα θα μας
εκδικηθεί το παρελθόν»;
Οι συνοικίες της Καβάλας για το συγγραφέα
είναι χαλασμένες, γιατί τις κατέστρεψε η πρόοδος, η ανάπτυξη και η αξιοποίηση.
Τα μικρά σπίτια με το τοπικό χρώμα 
αντικαταστάθηκαν από τις  θλιβερές
πολυκατοικίες, που χτίστηκαν γρήγορα, πρόχειρα και με μικρό κόστος έτσι, ώστε η
πόλη να προλάβει την ανάπτυξη, σε μια εποχή που οι άλλες

πόλεις είχαν ήδη
αρχίσει να μπαίνουν στην τροχιά της. Είναι «χαλασμένες συνοικίες», γιατί
κατεδαφίστηκε οτιδήποτε είχε δημιουργήσει η έμπνευση και η εμπειρία των ντόπιων
και σβήστηκαν τα χνάρια της τοπικής Ιστορίας. Μέσα σε μια δεκαετία οι ζωντανές
μαρτυρίες της παράδοσης, το τοπικό χρώμα, η αισθητική και η λειτουργικότητα της
πόλης, όλα εκείνα τα στοιχεία που την έκαναν όμορφη, ξεχωριστή και κυρίως  βιώσιμη πόλη εξέλειψαν. Τώρα η Καβάλα  παρουσιάζει μια εικόνα αλλοιωμένη που δεν
έχει κανένα ενδιαφέρον για τους κατοίκους της.
Όμως το παρελθόν θα εκδικηθεί κάποια στιγμή
τους ανθρώπους για όλες αυτές τις παρεμβάσεις και τις αυθαιρεσίες. Η εκδίκηση θα είναι πολυδιάστατη. Θα έχει την μορφή της
ανεργίας, αφού το εμπόριο καπνού, ο θεμέλιος λίθος της οικονομίας της Καβάλας,
παρήκμασε.
Επίσης, η εκδίκηση θα έχει τη μορφή των επίμονων αναμνήσεων
και της νοσταλγίας. Οι κάτοικοι θα θυμούνται τις καλές στιγμές του παρελθόντος
και θα τις συγκρίνουν με το παρόν τους. Θα νοσταλγούν την πόλη που ήταν για να
την περπατάς, να τη θαυμάζεις και να τη χαίρεσαι. Όταν στρέφουν το βλέμμα τους
γύρω τους, δεν θα αναγνωρίζουν σχεδόν τίποτα 
από τη λαϊκή κουλτούρα, την ιστορική κληρονομιά τους, ή από το σκηνικό
των παιδικών παιχνιδιών τους. Η πόλη τους, υπόδειγμα της νέας οικιστικής
αισθητικής, θα είναι πανομοιότυπη με τόσες άλλες.  Και ακόμη χειρότερα, η ζωή σε μια τέτοια
τσιμεντούπολη θα τους επιβαρύνει με ψυχολογικές συνέπειες. Η  νευρικότητα, η υπερένταση, η επιθετικότητα και
το άγχος, που έχουν γίνει ήδη αισθητά στα «φυλακισμένα» παιδιά, θα ενταθούν και
θα εξαπλωθούν.
2. Με ποια σημασία χρησιμοποιεί ο συγγραφέας
τις λέξεις «ανάπτυξη» και «αξιοποίηση»;


Ο Κοσμάς Χαρπαντίδης χρησιμοποιεί τις
λέξεις «ανάπτυξη» και «αξιοποίηση» με ειρωνική διάθεση. Θέλει να απεκδύσει τις
λέξεις από τη θετική τους σημασία και να προβάλει την άλλη τους όψη. Στην
πραγματικότητα, δηλαδή, προφέρει τις λέξεις αυτές απαξιωτικά και είναι
συνώνυμες της κερδοσκοπίας και της εκμετάλλευσης.  Η «ανάπτυξη» και η «αξιοποίηση»
χρησιμοποιούνται συνήθως ως δέλεαρ από επιτήδειους, που θέλουν να κερδίσουν εις
βάρος του κοινού καλού, προκειμένου να πειστεί ο λαός να θυσιάσει βασικά αγαθά
και θεμελιώδη δικαιώματα, για να αποκτήσει τάχα ένα καλύτερο αύριο. Η
αξιοποίηση και η ανάπτυξη συνδέονται κατά κανόνα με την οικονομική πρόοδο και
όχι με την ποιότητα ζωής.
 
