Σύντομη Ιστορία της Ζωγραφικής και των καλλιτεχνικών ρευμάτων- Χρονογραμμή



Βασιλεύουσα, Πάσχα του 1180, επί αυτοκράτορος Μανουήλ Κομνηνού – Πώς γιόρταζαν το Πάσχα στο Βυζάντιο;

Οι γιορτές του Πάσχα που ξεκινούσαν από το Σάββατο του Λαζάρου και κρατούσαν ως και τη
δεύτερη μέρα μετά την Κυριακή, ήταν μια ευκαιρία να λάμψει πάλι η Βασιλεύουσα από το χρυσάφι και το ασήμι, να γίνουν λιτανείες, να πάνε και να΄ ρθουνε σε εκκλησιές, να παρουσιαστούνε με όλα τους τα εμβλήματα της απόλυτης εξουσίας τους οι αυτοκράτορες, να πάρουν την πρώτη θέση στην ιεραρχία της εκκλησίας, αφού ήταν οι πρώτοι στην τάξη και της θρησκείας ακόμη, οι πιστοί στον Χριστό τον Θεό αυτοκράτορες των Ρωμαίων.

Διπλή γιορτή, Δημήτρης Καμπούρογλου

Το εγκώμιο της σκιάς, Γιώργος Διγαλάκης

Διπλή γιορτή

 

Μια χρονιά, όταν ακόμα οι Έλληνες ήταν υπόδουλοι στους Τούρκους, έτυχε να γιορτάσουν την ίδια μέρα οι χριστιανοί τη Λαμπρή τους και οι Τούρκοι το Μπαϊράμι τους. Έτσι έτυχε.
Σε μια γειτονιά της Αθήνας, του Μεγάλου Σαββάτου, αφού οι χριστιανοί έκαναν Ανάσταση και τελείωσε η εκκλησία, η γριά κλησάρισσα* της Αγίας Σωτήρας κλείστηκε μέσα στο κελί της. Διπλοαμπάρωσε την πορτίτσα της κι έβαλε, για καλό και για κακό, από πίσω και το φορτσέρι* της, γεμάτο μ’ όλο της το νοικοκυριό, γιατί το τούρκικο ξεφάντωμα μπορούσε να ξεσπάσει πάνω της,
Έξαφνα, χτυπά τρεις φορές η πόρτα: τακ, τακ, τακ. Άλλες τρεις φορές χτύπησε και η καρδιά της κλησάρισσας.
– Αν είσαι χριστιανός να σε πολυχρονά ο Μεγαλοδύναμος. Μα και Τούρκος αν είσαι, πάλι καλώς όρισες, είπε μέσα της.
– Άνοιξε γρήγορα, γειτόνισσα, και μη φοβάσαι, εγώ είμαι.
– Μπα! Εσύ ’σαι γειτόνισσα; Και τι γυρεύεις τέτοιαν ώρα;
Η πορτίτσα του κελιού άνοιξε. Το κατάλευκο γεροντάκι, η κλησάρισσα, καλωσόρισε μια γριά μουσουλμάνα φιλενάδα της, που καθόταν μέσα σ’ ένα χάλασμα της γειτονιάς. Η πορτίτσα ξανάκλεισε:

Η μουσουλμάνα μιλάει πρώτη:


– Τώρα που ησύχασε ο κόσμος όλος και οι χαροκόποι τραβήχτηκαν στα σπίτια τους, ήρθε κι εμένα η σειρά μου να γιορτάσω το Μπαϊράμι μου στο τρυπόσπιτό μου μέσα. Έκαμα ν’ απλώσω πάνω σε κάτι πέτρες ό,τι μου ’δωκαν οι αγάδες της γειτονιάς και τότε συλλογίστηκα, καημένη γειτόνισσα, κλεισμένη καταμόναχη, στο κελί σου, τέτοια χρονιάρα μέρα που ξημερώνει για σας τους χριστιανούς. Σε ψυχοπόνεσα, τύλιξα πάλι τα φαγιά που είχα μπροστά μου και είπα μέσα μου:
– Φτωχές είμαστε κι οι δύο. Ας πάω να γιορτάσουμε μαζί: αυτή τη Λαμπρή της κι εγώ το Μπαϊράμι μου. Ξεκίνησα λοιπόν και ήρθα.
Κι ακούμπησε το μικρό της δέμα πάνω στο τραπέζι του κελιού.
Σηκώνεται τότε η κλησάρισσα γελαστή και ψάχνει μέσα στην κασέλα της. Βγάζει ένα κόκκινο αυγό και το δίνει στη μουσουλμάνα.
Το παίρνει εκείνη μ’ ευχαρίστηση μεγάλη, σηκώνει το χέρι της ψηλά, το παρατηρεί γύρω γύρω στο φως του λυχναριού με χαρά μικρού παιδιού και το θαυμάζει σαν κάτι σπάνιο και περίφημο πράμα.
Η γριά κλησάρισσα πλησιάζει σιγά σιγά, κάθεται κοντά της κι άξαφνα κάνει τσακ μια και της το σπάζει με το άλλο κόκκινο αυγό, που είχε κρυμμένο στο άλλο της χέρι, ξεκαρδισμένη στα γέλια για το κατόρθωμά της.
Το κελί είναι μισοσκότεινο. Το λυχνάρι μόλις και φέγγει. Ζυγώνουν κοντά, μάγουλο με μάγουλο τα δυο γεροντικά κεφάλια, κάτασπρο το ένα, κατάμαυρο το άλλο και φιλιούνται…
Δημήτρης Καμπούρογλου,  (διασκευή)
* κλησάρισσα: καντηλανάφτισσα
*φορτσέρι: μπαούλο, κασέλα

