Νεκρή ζώνη, ‘Αρης Αλεξάνδρου

Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεχτικός,
όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά
τραυματισμένο που κουβαλάς
στον ώμο.
Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα
μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων
μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα.
Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια
κι όσο μπορείς μη σκύβεις
για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα.
Βάδιζε πάντα σταθερά
σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις
πριν σταματήσει η καρδιά του.
Να εκμεταλλεύεσαι
κάθε λάμψη απ’ τις ριπές των πολυβόλων
για να κρατάς σωστόν τον προσανατολισμό σου
πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων.
Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις
σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού
εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου.
Προς το παρόν, νά ‘σαι πολύ προσεχτικός
όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν μελλοθάνατο
που κουβαλάς στον ώμο.

 

«Αν σου πω σ’ αγαπώ, τι θα κάνεις;», Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής

Πέντε έξι βάρκες κυλούσανε στη Μικρή Πρέσπα. Σκοτάδι πίσσα.
Κάποιο καθυστερημένο πολυβόλο μιλούσε για θάνατο μέσα στη νύχτα.

Δεν τους ένοιαζε που κάνανε φασαρία, που χτυπούσανε τα κουπιά στο νερό. Ήταν
και τα βογκητά, που δεν μπορούσαν να τα σταματήσουν. Ήταν κι από κάποια ξαφνική
φωνή, ουρλιαχτό, γυναίκα ή άντρας. Γεμάτες οι βάρκες τραυματίες.
Στη βάρκα του Λίνου τέσσερις λαβωμένοι κι ανάμεσα τους η Βάσω, πιο βαριά.
Η Βάσω!… Ψηλή, ξανθιά, όμορφη κι όλο γελούσε. Για να δεις πράγματα:
γελούσε! Φλερτάριζε κιόλας κι ας είχε ανάπηρο σύντροφο. Φλερτάριζε, που
γελούσε, δηλαδή… Αυτή ήταν όλη κι όλη η αμαρτία της.
Στη Γιουγκοσλαβία, στο χωριό Μπούλκες όπου είχαν συγκεντρωθεί οι πολιτικοί
πρόσφυγες το 1945, της κάνανε κριτική για τη στάση της εκείνη κι η Βάσω σηκωνότανε
κι έκανε αυτοκριτική με το κεφάλι σκυφτό, τέτοια αυτοκριτική που έλεγες πως δε
θα σκάσει ποτέ πια το χείλι της! Η πονηρή! Τα πράσινα μάτια της είχαν μια
ειρωνεία που έσφαζε.
Τώρα τραυματισμένη στη βάρκα από τη μάχη στο Μαλιμάδι. Και παντού, σ’ όλες τις
βάρκες κοπελιές λαβωμένες. Ήταν από ένα τάγμα όλο κορίτσια δεκαοχτώ με είκοσι
πέντε χρονών. Και πολλές από τη Νάουσα που ‘χαν ανέβει στο βουνό μετά την
αντάρτικη επίθεση. Να, μια από αυτές τις κοπέλες ή δεν ήξερε πως όταν ρίξει με
το πάτζερ πρέπει να κοιτάξει πίσω της να δει αν υπάρχει εμπόδιο, ή τρόμαξε και
βιάστηκε να πατήσει τη σκανδάλη… Αν γίνει αυτό, μπορεί να χτυπηθείς εσύ ο
ίδιος, ή να σκοτώσεις κανένα από τους δικούς σου, γιατί αν τα αέρια βρούνε
εμπόδιο γυρνάνε πίσω σαν λάβα και σε καίνε.
Μια φωτοβολίδα άστραψε ξαφνικά πάνω από τα κεφάλια τους και του Λίνου του
φάνηκε πως τα μάτια της Βάσως γελούσαν. Ειρωνικά.
«Αν σου πω σ’ αγαπώ, τι θα κάνεις;»
Ο Λίνος έσκυψε πάνω της, στο σκοτάδι.
«Βάσω!…»
