Αχιλλέας: Ο Μύθος και η Πραγματικότητα

 

 

Οδύσσεια του Ομήρου στο θέατρο

Παρακολουθήστε την Οδύσσεια του Ομήρου σε διασκευή της Κάρμεν Ρουγγέρη εδώ:

Ομήρου Οδύσσεια 1ο μέρος

Ομήρου Οδύσσεια 2ο μέρος

 

“Η ανείπωτη λέξη πριν και μετά τα βιβλία”, Mανόλης Πρατικάκης

Πρέπει να βρεθεί η ανείπωτη πρωτότοκη λέξη
πριν και μετά τα βιβλία.
Σκύβοντας ως τα οστά σου πρέπει πρώτα να χαθείς
στο σκοτεινό δάσος του, να μην είσαι κανείς.
Να χαθείς και να χάσεις τους γιους και τις θυγατέρες
της πλάνης.
Γιατί ο λόγος έχει εξαντληθεί και τη θέση του πήρε
η φλυαρία: αυτό το σουλάτσο της γλώσσας.

Γιατί η λαλιά του ανθρώπου χόρτος χλωρός κι εξηράνθη.
Λοιπόν, όχι στην κίβδηλη,
την τιποτένια εικόνα που μισούμε.
Που όπως όλοι οι άθλιοι απόλυτα υιοθετήσαμε κι εμείς.
Γιατί η εύνοια μας έρανε με τα φλουριά της.
Όχι στο νόθο πια μωρό μου.
Καθώς πίσω απ’ τη μάσκα
τρέφουμε χίλιες μαϊμούδες.
Όχι στην πλαστογράφα εικόνα του θεάτρου.
Που με αθώα τάχα έπαρση
υψώναμε, σαν άσκηση της αρετής. (…)


Μητέρα, Γιάννης Ρίτσος

Μητέρα, μητέρα

πού αρνηθήκαμε
την τρυφερή σοφία των δακρύων σου
πού ‘ναι το μακρόθυμο χέρι σου
με την έκφραση της καρτερίας
πού ‘ναι το χέρι σου
ν’ ακούσουμε την αυγή και τη θάλασσα
να ζεστάνουμε τη μοναξιά;
Μητέρα

ο ουρανός γκρεμίστηκε

στα δάκρυα των αθώων…
Πόρτες χάσκουν στη νύχτα.
Ξίφη αστράφτουν.
Ένα φεγγάρι αποκεφαλισμένο.
Οι άνθρωποι ετοιμάζουν σκάλες
Με ανθρώπινα κόκαλα
Για ν’ ανέβουν.
Κύριε, Κύριε
κι εμείς εδώ
στη μέση των μεγάλων δρόμων
λυπημένοι κι αδέξιοι
με το άδειο δισάκι στα χέρια
μ’ ένα κλουβί αηδονιών στη ράχη
με την πλατιά μνήμη της θάλασσας στο μέτωπο
με χέρια αθώα κι απορημένα που δεν επαιτούν.
Μητέρα δε μας μένει τίποτα.
Πού θ’ απαγκιάσουμε;
Πού θα κοιμηθούμε;…
(Γιάννης Ρίτσος, απόσπασμα απ’ το «Εμβατήριο του ωκεανού»)


“Η μάνα μου”, Ν. Καζατζάκης

 Η
μάνα μου, μια άγια γυναίκα. Με υπομονή, μ’ αντοχή κι όλη τη γλύκα της
γης απάνω της. Όλοι από το αίμα της μάνας μου οι πρόγονοι  ήταν
χωριάτες. Σκυμμένοι στο χώμα, κολλημένοι στο χώμα, τα πόδια τους, τα
χέρια τους, τα μυαλά τους γεμάτα χώματα. Αγαπούσαν τη γης και της
εμπιστεύουνταν όλες τις ελπίδες. Είχαν γίνει, πάππου προς πάππου, ένα
μαζί της. Στην αβροχιά, κοράκιαζαν κι αυτοί μαζί της, κι όταν ξεσπούσαν
τα πρωτοβρόχια, τα κόκαλά τους έτριζαν και φούσκωναν σαν καλάμια. Κι
όταν αλέτριζαν και χαράκωναν βαθιά την κοιλιά της με το γενί, ξαναζούσαν
στα στήθια και στα μεριά τους την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν με τη
γυναίκα τους….

