Επιρρηματικοί προσδιορισμοί -Πίνακας

 

 

 

 

 

Οι πιο βασικές επιρρηματικές έννοιες (δηλαδή οι πιο συνηθισμένες πληροφορίες, που μπορεί να μας δίνει για το ρήμα ένας επιρρηματικός προσδιορισμός)  είναι:

αιτία
τρόπος/ μέσο/ όργανο
σκοπός
ποσό
τόπος

ό,τι δηλώνουν, δηλαδή, τα επιρρήματα.  👫

Συνέχεια ανάγνωσης

Όσο μπορείς, : ταινία μικρού μήκους, εμπνευσμένη από το ομότιτλο ποίημα



Η ταινία   σε σενάριο Σοφίας Βγενοπούλου και σκηνοθεσία Γρηγόρη Ρέντη είναι μια παραγωγή του Αρχείου Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση. Για τα γυρίσματα επιλέχθηκε το Διαπολιτισμικό Γυμνάσιο Αθηνών.
Το «Όσο μπορείς» είναι εμπνευσμένο από το ομότιτλο ποίημα του Κ. Π. Καβάφη.

«Ασκήσεις ύφους», Ρεϊμόν Κενό (Raymond Queneau)

Ρεϊμόν Κενό:   «Ασκήσεις ύφους»
Στο μοναδικό και απολαυστικό αυτό βιβλίο ο Γάλλος συγγραφέας, Ρεϊμόν Κενό,  θέλησε να αναδείξει  τους πολλούς τρόπους, με τους οποίους είναι δυνατόν να αφηγηθεί κανείς ένα περιστατικό της καθημερινής ζωής.
Ακόμη και το πιο ασήμαντο και αδιάφορο συμβάν μπορεί να περιγραφεί με ποικίλους τρόπους και με την κατάλληλη χρήση της γλώσσας να χρωματιστεί υφολογικά με ποικίλες αποχρώσεις. Έγραψε, λοιπόν, την ίδια σύντομη ιστορία  σε ενενήντα εννέα(!) διαφορετικές παραλλαγές.

Το νόημα της ιστορίας, τα πρόσωπα, το γεγονός παραμένουν ίδια και απαράλλακτα. Η γλώσσα όμως αξιοποιείται με ξεχωριστό κάθε φορά τρόπο και επομένως το ύφος της αφήγησης ποικίλλει, αφού γλώσσα και ύφος είναι συνυφασμένα. Φυσικά, ο τρόπος που επιλέγει κανείς να αναδομήσει ένα συμβάν ή μια ιστορία δεν αναδεικνύει μόνο διαφορετικές πτυχές της ιστορίας αλλά  και τις διαφορετικές πτυχές του χαρακτήρα του προσώπου  που περιγράφει, του αφηγητή, την οπτική του, τις εμπειρίες του, ακόμη και την ιδεολογία του.  Απολαύστε το σπουδαίο αυτό κείμενο σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη.

 

 

2+2=5. Έχει κανείς αντίρρηση;


“12410 και 1 Τριαντάφυλλα”- Η εξέγερση του Πολυτεχνείου μέσα από την αφήγηση ενός γάτου

Ένας γάτος αφηγείται την εξέγερση των φοιτητών κατά της δικτατορίας των Συνταγματαρχών.


Το μικρού μήκους ταινιάκι «12.410 και 1 τριαντάφυλλα» είναι δημιούργημα του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Ιορδάνη Ανανιάδη. Απευθύνεται  σε παιδιά κι ενήλικες και  προβλήθηκε για πρώτη φορά στην  ET1 στην επέτειο της εξέγερσης του 2010. Έτσι εξηγείται  και ο τίτλος του, καθώς από το 1973 μέχρι το 2010 είχαν μεσολαβήσει 12.410 ημέρες. Ο γάτος ψηλαφεί το αίσθημα εκείνης της νύχτας. Μιας νύχτας, «όπου συγκρούονταν οι ιδέες με τα όπλα της εξουσίας, τον φόβο, τη βία και τη σιωπή»…

“Τα κορίτσια της βροχής”: Οι γυναίκες στους πολιτικούς αγώνες: Ένα ντοκιμαντέρ της Αλίντας Δημητρίου

Γυναίκες, οι οποίες συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν κατά τη διάρκεια της χούντας εξομολογούνται…


Το ντοκιμαντέρ “Τα κορίτσια της βροχής” ολοκληρώνει την τριλογία της Αλίντας Δημητρίου για τις γυναίκες των πολιτικών

αγώνων στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα.  Τα προηγούμενα μέρη: “Πουλιά στο Βάλτο” και η  “Η Ζωή στους Βράχους”) καταγράφουν και διασώζουν  ένα πολύ σημαντικό και ακόμη ανεξερεύνητο κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας και.