Γύρισε τα μάτια της και τον κοίταξε. Τον αναγνώρισε;
«Θα γίνεις καλά, θα δεις…»
Σαχλαμάρες!… Τι, θα γίνει καλά…
Η Βάσω είχε καρφώσει τα μάτια της πάνω του, αλλά σα να μην τον έβλεπε, σα να
κοίταγε κάπου πέρα, ή κάπου πριν…
Εκεί, στο Μπούλκες παίζανε τα «γράμματα». Να, είναι ένα παιχνίδι που γράφεις
μόνο το πρώτο γράμμα μιας φράσης και τα όμοιά του, και αντί για τ’ άλλα βάζεις
παύλες και ο συμπαίχτης πρέπει να μαντέψει ποια είναι τ’ άλλα γράμματα και τι
λέει η φράση.
Στο παιχνίδι η Βάσω έβαζε και φράσεις ερωτικές!
«Α- … -α-α … -α-α…».
Ο Λίνος το ‘χε βρει: «αν σου πω σ’ αγαπώ τι θα κάνεις;»
Γίνονται, τώρα, τέτοια πράματα στο Μπούλκες; Ξεσπιτωμένοι, προδομένοι,
πικραμένοι, ξεριζωμένοι κι η Βάσω με τις αγάπες!
Άστραψε κάπου πιο κοντά μια φωτοβολίδα κι είδε το πρόσωπό της. Την είχαν
κάψει τα αέρια από το πάτζερ της Ναουσιώτισσας. Του φάνηκε σαν εφιάλτης, θεέ
μου, τι πρόσωπο!…
Κάποιος από τους τραυματίες βόγκηξε μέσα στη βάρκα. Ο άλλος δεν ακουγότανε
καθόλου. Ο σύντροφός του τράβαγε κουπί, χωρίς να προσέχει να μην κάνει θόρυβο.
Πότε – πότε καμιά ριπή πολυβόλου γάζωνε το μαύρο πανί της λίμνης, στα τυφλά.
Βγήκε ξαφνικά και το φεγγάρι, που καλύτερα να μην έβγαινε, γιατί τώρα έβλεπε
καθαρά το πρόσωπο της Βάσως. Εκείνη γύρισε τα μάτια της κατά πάνω του και
ψιθύρισε.
«Αν σου πω σ’ αγαπώ, τι θα κάνεις;»
«Θα γίνεις καλά, Βάσω!…»
Εκείνη γύρισε αργά – αργά το κεφάλι και κοίταξε το νερό. Μαύρο. `Η κόκκινο;
«Να προσέχω», σκέφτηκε ο Λίνος. «Να προσέχω μη μου πέσει στο νερό!»
Μα η Βάσω είχε μια μικρή «μπερέτα».
Την είδε να βγάζει την «μπερέτα» ή δεν την είδε; Άκουσε τον πυροβολισμό ή
δεν τον άκουσε ο Λίνος; Δε θυμάται. Δεν μπορεί να το πει με σιγουριά.
Ήταν, λέει, σαν να κοιμότανε κι έβλεπε όνειρο κι ήταν η Βάσω στο όνειρό του,
η Βάσω όχι η τοτινή αλλά αυτή, η παραμορφωμένη που σταύρωνε τα χέρια της και
τον παρακαλούσε:
«Αν θελήσω να σκοτωθώ μη μ’ εμποδίσεις! Καταλαβαίνεις και μόνος σου, Λίνο,
πως δεν μπορώ να ζήσω έτσι. Σ’ εξορκίζω στην αγάπη που δεν αγαπηθήκαμε, στη
χαρά που δε χαρήκαμε, στη νίκη που δε νικήσαμε, σ’ εξορκίζω Λίνο, μη μ’
εμποδίσεις! Σ’ αυτά που χάσαμε και σ’ αυτά που περιμένουμε, μη μ’ εμποδίσεις!»
Σαν σε όνειρο….
Δεν ήταν σίγουρος αν είδε το χέρι της, αν είδε εκείνο το μαυριδερό πράμα
κοντά στην καρδιά της, αν άκουσε τον πυροβολισμό. Συνήλθε από τη φωνή του
συντρόφου του που τράβαγε κουπί:
«Ε, Λίνο! Τι κάνεις; Δεν την είδες που αυτοκτόνησε;»
Ο Λίνος κοίταξε το σύντροφό του και ψιθύρισε:
«Αν σου πω σ’ αγαπώ, τι θα κάνεις;»
«Να πάρει η οργή», αγανάχτησε ο άλλος. «Τι σας φέρνουνε εδώ, αφού έχετε αδύνατα
νεύρα; Πρόσεχε τους άλλους, μην έχουμε τα ίδια. Πρέπει ν’ τους πάμε στο ορεινό
χειρουργείο, θέλεις, δηλαδή, να φάμε κατσάδα;»
Οι βάρκες, γεμάτες τραυματίες κυλούσαν, βαριές στη Μικρή Πρέσπα…
«Ρε Στάθη, εσύ είσαι;» ακουγότανε η φωνή του σαν λυγμός.
… Αυτά, όταν είχε ησυχία…
1951
Από τη συλλογή «Φιμωμένο φως»
Πηγή: Οι σελίδες του Νίκου Σαραντάκου