 
Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει, χαμογελούσε μόνο, και τα
βαθουλά, μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και
καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα
πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη
μαγική δύναμη,

που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί
και να ‘ναι η νεράιδα συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά….

  Οι
ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο
ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο
σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να
χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας  ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.
Από
πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μας μοσκομύριζε.
Αγαπούσα πού τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου
στις κασέλες και τα σώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική
ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε,
πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μού διηγόταν για τον πατέρα της,
για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε ‘γω της στορούσα τους βίους των
αγίων που ‘χα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου.
Δεν έφτανα τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη
μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα
τα μαλλιά και την παρηγορούσα: Μπήκαν στον παράδεισο, μητέρα, μη
στεναχωριέσαι, σεριανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με
τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά
ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σαν να μου έλεγε: Αλήθεια λες; Και μου χαμογελούσε.
  
Και το καναρίνι, μέσα στο κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό του
και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε κατέβει από τον
παράδεισο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να
καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
  Η
μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα
στο μυαλό μου, δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς
ν’ ανέβει από το σπλάχνο μου η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρουδιά
τούτη και με το κελάηδημα του καναρι
νιού…
        ( Ν. Καζατζάκη- απόσπασμα από το «Αναφορά στο Γκρέκο»)


“Η μάνα μου δεν έλεγε αλήθεια πάντα”, ΑBBAS MAHMOUD AL AKKAD

    

      Η μάνα
μου, μου είπε ψέματα οχτώ φορές. Αυτή η ιστορία ξεκινάει με τη γέννηση μου
-ήμουν μοναχογιός μιας οικογένειας πολύ φτωχής. Δεν είχαμε ούτε τα απαραίτητα
για να καλύψουν τις ανάγκες μας. Όταν καμιά φορά βρίσκαμε λίγο ρύζι για φαγητό
η μάνα μου, μου έδινε το μερίδιό της και μου έλεγε, ενώ κένωνε το πιάτο της στο
δικό μου: Φάε αυτό το ρύζι παιδί μου, εγώ δεν πεινάω. Αυτό ήταν το πρώτο της
ψέμα! 


Όταν μεγάλωσα, έπρεπε να πάω σχολείο, αλλά
λεφτά δεν είχαμε γι` αυτό. Η μάνα πήγε σε έναν έμπορα και έκλεισε μαζί του μια
συμφωνία. Να γυρνάει στα σπίτια και να πουλάει τα ρούχα στις γυναίκες. Ένα
βροχερό βράδυ η μάνα μου άργησε στη δουλειά της. Πήγα έξω στους γύρω δρόμους να
τη βρω. Την βρήκα να κουβαλάει τα εμπορεύματα και να χτυπάει τις πόρτες. Της
φώναξα: “Mάνα ας επιστρέψουμε στο σπίτι, είναι πολύ αργά και κάνει πολύ
κρύο. Μπορείς να συνεχίσεις τη δουλειά το πρωί.” Αυτή χαμογέλασε λέγοντας:
“Mα δεν είμαι κουρασμένη παιδί μου.”  Αυτό ήταν το τρίτο της ψέμα! 
      