 Απόσπασμα από  συνέντευξη της σκηνοθέτιδας στο Βήμα τον Ιανουάριο του 2012:
”  Αγαπώ…

Με πάθος τη δουλειά που έκανα: τις τρεις ταινίες – τριλογία – για την
ενεργό δράση των γυναικών στους πολιτικούς αγώνες (Εθνική Αντίσταση,
Εµφύλιος, Χούντα). Προσπάθησα – όσο µπορούσα – να µην απογοητεύσω καµία
από τις γυναίκες που µου εµπιστεύτηκαν τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους.
Ηταν όλες παιδιά, κοριτσάκια, είκοσι χρόνων. Και όταν είσαι είκοσι
χρόνων δεν φοβάσαι, τα παίζεις όλα για όλα· αυτές τα έδωσαν όλα και δεν
ζήτησαν ποτέ τίποτα, µα τίποτα. Οταν ρώτησα µία γυναίκα µε τι
ανταµείφθηκε για τους αγώνες της, µου απάντησε ότι η πολιτεία της έδωσε
την ευχή της.”

“Ερωτευμένος και μη”, Mario Benedetti

Όταν κάποιος ερωτεύεται οι συντροφιές
του χρόνου κάνουν στάση στη λήθη

η μιζέρια με θαύματα γεμίζει
ο φόβος μεταμορφώνεται σε τόλμη
κι ο θάνατος δεν βγαίνει απ’ τη σπηλιά του
να ερωτεύεσαι είναι ένας οιωνός δωρεάν
ένα ανοιχτό παράθυρο στο νέο δέντρο
ένα ανδραγάθημα των συναισθημάτων
μια καλοσύνη σχεδόν ανυπόφορη
μια εξάσκηση κόντρα στην αναποδιά της τύχης
αντίθετα το να πάψεις να είσαι ερωτευμένος
είναι να βλέπεις το σώμα όπως είναι και όχι
όπως το άλλο βλέμμα το επινοούσε
είναι να επιστρέφεις πιο φτωχός στο παλιό αίνιγμα
και να συναντιέσαι με τη θλίψη στον καθρέφτη.

(Μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας) Πηγή: Θράκα

“Υπεράσπιση της χαράς”, Mario Benedetti

ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Να υπερασπιστούμε τη χαρά σαν να ‘ναι οχυρό
να την υπερασπιστούμε από τα σκάνδαλα και τη ρουτίνα
από τη μιζέρια και τους μίζερους
από τις προσωρινές και οριστικές απουσίες

να υπερασπιστούμε τη χαρά σαν αρχή
να την υπερασπιστούμε από την έκπληξη και τους εφιάλτες
από τους ουδέτερους και τα νετρόνια
από τις γλυκές ατιμώσεις
και τις άσχημες διαγνώσεις

να υπερασπιστούμε τη χαρά σαν σημαία
να την υπερασπιστούμε απ’ την αστραπή και τη μελαγχολία
από τους αφελείς και τους απατεώνες
από τη ρητορεία και τις καρδιακές προσβολές
από τις επιδημίες και τις ακαδημίες

να υπερασπιστούμε τη χαρά σαν πεπρωμένο
να την υπερασπιστούμε απ’ τη φωτιά και τους πυροσβέστες
από όσους αυτοκτονούν και τους εγκληματίες
από τις διακοπές και την εξάντληση
από την υποχρέωση να είμαστε χαρούμενοι

να υπερασπιστούμε τη χαρά σαν βεβαιότητα
να την υπερασπιστούμε απ’ τη βρωμιά και την οξείδωση
από τη φημισμένη σκουριά του χρόνου
από την υγρασία και τον καιροσκοπισμό
από τους μαστροπούς και το χαμόγελο

να υπερασπιστούμε τη χαρά σαν να ‘ναι δικαίωμα
να την υπερασπιστούμε απ’ τον θεό και τον χειμώνα
από τα κεφαλαία γράμματα και από τον θάνατο
από τα επώνυμα και τα κρίματα της τύχης
και επίσης από την ίδια τη χαρά.