Κάτι τέτοιο συνέβη και στην Καβάλα του αφηγήματος. Η ανάπτυξη και η
αξιοποίηση εξαφάνισαν τη γειτονιά, στη θέση της οποίας υψώθηκαν οι μεγάλες,
άχαρες πολυκατοικίες, με κύριο αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό των ανθρώπων σε
σπίτια- φυλακές, την ελλειμματική επικοινωνία μεταξύ τους και  την 
ψυχική τους αποξένωση. Τα μικρά παραδοσιακά σπίτια, που ζωντάνευαν την
ιστορία και το λαϊκό πολιτισμό του τόπου ισοπεδώθηκαν. Οι ιδιαιτερότητες της
περιοχής, που ξυπνούσαν το ενδιαφέρον κάθε επισκέπτη ισοπεδώθηκαν. Οι αλάνες
που αποτελούσαν τόπο συνάντησης και ψυχαγωγίας των παιδιών, συρρικνώθηκαν σε
μια «μικρή γωνιά», η οποία καλείται χωρίς επιτυχία να ικανοποιήσει τη ζωτική
τους ανάγκη για παιχνίδι. Το πράσινο που άλλοτε έδινε ζωντάνια και χρώμα στην
καθημερινότητά τους  περιορίστηκε σε
μερικά ίχνη χλόης. Ο ανοιχτός χώρος, που άφηνε το μάτι να ξεκουραστεί και
άπλωνε μπροστά τους τη θέα του Αιγαίου, οικοπεδοποιήθηκε και ανοικοδομήθηκε. Όλα
παραχώρησαν τη θέση τους  στην κακώς
εννοούμενη ανάπτυξη και αξιοποίηση.

Λιμάνι Καβάλας (1850-1913) (Η φωτογραφία αντλήθηκε από τις  “Σελίδες Ιστορίας και Επιστήμης”)

3.        
Ποια προβλήματα της πόλης αναφέρει ο
συγγραφέας στο απόσπασμα; Σε ποιο δίνει ιδιαίτερη έμφαση;