Μια μέρα είχα τις εξετάσεις του τέλους της χρονιάς, η μάνα μου επέμενε να έρθει
μαζί μου. Εγώ μπήκα στην τάξη, ενώ αυτή με περίμενε στον καυτό ήλιο. Όταν
βγήκα, με αγκάλιασε με στοργή και αγάπη και μου έδωσε ευχή για καλή επιτυχία.
Μαζί της βρήκα ένα ποτήρι με κρύο χυμό, το ήπια μέχρι που ξεδίψασα παρόλο που η
αγκαλιά της μάνας μου ήταν πιο κρύα και πιο ασφαλής. Ξαφνικά κοίταξα τη μάνα
μου και είδα το πρόσωπό της να ιδρώνει από την πολλή ζέστη. Αμέσως της
 έδωσα το ποτήρι λέγοντας: “Πιες, μάνα!” Αυτή μου απάντησε:
“Πιες εσύ παιδί μου, εγώ δεν διψάω.” Εκείνο ήταν το τέταρτο ψέμα
που μου είπε! 
     
Μετά το θάνατο του πατέρα μου έπρεπε να ζήσει ως χήρα και μάνα με όλες τις
ευθύνες του σπιτιού. Τώρα πια έπρεπε αυτή να ικανοποιήσει όλες τις ανάγκες μας.
Η ζωή μας έγινε πιο δύσκολη, υποφέραμε από πείνα. Ο θείος μου έμενε δίπλα
μας, ήταν καλός άνθρωπος, μας βοηθούσε με  όσα μπορούσε. Όταν οι
γείτονες είδαν την κατάστασή μας, πρότειναν στη μάνα μου να ξαναπαντρευτεί έναν
άντρα, για να μας βοηθήσει, αφού ήταν ακόμα μικρή. Αυτή όμως απέρριψε την ιδέα
λέγοντας τους: “Δεν έχω ανάγκη για αγάπη.” Εκείνο ήταν το πέμπτο
της ψέμα! 
     
Όταν τελείωσα τις σπουδές μου και αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο, βρήκα
μια δουλειά αρκετά καλή και πίστεψα πως είχε έρθει η ώρα η μάνα μου να
ξεκουραστεί  και να αναλάβω εγώ τα έξοδα του σπιτιού. Εκείνη τότε δεν είχε
τη δυνατότητα να γυρνάει στα σπίτια να πουλάει τα ρούχα, οπότε πήγαινε κάθε
πρωί λίγα λαχανικά στην αγορά και τα πούλαγε. Όταν δεν ήθελε
να εγκαταλείψει τη δουλειά, της αφιέρωσα ένα μερίδιο από το μισθό μου. Η
μάνα μου πάλι δεν πήρε τα λεφτά και μου είπε: “Παιδί μου, κράτησε τα
λεφτά σου, εγώ έχω λεφτά που μου φτάνουν. ” Ήταν η έκτη φορά που
μου είπε ψέματα! 
       
Μαζί με τη δουλειά μου, συνέχισα τις σπουδές ώστε να πάρω και μεταπτυχιακό.
Πέρασα και αυξήθηκε ο μισθός μου. Η εταιρία, στην οποία δούλευα, μου έδωσε την
ευκαιρία για εργασία στη Γερμανία. Ένιωσα μεγάλη χαρά. Άρχισα να
ονειρεύομαι μια καινούργια και ευτυχισμένη ζωή. Αφού ταξίδεψα
και προετοίμασα το έδαφος, επικοινώνησα με τη μάνα μου και την κάλεσα να
έρθει να ζήσει μαζί μου. Αυτή όμως δεν ήθελε να μ` ενοχλήσει, έτσι μου
είπε: “Παιδί μου εγώ δεν έχω συνηθίσει τη ζωή της πολυτέλειας.” Αυτό
ήταν το έβδομο της ψέμα! 
         