  (Μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας) Πηγή: Θράκα

 

Καταγωγή και Ανάπτυξη των γλωσσών

Πώς αλλάζουν, εξελίσσονται και συμπλέκονται οι γλώσσες του κόσμου;


 
Δείτε το βίντεο στο you tube και στις Ρυθμίσεις επιλέξτε αυτόματη μετάφραση
Συνέχεια ανάγνωσης

«Η Μόμο», Μίχαελ Εντε

Κάποια μέρα ανάμεσα στους ανθρώπους της γειτονιάς διαδόθηκε πως
κάποιος κατοικούσε τώρα τελευταία στα χαλάσματα. Ήταν, λέει, ένα παιδί
μάλλον κοριτσάκι. Κανένας όμως δεν μπορούσε να πει τίποτα με ακρίβεια
γιατί τα ρούχα της ήταν κάπως παράξενα. Τη λέγανε Μόμο ή κάπως έτσι.
Και πραγματικά, η εξωτερική εμφάνιση της
Μόμο ήταν λιγάκι παράξενη και μπορούσε να τρομάξει τους ανθρώπους που
δίνανε μεγάλη σημασία στην καθαριότητα και την τάξη. Ήταν κοντούλα,
λεπτούλα, έτσι που ήταν αδύνατο να πεις αν ήταν οκτώ χρονών ή δώδεκα.
Στο κεφάλι φύτρωναν αναμαλλιασμένες μπούκλες, μαύρες σαν πίσσα, που
δείχνανε να μην τις είχε αγγίξει ποτέ ούτε χτένα ούτε και ψαλίδι. Είχε
πολύ μεγάλα, πανέμορφα μάτια κι αυτά μαύρα σαν την πίσσα και πόδια στο
ίδιο χρώμα γιατί γύριζε πάντα ξυπόλητη. Τον χειμώνα μόνο έβαζε καμιά
φορά παπούτσια, αλλά κια υτά ήταν παράταιρα και της πέφτανε πολύ μεγάλα.
Κι αυτό γιατί τίποτα απ αυτά που είχε η Μόμο δεν ήταν δικό της. Ή τα
είχε βρει κάπου ή της τα είχε χαρίσει κάποιος. Η φούστα της ήταν
καμωμένη από διάφορα παρδαλά κουρέλια και της έφτανε ως τον αστράγαλο.
Από πάνω φορούσε ένα παλιό, πολύ μεγάλο της, αντρικό σακάκι, με μανίκια
διπλωμένα στον καρπό. Η Μόμο δεν ήθελε να τα κόψει γιατί σκεφτόταν πολύ
προνοητικά πως θα μεγάλωνε. Και ποιός μπορούσε να ξέρει αν θα ξανάβρισκε
ποτέ ένα τόσο ωραίο και πρακτικό σακάκι με τόσες πολλές τσέπες;
Κάτω από τη χορταριασμένη σκηνή του
ερειπωμένου θεάτρου υπήρχαν μερικές μισογκρεμισμένες καμαρούλες, που
μπορούσες να τις φτάσεις μέσα από μια τρύπα στον εξωτερικό τοίχο. Η Μόμο
είχε φτιάξει εκεί το σπιτικό της.
Κάποιο μεσημέρι μερικοί άντρες και
γυναίκες της γειτονιάς ήρθαν να τη βρουν και προσπάθησαν να της πάρουν
λόγια. Η Μόμο στεκόταν και τους κοίταζε τρομαγμένη γιατί φοβόταν πως οι
άνθρωποι αυτοί θα τη διώχνανε. Δεν άργησε όμως να καταλάβει πως οι
άνθρωποι είχαν έρθει με φιλικές διαθέσεις. Ήταν και οι ίδιοι φτωχοί και
ξέρανε πολλά για τη ζωή.
-Σ’αρέσει λοιπόν εδώ; ρώτησε ένας άνδρας.
-Ναι, αποκρίθηκε η Μόμο.
-Και θέλεις να μείνεις εδώ;
-Ναι, πολύ.
-Μα δεν σε περιμένει κανένας;
-Όχι.
-Θέλω δηλαδή να πω, δεν πρέπει να πας στο σπίτι σου;
-Το σπίτι μου είναι εδώ, βεβαίωσε γοργά η Μόμο.
-Κι από πού έρχεσαι παιδί μου;
 Η Μόμο έκανε μια αόριστη χειρονομία, δείχνοντας πως ερχόταν από κάπου μακριά.
-Και ποιοί είναι οι γονείς σου; συνέχισε να τη ρωτάει ο άνθρωπος.