Ερωτόκριτος, Βιτσένζος Κορνάρος

Δομή

Το  κείμενο μπορεί να διακριθεί στις εξής ενότητες με κριτήριο το νοηματικό περιεχόμενο:

  1. στ 891-898: Η απόφαση του  Πεζόστρατου   να μιλήσει στο βασιλιά
  2. στ. 899-910: Ανάπτυξη των επιχειρημάτων του Πεζόστρατου / Η αρετή είναι ανώτερη από τον πλούτο και την εξουσία.
  3. στ. 911-919 : Το αίτημα του Πεζόστρατου.
  4. στ. 930-935 : Η αποπομπή του Πεζόστρατου από τον Ηράκλη και η επιβολή ποινών.

 

Με κριτήριο το πρόσωπο που ομιλεί κάθε φορά μπορεί να διαιρεθεί και ως εξής:

  1. στ. 891-898 :  πρώτη παρέμβαση του ποιητή
  2. στ. 899- 910 : ο λόγος του Πεζόστρατου
  3. στ. 911-919 :  δεύτερη παρέμβαση του ποιητή
  4. στ. 920-936 :  ο λόγος του βασιλιά

Συνέχεια ανάγνωσης

Μικρή συμβουλή για την Ορθογραφία Νο 4

credit: Μωβ κιμωλία

Τα πολλά πρόσωπα ενός μυθιστορήματος

Το καθένα έχει τη χάρη του.

Παζλ από την Οδύσσεια


Κάνε κλικ στην εικόνα.

Η κλίση , Χοακίν Χιανούτσι

Ψίθυροι στη σιωπή, Γιώργος Διγαλάκης

Στο βάθος του δρόμου
αστράφτει ένα κομμάτι φουρτουνιασμένης θάλασσας.
Τα ανθρώπινα πράγματα ρέπουν προς την πτώση
ανάμεσα σε κτήρια που ψύχονται και πάλλονται

τούτο το απόγευμα
γύρω από πληκτικές και κουρασμένες συζητήσεις.
Τα χέρια δεν μπορούν να συγκρατήσουν
τα αντικείμενα κι εκεί κάτω,
η θολή γαλάζια τάφρος
είναι μια υπόσχεση διάλυσης και πτώσης.

Μόνο ο άνεμος και το πέταγμα των γλάρων
στερούν από τον ουρανό την ευτυχία
μιας αβλαβούς πτώσης πάνω στην επιφάνεια του νερού.

                                                 Μετάφραση: Στάθης Ιντζές

Οι αναμνήσεις της Κωνσταντίνας από τη Γερμανία, Ά. Ζέη

  
Denis Sarazhin

Α. ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Β. ΑΝΑΛΥΣΗ

Δομή

Το απόσπασμα δομείται σε τέσσερις ενότητες:

α) «Λένε πως άμα πνίγεσαι στη θάλασσα…που το λάτρευα» ►οι πρώτες ημέρες της Κωνσταντίνας στο Άαχεν

β) «Το αγάπησα από τη στιγμή που το είδα…είμαστε έντεκα παιδιά όλα κι όλα» ►η πρώτη επαφή της Κωνσταντίνας με το γερμανικό σχολείο.