Το κείμενο αναφέρεται στα προβλήματα που
αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες μεγαλουπόλεις. Οι πολυκατοικίες, ευτελείς και πρόχειρες, μοιάζουν σαν φυλακές. Οι
ένοικοί τους ασφυκτιούν, μαραζώνουν, καταπιέζονται και απομονώνονται. Οι
αστικές συνήθειες, όπως τα κοινόχρηστα, η αντιπαροχή τούς επιβαρύνουν με
επιπλέον άγχος και προβληματισμό. Η προχειρότητα και η άναρχη δόμηση αφήνουν
ανικανοποίητες τις αισθητικές τους ανάγκες.
Το φυσικό περιβάλλον κακοποιήθηκε από τις
αυθαιρεσίες των εκσυγχρονιστών και των κερδοσκόπων. Ακόμη  και εμπρησμοί των δασών καταγράφονται με
σκοπό την οικοπεδοποίηση. Η έλλειψη πράσινου και ελεύθερων χώρων ψυχαγωγίας,
για να παίζουν τα παιδιά, τους στερεί τη χαρά του παιχνιδιού, την ανεμελιά και
την ομαδικότητα, την αίσθηση ελευθερίας.
 Από
όλα τα παραπάνω, ο Χαρπαντίδης δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην έλλειψη χώρων
παιδικής αναψυχής, αφού και αυτός όταν ήταν παιδί αναζητούσε τόπους, για να
παίξει και μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει να μην έχεις ανοιχτό χώρο για ξέγνοιαστο
παιχνίδι και μάλιστα μέσα στη φύση. Ένας επιπλέον λόγος, για τον οποίο
τοποθετεί στην κορυφή των προβλημάτων την έλλειψη χώρων παιδικής αναψυχής,  είναι αυτό που τώρα συνειδητοποιεί ο
συγγραφέας παρατηρώντας τα παιδιά της σύγχρονης Καβάλας να παίζουν. Βλέπει την
αρνητική επενέργεια της «μοντέρνας» πόλης στον ψυχισμό τους. Τα παιδιά δεν
χαλαρώνουν, δεν εκτονώνονται δημιουργικά με το παιχνίδι, αλλά γίνονται νευρικά
και επιθετικά.
4.      Βρίσκεστε κι εσείς στην ηλικία των
«φυλακισμένων» παιδιών που περιγράφει ο συγγραφέας. Γράψτε ένα κείμενο, το οποίο
να εκθέτει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζετε εσείς στην πόλη, όπου ζείτε. Αν
ζείτε σε κωμόπολη ή χωριό, γράψτε ποια είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν
τα παιδιά που μεγαλώνουν σε πόλεις
.
 [… Ανήκω
στην θεωρητικά προνομιούχα γενιά, που ζει σε μια μεγάλη πόλη, σαν κι αυτή που
ονειρεύτηκαν οι γονείς μου, όταν αποφάσισαν να αναζητήσουν την τύχη τους μακριά
από τη μικρή τους κωμόπολη, αλλά και σαν κι αυτή που ονειρεύονται πολλοί φίλοι
μου από τον τόπο καταγωγής των γονιών μου. Έχω λοιπόν τη δυνατότητα εύκολης και
γρήγορης μετακίνησης, το σχολείο μου απέχει μόλις λίγα μέτρα από το σπίτι, Έχω
άμεση πρόσβαση σε οποιοδήποτε χώρο ψυχαγωγίας, άθλησης, σε οποιαδήποτε
βιβλιοθήκη ή πολιτιστικό κέντρο θα μπορούσε να μού προσφέρει κάτι. Έχω
απεριόριστες δυνατότητες επιλογής απασχόλησης για τον ελεύθερό μου χρόνο.
Κι όμως, 
κάθε καλοκαίρι, που επισκέπτομαι την περιφέρεια, πιάνω τον εαυτό μου να
ζηλεύει τους συνομήλικούς μου. Συχνά αισθάνομαι ότι εκείνοι είναι οι
προνομιούχοι και όχι εγώ. Εμείς, τα παιδιά της «τσιμεντούπολης», αντιμετωπίζουμε
αρκετά προβλήματα. Είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε σε διαμερίσματα – φυλακές, που
τυπικά έχουν όλες τις ανέσεις, αλλά ουσιαστικά είναι περιορισμένα σε χώρο
γεωμετρικά καθορισμένο και αυστηρά προδιαγεγραμμένο. Αυτό περιορίζει τις
ελευθερίες μας και  καθορίζει ακόμη και
τα παιχνίδια μας, που είναι συνήθως μοναχικά, μπροστά σε μια οθόνη υπολογιστή ή
τηλεόρασης. Από την άλλη μεριά, δεν κάνουμε εύκολα παρέες με άλλα παιδιά, είτε
από φόβο προς τον διπλανό μας είτε λόγω έλλειψης ελεύθερου χρόνου.
Η γειτονιά, που προϋποθέτει την πολύχρονη
φιλία μεταξύ των ανθρώπων, αποτελεί παρελθόν, αφού αρκετούς από τους ενοίκους
της πολυκατοικίας μας δεν τους γνωρίζουμε και, το σπουδαιότερο, δεν επιδιώκουμε
να τους προσεγγίσουμε. Η αυξημένη εγκληματικότητα μάς αναγκάζει από μικροί να
στοιβαζόμαστε σε παιδότοπους ή σε μικρές παιδικές χαρές ή στην καλύτερη
περίπτωση στο πλησιέστερο γήπεδο  έτσι,
ώστε να μπορέσουμε να χαρούμε το παιχνίδι και την επικοινωνία . Το πράσινο και
την εξοχή μάταια προσπαθούμε να υποκαταστήσουμε με μια βόλτα στο πάρκο ή τις
γλάστρες, που με τόση νοικοκυροσύνη και αφοσίωση φροντίζει ο πατέρας μου
στο…μπαλκόνι. Ο  καθαρός αέρας είναι ένα
τάμα, που μας κάνει ο πατέρας μου κάθε Σαββατοκύριακο στις σύντομές μας
αποδράσεις. Όσο πιο μακριά από την πόλη μας ταξιδεύουμε, τόσο πιο κερδισμένοι
νιώθουμε. Δεν είναι υπερβολή, αλλά ακόμα και την ανατολή και δύση του ηλίου δεν
μπορούμε να την απολαύσουμε και αντιλαμβανόμαστε τις εποχές, πρώτα ημερολογιακά
και μετά με τις αισθήσεις μας.
Αγαπώ την πόλη μου, αλλά την ονειρεύομαι πραγματικά
εξελιγμένη. Σκέφτομαι ότι, αν μπορούσαμε να συνδυάσουμε τα προνόμια της πόλης
με τα αγαθά της φύσης, θα ζούσαμε σε ιδανική πολιτεία… ]

Βάνα Δουληγέρη




Η Ελληνική Ιστορία οπτικοποιημένη από την αρχαιότητα μέχρι και τα 2016

Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com