Το παιδί τον κοίταξε με αμηχανία,
κοίταξε και τους άλλους και ανασήκωσε τους ώμους του. Οι άνθρωποι
αντάλλαξαν ματιές κι αναστέναξαν.
-Μη φοβάσαι, συνέχισε ο άνθρωπος, δε θέλουμε να σε διώξουμε. Θέλουμε να σε βοηθήσουμε.
Η Μόμο κούνησε αμίλητη το κεφάλι της, δεν έδειχνε όμως να είχε τελείως πειστεί.
-Είπες πως σε λένε Μόμο;
-Ναι.
-Είναι ένα όμορφο όνομα, αλλά δεν το έχω ξανακούσει. Ποιός σου έδωσε αυτό το όνομα;
-Εγώ, είπε η Μόμο.
-Εβγαλες έτσι η ίδια τον εαυτό σου;
-Ναι.
-Και πότε γεννήθηκες;
Η Μόμο το σκέφτηκε και στο τέλος είπε:
-Όσο θυμάμαι υπήρχα από πάντοτε.
-Δεν έχεις καμιά θεία, κανένα θείο, καμιά γιαγιά, τέλος πάντων, κάποια οικογένεια όπου θα μπορούσες να πας;
Η Μόμο κοίταξε μονάχα τον άνθρωπο και για λίγο δε μίλησε. Έπειτα μουρμούρισε:
-Εδώ είναι το σπίτι μου.
-Ας είναι, έκανε ο άνθρωπος, είσαι παιδί ακόμα. Πόσων χρονών είσαι;
-Εκατό, είπε διστακτικά η Μόμο.
Οι άνθρωποι γέλασαν γιατί το πήραν για αστείο.
-Σοβαρά, πόσο είσαι;
-Εκατό δύο, απάντησε η Μόμο με ακόμα λιγότερη σιγουριά.
Πέρασε κάμποση ώρα ώσπου να καταλάβουν
οι άνθρωποι πως το παιδί ήξερε μονάχα μερικούς αριθμούς που κάπου είχε
ακούσει, αλλά πως γι’ αυτήν δεν σήμαιναν κάτι το συγκεκριμένο, γιατί δεν
είχε μάθει ποτέ της να μετράει.
-Άκου δω, είπε ο άνθρωπος αφού
συμβουλεύτηκε τους άλλους, συμφωνείς να το πούμε στην αστυνομία πως
είσαι εδώ; Τότε θα σε πάνε σε κάποιο ίδρυμα όπου θα σου δίνουν να τρως
και θα έχεις και το κρεβάτι σου κι όπου θα μάθεις να μετράς, να
διαβάζεις και να γράφεις και πολλά άλλα ακόμα. Τι λες για αυτό;
Η Μόμο τον κοίταξε τρομοκρατημένη.
-Όχι, μουρμούρισε, δε θέλω να πάω.
Ήμουνα εκεί κάποτε. Είχε κι άλλα παιδιά εκεί. Είχαν κάγκελα στα
παράθυρα. Κάθε μέρα έπεφτε ξύλο, πάντα άδικα. Πήδηξα λοιπόν νύχτα τον
τοίχο και το’ σκασα. Δε θέλω να ξαναπάω πίσω.
-Σε καταλαβαίνω, είπε ένας γέρος και
κούνησε το κεφάλι του. Και οι άλλοι το καταλάβαιναν και κείνοι και
κούνησαν τα κεφάλια τους.
-Ας είναι, είπε μια γυναίκα, είσαι όμως μικρή ακόμα. Πρέπει να σε φροντίζει κάποιος.
-Εγώ, είπε ξαλαφρωμένη η Μόμο.
-Θα τα καταφέρεις; ρώτησε η γυναίκα.
Η Μόμο έμεινε για λίγο σιωπηλή κι έπειτα είπε με σιγανή φωνή:
-Δε μου χρειάζονται πολλά.
Και πάλι κοιτάχτηκαν οι άνθρωποι, αναστέναξαν και κούνησαν τα κεφάλια τους.
-Ξέρεις Μόμο, άρχισε να λέει πάλι
εκείνος ο άνθρωπος που είχε μιλήσει πρώτος, λέμε πως θα μπορούσες να
βολευτείς σε κάποιον από μας. Εχουμε βέβαια πολύ λίγο χώρο όλοι μας και
οι πιο πολλοί έχουν κιόλας ένα σωρό παιδιά, που πρέπει να ταίσουνε,
νομίζουμε όμως πως ένα παραπάνω δεν έχει καμιά σημασία. Πως το βλέπεις
αυτό;
-Ευχαριστώ, είπε η Μόμο και χαμογέλασε για πρώτη φορά, σας ευχαριστώ πολύ. Δε θα’ταν όμως πιο απλό να μ’ αφήσετε να μείνω εδώ;