γ) «Ευτυχώς που δεν έχω δασκάλα τη μαμά…κατάφερα να έρθω τρίτη» ►ο θαυμασμός της ηρωίδας για τη μητέρα της και η αμφισβήτηση της γιαγιάς της.

δ) «Το γερμανικό σχολείο…..τρία πλην ένα πόσο κάνει. ► η προσαρμογή στο σχολείο και οι νέοι φίλοι

Περιεχόμενο –Τεχνική

Συνέχεια ανάγνωσης

Άσκηση στα παραθετικά επιθέτων

Συμπληρώστε τον ακόλουθο πίνακα:

Ο τρομερός εχθρός, Χόρχε Μπουκάι

       

Μια φορά κι έναν
καιρό, σ’ ένα βασίλειο μακρινό και απομονωμένο, ήταν ένας βασιλιάς που του
άρεσε πολύ η δύναμη της εξουσίας. Όμως, δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το πάθος
του για εξουσία απλώς και μόνο κατέχοντάς την. Είχε και την ανάγκη να τον θαυμάζουν
όλοι για τη δύναμή του.

     
Έτσι, —όπως η μητριά της Χιονάτης, που δεν της έφτανε μόνο να βλέπει την
ομορφιά της—, χρειαζόταν κι αυτός να κοιτάζεται σ’ έναν καθρέφτη, που να του
λέει πόσο δυνατός ήταν. Δεν είχε μαγικούς καθρέφτες, αλλά ένα σωρό αυλικούς και
υπηρέτες, τους οποίους ρωτούσε αν ήταν αυτός ο πιο δυνατός άνδρας του
βασιλείου.
Απαράλλαχτα, όλοι του
απαντούσαν: «Μεγαλειότατε, είσαι πολύ δυνατός, αλλά ξέρεις ότι ο μάγος έχει μια
δύναμη που κανένας άλλος δεν κατέχει. Αυτός γνωρίζει το μέλλον».
Εκείνη την εποχή,
αλχημιστές, φιλοσόφους, στοχαστές, ιερείς και αποκρυφιστές τούς αποκαλούσαν,
γενικά, «μάγους».
Ο βασιλιάς ζήλευε πολύ
το μάγο του βασιλείου, ο οποίος όχι μόνο είχε τη φήμη ανθρώπου καλού και
γενναιόδωρου, αλλά και αγαπητού στο λαό που τον θαύμαζε και γιόρταζε το γεγονός
ότι υπήρχε αυτός ο άνθρωπος και ζούσε εκεί.
Δεν έλεγαν τα ίδια και
για τον βασιλιά. Ίσως επειδή είχε ανάγκη να αποδεικνύει συνεχώς ότι αυτός
κυβερνούσε, ο βασιλιάς δεν ήταν ούτε δίκαιος ούτε αμερόληπτος, και ακόμα
λιγότερο καλός και ευγενικός.
       
Μια μέρα, κουρασμένος να ακούει τον κόσμο να του λέει πόσο δυνατός και αγαπητός
ήταν ο μάγος, ή υποκινούμενος από αυτό το κράμα ζήλειας και φόβου που προκαλεί
ο φθόνος, ο βασιλιάς κατέστρωσε ένα σχέδιο: θα οργάνωνε μια μεγάλη γιορτή, στην
οποία θα προσκαλούσε το μάγο. Μετά το δείπνο, θα ζητούσε την προσοχή όλων. Θα
καλούσε το μάγο στο κέντρο της αίθουσας και, μπροστά στους αυλικούς, θα τον
ρωτούσε αν ήταν αλήθεια ότι ήξερε να διαβάζει το μέλλον. Ο καλεσμένος θα είχε
δύο δυνατότητες: ή να πει όχι, διαψεύδοντας έτσι το θαυμασμό των υπολοίπων, ή
να πει ναι, επιβεβαιώνοντας την αιτία της φήμης του. Τότε, θα του ζητούσε να
πει ποια ημερομηνία επρόκειτο να πεθάνει ο μάγος του βασιλείου. Αυτός θα έδινε
μια απάντηση, μια οποιαδήποτε μέρα — δεν είχε σημασία ποια. Ο βασιλιάς σχεδίαζε
να τραβήξει το σπαθί του και να τον σκοτώσει την ίδια εκείνη στιγμή. Έτσι, θα
κατάφερνε δύο πράγματα με ένα μόνο χτύπημα: το πρώτο, να απαλλαγεί από τον
εχθρό του για πάντα, το δεύτερο, να αποδείξει ότι ο μάγος δεν είχε μπορέσει να
δει το μέλλον, μιας και θα είχε κάνει λάθος στην πρόβλεψή του. Σε μία μόνο
νύχτα θα τελείωναν ο μάγος και ο μύθος των δυνάμεων του…
      