Η μάνα μου μεγάλωσε και εμφάνισε καρκίνο. Έπρεπε να είχε δίπλα της
κάποιον για να την φροντίζει. Μα τι να κάνω που ήμουν πολύ μακριά; Άφησα
λοιπόν τα πάντα και πήγα να την επισκεφτώ. Στο σπίτι μας την βρήκα
καθηλωμένη στο κρεβάτι, αφού είχε εγχειριστεί. Όταν με είδε, προσπάθησε να
χαμογελάσει. Η καρδιά μου όμως είχε ραγίσει, επειδή ήταν πολύ αδύνατη και πολύ
αδύναμη. Δεν ήταν η μάνα μου που ήξερα. Τα κλάματα έτρεχαν από τα μάτια μου. Η
μάνα μου προσπάθησε να με παρηγορήσει λέγοντας: “Μην κλαις παιδί μου,
εγώ δεν πονάω.” Αυτό ήταν το όγδοό της ψέμα. 
Κι αφού
μου τα `πε αυτά ,έκλεισε τα μάτια της και δεν τα άνοιξε ποτέ ξανά.


“Μητέρα μου”, Μαρία Πολυδούρη

“Μητέρα μου”

Μητέρα μου, πόσο φρικτά βαραίνει
ἡ μοίρα σου στὸ νεανικό μου στῆθος.
Ὅλοι μου οἱ πόνοι καταφεύγουν πλῆθος
γύρω στὴ θύμησή σου ποὺ πικραίνει.

Ἐμένα, ποὺ σὲ δέχτηκα εὐλογία
κ᾿ ἔγινα τὸ θαυμάσιο ὁμοίωμά σου,
ἂς μὲ δεχτῆ σὰ νἆμαι ἁμάρτημά σου
ἡ μνήμη σου, μαρτυρικὴ κι᾿ ἁγία.

Στὴ μοίρα σου, ποὺ γνώρισα σὲ μένα,
τὴ σπαραγμένη σκέψη μου προσφέρω.
Μὰ στὴν καρδιά μου μόνο ἐγὼ θὰ ξέρω
πόσους μετροῦν νεκροὺς τἀγαπημένα.
Μητέρα μου, πόσο μου λείπεις τώρα
ποὺ πνιχτικό, βαθὺ σκότος θὰ γίνῃ
στὴ μάταιη ζωή μου ποὺ ὅλο σβήνει…
Ἄχ, πώς μου λείπεις σὲ μία τέτιαν ὥρα.



“Το ψωμί της μάνας μου”, Mαχμούτ Νταρουίς



Δίχως την ευχή σου
Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ
Μεγάλωσα πολύ
Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί
”Μου λείπει το ψωμί της μάνας μου
Ο καφές της μάνας μου
Το άγγιγμά της
Φουσκώνουν μέσα μου οι παιδικές μου αναμνήσεις

Μέρα τη μέρα
Πρέπει να δώσω αξία στη ζωή μου
Την ώρα του θανάτου μου
Πρέπει να αξίζω τα δάκρυα της μάνας μου

Και αν έρθω πίσω κάποια μέρα
Βάλε με σα μαντήλι στα βλέφαρά σου
Τα κόκαλά μου σκέπασε με χλόη
Που την αγίασαν τα βήματά σου
Δέσε μας μαζί
Με μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου
Με μια κλωστή που κρέμεται από το φόρεμά σου
Μπορεί να γίνω αθάνατος
Μπορεί να γίνω Θεός
Εάν αγγίξω τα βάθη της καρδιάς σου
Αν καταφέρω και γυρίσω
Κάνε με ξύλα να ανάψεις τη φωτιά σου
Σκοινί για να απλώνεις τα ρούχα σου στην ταράτσα του σπιτιού σου
Δίχως την ευχή σου
Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ
Μεγάλωσα πολύ
Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί
Για να βρω με τα χελιδόνια
Το δρόμο πίσω
Στην άδεια σου αγκαλιά.


Βασικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

 

Γράψε στο πεδίο ” Αναζήτηση” τη λέξη που σε ενδιαφέρει ή το αρχικό της γράμμα

Μην αφήνεις να σου βάζουν ταμπέλες!


Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com