Οι άνθρωποι συσκέφτηκαν για κάμποση ώρα,
είπανε αυτό και κείνο, στο τέλος όμως συμφώνησαν. Γιατί, πίστευαν πως
το παιδί θα μπορούσε να καθίσει εδώ το ίδιο καλά όπως σε κάποιον απ’
αυτούς και θα φρόντιζαν τη Μόμο ομαδικά, γιατί θα ήταν πολύ πιο απλό για
όλους μαζί παρά για έναν μόνο Βάλθηκαν λοιπόν να συγυρίζουν αμέσως τη
μισογκρεμισμένη πέτρινη καμαρούλα, όπου είχε στήσει το σπιτικό της η
Μόμο και να την επιδιορθώσουν όσο γινόταν. Ένας απ΄αυτούς που ήταν
χτίστης, έχτισε μάλιστα ένα πέτρινο τζάκι. Κάπου βρέθηκε κι ένα
σκουριασμένο μπουρί. Ένας γέρος μαραγκός έφτιαξε στα γρήγορα με κάτι
σανίδια από κάσες ένα τραπεζάκι και δυο καρέκλες. Και οι γυναίκες φέρανε
ένα άχρηστο, στολισμένο με έλικες, σιδεροκρέβατο, ένα στρώμα που ήταν
μόνο λιγάκι σχισμένο και δυο κουβέρτες. Η πέτρινη τρύπα κάτω από τη
σκηνή του ερειπωμένου θεάτρου έγινε ένα άνετο δωματιάκι. Ο χτίστης, που
ήταν και λιγάκι καλλιτέχνης, ζωγράφισε στο τέλος έναν όμορφο πίνακα με
λουλούδια πάνω στον τοίχο. Ζωγράφισε ακόμα και την κορνίζα και το καρφί
απ’ όπου κρεμόταν ο πίνακας.

Κι έπειτα ήρθαν τα παιδιά αυτών των
ανθρώπων κι έφεραν ό,τι μπορούσαν να ξεκόψουν από το φαγητό τους, το ένα
λίγο τυρί, το άλλο μια κόρα ψωμί, το τρίτο μερικά φρούτα και πάει
λέγοντας. Κι επειδή τα παιδιά ήταν πάρα πολλά, μαζεύτηκαν εκείνο το
βράδυ τόσα, που μπόρεσαν να γιορτάσουν όλα μαζί την εγκατάσταση της
Μόμο. Ήταν μια όμορφη γιορτή όπως ξέρουν να γιορτάζουν μονάχα οι φτωχοί.
Κι έτσι άρχισε η φιλία ανάμεσα στη μικρή Μόμο και τους ανθρώπους
 «Η Μόμο» του Μίχαελ Εντε (απόσπασμα)


Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com