Οι προετοιμασίες ξεκίνησαν αμέσως, και πολύ γρήγορα έφτασε η μέρα της γιορτής.
Μετά από ένα μεγάλο δείπνο, ο βασιλιάς έφερε τον μάγο στο κέντρο και του είπε:
«Είναι αλήθεια ότι
μπορείς να διαβάζεις το μέλλον;»
«Λίγο, είπε ο μάγος.»
«Και μπορείς να
διαβάσεις και το δικό σου μέλλον;»
«Λίγο, είπε ο μάγος.»
«Τότε, θέλω να μου
δώσεις μια απόδειξη» συνέχισε ο βασιλιάς. «Ποια μέρα θα πεθάνεις; Ποια είναι η
ημερομηνία του θανάτου σου;» Ο μάγος χαμογέλασε, τον κοίταξε στα μάτια και δεν
απάντησε.
«Τι έγινε, μάγε;» είπε
ο βασιλιάς χαμογελώντας. «Δεν το ξέρεις; Δεν είναι αλήθεια ότι μπορείς να
διαβάζεις το μέλλον;»
«Δεν είναι αυτό…»
απάντησε ο μάγος, «αλλά αυτό ξέρω δεν τολμώ να σου το πω.»
«Τι σημαίνει δεν
τολμάς;» είπε ο βασιλιάς. «Είμαι ανώτερός σου και σε διατάζω να μου το πεις.
Πρέπει να καταλάβεις ότι είναι πολύ σημαντικό για το βασίλειο να ξέρουμε πότε
θα χάσουμε τις πιο εξέχουσες προσωπικότητές μας. Απάντησε μου, λοιπόν!
«Πότε θα πεθάνει ο
μάγος του βασιλείου;»
Μετά από μια γεμάτη
ένταση σιωπή, ο μάγος τον κοίταξε και είπε:
«Δεν μπορώ να σου πω
ακριβώς την ημερομηνία, αλλά ξέρω ότι ο μάγος θα πεθάνει ακριβώς μία μέρα πριν
το βασιλιά.»
Για λίγες στιγμές, ο
χρόνος πάγωσε. Ένας ψίθυρος απλώθηκε ανάμεσα στους καλεσμένους.
Ο βασιλιάς πάντα έλεγε
ότι δεν πίστευε ούτε σε μάγους ούτε σε προφητείες, αλλά το σίγουρο είναι ότι
δεν τόλμησε να σκοτώσει το μάγο. Αργά, ο άρχοντας κατέβασε τα χέρια κι έμεινε
σιωπηλός.
Οι σκέψεις
στριμώχνονταν στο κεφάλι του. Συνειδητοποίησε ότι είχε κάνει λάθος. Το μίσος
του είχε γίνει ο χειρότερος σύμβουλος.
«Μεγαλειότατε,
χλόμιασες. Τι σου συμβαίνει; ρώτησε ο καλεσμένος.»
«Αισθάνομαι άσχημα»
απάντησε ο μονάρχης. «Θα πάω στο δωμάτιο μου. Σε ευχαριστώ που ήρθες…»
Και με μια αόριστη
χειρονομία, στράφηκε σιωπηλός και κατευθύνθηκε προς τα διαμερίσματα του.
Σκέφτηκε πως ο μάγος ήταν έξυπνος. Είχε δώσει την μοναδική απάντηση που
μπορούσε να αποτρέψει το θάνατό του.
Άραγε, να είχε
μαντέψει το θάνατό του; Η πρόβλεψη δεν μπορούσε να είναι αληθινή. Αλλά, κι αν
ήταν; Ένιωθε μπερδεμένος και ζαλισμένος…
Ο βασιλιάς επέστρεψε
και είπε με βροντερή φωνή: «Μάγε, είσαι διάσημος στο βασίλειο για τη σοφία σου.
Σε παρακαλώ να περάσεις αυτή τη νύχτα στο παλάτι, γιατί πρέπει να σε
συμβουλευτώ το πρωί, πριν πάρω κάποιες βασιλικές αποφάσεις.»
«Μεγαλειότατε! Θα
είναι μεγάλη μου τιμή…» είπε ο καλεσμένος και υποκλίθηκε στο βασιλιά.
Ο βασιλιάς διέταξε
τους προσωπικούς του φρουρούς να συνοδεύσουν το μάγο μέχρι τα δωμάτια των
καλεσμένων του παλατιού και να επιτηρούν την πόρτα του σιγουρεύοντας ότι δεν θα
του συνέβαινε τίποτα.
Εκείνη τη νύχτα ο
βασιλιάς δεν μπόρεσε να αποκοιμηθεί. Ήταν πολύ ανήσυχος, σκεφτόταν τι θα
συνέβαινε αν του μάγου του ‘χε κάτσει άσχημα το φαγητό, ή αν πάθαινε κάποιο
ατύχημα κατά τη διάρκεια της νύχτας, ή αν, απλώς, είχε έρθει η ώρα του.
Πολύ νωρίς το πρωί, ο
βασιλιάς χτύπησε την πόρτα του καλεσμένου του.
Ποτέ στη ζωή του δεν
του ‘χε περάσει η σκέψη να συμβουλευτεί κάποιον πριν πάρει τις αποφάσεις του,
αλλά αυτή τη φορά, αμέσως μόλις ο μάγος τον δέχτηκε, έκανε μια ερώτηση, καθώς
χρειαζόταν μια δικαιολογία. Και ο μάγος, που ήταν σοφός, του έδωσε μια απάντηση
σωστή, δημιουργική και δίκαιη. Ο βασιλιάς, σχεδόν χωρίς να ακούσει την απάντηση
επαίνεσε τον φιλοξενούμενο του για την ευφυΐα του και του ζήτησε να κάτσει μια
μέρα παραπάνω, υποτίθεται, για να τον «συμβουλευτεί» για κάποιο άλλο ζήτημα… (Προφανώς,
ο βασιλιάς ήθελε μόνο να είναι σίγουρος ότι δεν θα του συνέβαινε τίποτα
.) Ο
μάγος, ο οποίος απολάμβανε την ελευθερία που μόνο οι φωτισμένοι κατακτούν,
δέχτηκε.
        
Από τότε και κάθε μέρα, το πρωί ή το βράδυ, ο βασιλιάς πήγαινε μέχρι τα δωμάτια
του μάγου για να τον συμβουλευτεί και να τον δεσμεύσει για μια νέα συμβουλή την
επόμενη μέρα. Δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι ο βασιλιάς να αντιληφθεί ότι οι
προτροπές του καινούργιου του συμβούλου ήταν πάντα σωστές, και κατέληξε, σχεδόν
χωρίς να το καταλάβει, να τις υπολογίζει σε κάθε μια από τις αποφάσεις του.
Πέρασαν
οι μήνες, και μετά τα χρόνια.
Και, όπως πάντα, κοντά
σε αυτόν που ξέρει, μαθαίνει κι αυτός που δεν ξέρει.
Έτσι κι έγινε. Σιγά
σιγά, ο βασιλιάς γινόταν όλο και πιο δίκαιος.
Δεν ήταν πια ούτε
δεσποτικός ούτε αυταρχικός. Δεν είχε πια την ανάγκη να αισθάνεται δυνατός, και
μάλλον γι’ αυτό δεν είχε και την ανάγκη να επιδεικνύει τη δύναμη του.
Άρχισε να καταλαβαίνει
ότι και η ταπεινοφροσύνη μπορούσε να έχει πλεονεκτήματα.
Άρχισε να κυβερνά με
περισσότερη σοφία και γενναιοδωρία.
Έτσι έγινε, κι ο λαός
του άρχισε να τον αγαπά, όπως δεν τον είχε αγαπήσει ποτέ πριν. Ο βασιλιάς δεν
πήγαινε πια να δει τον μάγο, για να ρωτήσει για την υγεία του, μα για να μάθει,
να μοιραστεί μια απόφαση, ή απλώς για να κουβεντιάσει.
Ο βασιλιάς και ο μάγος
κατέληξαν να γίνουν επιστήθιοι φίλοι.
Μέχρι που, μια μέρα,
πάνω από τέσσερα χρόνια μετά από εκείνο το δείπνο, χωρίς να υπάρξει κανένα
κίνητρο, ο βασιλιάς θυμήθηκε. Θυμήθηκε πως αυτός ο άνθρωπος, που τώρα θεωρούσε
τον καλύτερο του φίλο, είχε υπάρξει μισητός εχθρός του.
Θυμήθηκε το σχέδιο που
είχε οργανώσει για να τον σκοτώσει.
Και συνειδητοποίησε
ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να κρατάει αυτό το μυστικό, χωρίς να αισθάνεται
υποκριτής.
Ο βασιλιάς μάζεψε το
κουράγιο του και πήγε μέχρι το δωμάτιο του μάγου. Χτύπησε την πόρτα και, μόλις
μπήκε, είπε:
«Αδελφέ μου, έχω κάτι
να σου πω που μου βαραίνει το στήθος.»
«Μίλα» είπε ο μάγος,
«αλάφρωσε την καρδιά σου.»
«Τη νύχτα που σε
κάλεσα σε δείπνο και σε ρώτησα για το θάνατο σου, δεν ήθελα να μάθω τίποτα για
το μέλλον σου. Σχεδίαζα να σε σκοτώσω ό,τι κι αν μου απαντούσες. Ήθελα ο
απρόσμενος θάνατος σου να απομυθοποιήσει τη φήμη σου ως μάντη. Σε μισούσα γιατί
όλοι σε αγαπούσαν… Ντρέπομαι τόσο…»
Ο βασιλιάς εισέπνευσε
βαθιά και συνέχισε: «Εκείνη τη νύχτα δεν τόλμησα να σε σκοτώσω, και τώρα που
είμαστε φίλοι —παραπάνω από φίλοι· αδελφοί—, με τρομοκρατεί η σκέψη όλων όσα θα
είχα χάσει αν το είχα κάνει. Σήμερα αισθάνομαι ότι δεν μπορώ να συνεχίσω να σου
κρύβω την ντροπή μου. Είχα ανάγκη να σου τα πω όλα αυτά, για να με συγχωρήσεις
ή να με απορρίψεις, αλλά χωρίς απάτες.»
Ο μάγος τον κοίταξε
και του είπε: «Άργησες πολύ, μέχρι να μπορέσεις να μου το πεις. Αλλά, όπως και
να ‘χει, χαίρομαι που το έκανες… Αυτό θα μου επιτρέψει να σου πω ότι το ήξερα
ήδη. Όταν μου έκανες εκείνη την ερώτηση και χάιδεψες με το χέρι σου τη λαβή του
σπαθιού σου, ήταν τόσο ξεκάθαρη η πρόθεσή σου, που δεν χρειαζόταν να είμαι
μάντης, για να καταλάβω τι σκεφτόσουν να κάνεις.»
Ο μάγος χαμογέλασε και
ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του βασιλιά.
«Σαν δίκαιη ανταμοιβή
για την ειλικρίνεια σου, οφείλω να σου πω ότι κι εγώ σου είπα ψέματα. Σου
ομολογώ ότι επινόησα αυτήν την παράλογη ιστορία για τον θάνατό μου πριν απ’ τον
δικό σου, για να σου δώσω ένα μάθημα. Ένα μάθημα, που δεν είχες μπορέσει να
μάθεις μέχρι σήμερα. Ίσως να είναι το πιο σημαντικό απ’ όσα σου έχω διδάξει.
«Πορευόμαστε στη ζωή
απορρίπτοντας με βδελυγμία χαρακτηριστικά των άλλων, ή ακόμα και δικά μας, που
θεωρούμε ευτελή, απειλητικά ή άχρηστα… Όμως, αν καθόμασταν λίγο να το
σκεφτούμε, θα καταλαβαίναμε πόσο δύσκολο θα μας ήταν να ζήσουμε χωρίς αυτά που
πολλές φορές περιφρονούμε.
Ο θάνατός σου,
αγαπημένε μου φίλε, θα έρθει ακριβώς την ημέρα του θανάτου σου, κι ούτε ένα
λεπτό νωρίτερα. Είναι σημαντικό να ξέρεις ότι εγώ είμαι γέρος, και η δική μου
μέρα μάλλον πλησιάζει. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να σκέφτεσαι ότι η δική σου
αποχώρηση θα πρέπει να είναι δεμένη με τη δική μου. 
Είναι οι
ζωές μας που συνδέθηκαν, όχι οι θάνατοί μας.»
Ο βασιλιάς και ο μάγος
αγκαλιάστηκαν και γιόρτασαν πίνοντας στην εμπιστοσύνη που τους ενέπνεε εκείνη η
σχέση που είχαν χτίσει μαζί.
Ο μύθος λέει πως,
ανεξήγητα,
την ίδια εκείνη νύχτα,
ο μάγος…
πέθανε στον ύπνο του.
Ο βασιλιάς έμαθε την
κακή είδηση την επόμενη μέρα και αισθάνθηκε εγκαταλελειμμένος. Δεν αγωνιούσε
στη τη σκέψη του δικού του θανάτου, καθώς είχε μάθει από το μάγο να ζει
απελευθερωμένος από την ιδέα της παραμονής του σε τούτον εδώ τον κόσμο.
Ήταν θλιμμένος για το
θάνατο του φίλου του. Εξαιτίας ποιας παράξενης σύμπτωσης είχε μπορέσει ο
βασιλιάς να μιλήσει στο μάγο γι’ αυτό το θέμα, ακριβώς τη νύχτα του θανάτου
του; Είναι πιθανό, με τρόπο ανεξήγητο, ο μάγος να είχε επηρεάσει τις
καταστάσεις, ώστε ο βασιλιάς να μπορέσει να του εξομολογηθεί το μυστικό του και
να απελευθερωθεί από το φόβο του να πεθάνει την επόμενη μέρα. Ήταν μια
τελευταία πράξη αγάπης, για να τον λυτρώσει από τους αλλοτινούς του φόβους…
Λένε πως ο βασιλιάς
σηκώθηκε κι έσκαψε με τα ίδια του τα χέρια έναν τάφο για τον φίλο του στον
κήπο, κάτω απ’ το παράθυρό του.
Έθαψε εκεί το σώμα
του, και την υπόλοιπη μέρα την πέρασε δίπλα στο βουναλάκι με το χώμα, να
κλαίει, όπως κλαίμε μόνο τους πολύ αγαπημένους μας που χάθηκαν.
Και, μόλις έπεσε η
νύχτα, ο βασιλιάς επέστρεψε στο δωμάτιο του.
Λέει ο μύθος πως την
ίδια εκείνη νύχτα, είκοσι τέσσερις ώρες μετά το θάνατο του μάγου, ο βασιλιάς
πέθανε στο κρεβάτι του ενώ κοιμόταν…
Ίσως ήταν σύμπτωση…
Ίσως ήταν ο πόνος…
Ίσως για να
επιβεβαιώσει την τελευταία διδαχή του δασκάλου του.
 Ιστορίες να σκεφτείς,  Χόρχε Μπουκάι

      


Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com