Μεγάλη Πέμπτη, Νίκος Γκάτσος

Η Σταύρωση του Χριστού Φορητή εικόνα 1653
Δημιουργός: Εμμανουήλ Λαμπάρδος- Βυζαντινό & Χριστιανικό Μουσείο

Τα έργα του αληθινά και αι οδοί του ευθείαι.
Αυτός που κρέμασε τον ήλιο/ στο μεσοδόκι τ’ ουρανού
Κρέμεται σήμερα σε ξύλο / ίλεως Κύριε γενού!
Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου/ μια μάνα φώναξε: «παιδί μου»!

Διά ξύλου τα τέκνα του Αδάμ Παραδείσου γεγόνασιν άποικοι.
Με του Απριλιού τ’ αρχαία μάγια/ με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια/ μπήκε κοράκι στην αυλή.
Κι όλα τ’ αγρίμια στο λαγκάδι/ πήραν το δρόμο για τον Άδη.
Ελήλυθε εις την γην ίνα μαρτυρήση τη αληθεία.
Θα ξανασπείρει καλοκαίρια/ στην άγρια παγωνιά του νου
αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια/ στην άγια σκέπη τ’ ουρανού.
Κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι/ θα γεννηθούμε τότε πάλι.
Ούτος εστιν η ζωή και το φως και η ειρήνη του κόσμου.

(Ν. Γκάτσος, Φύσα αεράκι φύσα ναι, εκδ. Ίκαρος)


Διαδραστικό παιχνίδι για τη Ρωμαϊκή Ιστορία


ΔΙΑΔΡΑΣΤΙΚΆ ΠΑΙΧΝΊΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ:
Ντύσε τον Ρωμαίο Στρατιώτη


Το πρότυπο του Ομηρικού ήρωα

 

“Το τροπάριο της Κασσιανής”, Κωστής Παλαμάς

Ο Αυτοκράτορας Θεόφιλος επιλέγει ως σύζυγο τη Θεοδώρα. μετά την αποστομωτική απάντηση της Κασσιανής

(Διασκευή του βυζαντινού ύμνου)

Το τροπάριο της Κασσιανής
Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά
πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.
Μα Κύριε, πως η θεότης Σου μιλά,

μέσ’ στην καρδιά μου!
Κύριε, προτού σε κρύψ’ η εντάφια γη
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα
κι απ’ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή

σου φέρνω μύρα.
Οίστρος με σέρνει ακολασίας … Νυχτιά
σκοτάδι, αφέγγαρο, ανάστερο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας, φωτιά

με καίει, με λιώνει.
Εσύ που από τα πέλαα τα νερά
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα Έρωτά μου,
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά

τα δάκρυά μου.
Γείρε σ’ εμέ. Η ψυχή μου πως πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί
και σάρκα επήραν.
Στ’ άχραντά Σου πόδια, βασιλιά
μου Εσύ, θα πέσω και θα στα φιλήσω
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά
θα στα σφουγγίσω.
Τ’ άκουσεν η Εύα μέσ’ στο αποσπερνό
της παράδεισος φως ν’ αντιχτυπάνε,
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε … Πονώ,
σώσε, έλεος κάνε.
Ψυχοσώστ’ οι αμαρτίες μου λαός
τ’ αξεδιάλυτα ποιός θα ξεδιαλύσει;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!
Άβυσσο η κρίση.

Ποιος είναι ο “Πατέρας της Ιστορίας”;





comics: Kate Beaton
 μετάφραση: Κατερίνα Προκοπίου

Το πυθαγόρειο θεώρημα

!!!

Μια εξομολόγηση για την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, Γιάννης Ψυχάρης

” …Την Ακρόπολη την είδα όπως βέβαια δεν την είδε κανένας ξένος· για
τούτο σας μιλώ με τόση ζωεράδα. Να μάθετε τι τρέχει· ίσως δεν τ’
αποδείχνω, μα πολύ μου αρέσουνε οι Αρχαίοι. Τα πήγαμε πάντα καλά μαζί.
Οι Αρχαίοι περή­φανοι δεν είναι.

Όταν ήμουνε παιδί στο σκολειό, δε μου ερχόντανε τα λόγια τους· μου φαινότανε πως οι Αρχαίοι
άλλο τίποτα δεν ήτανε παρά ένα σωρό δασκάλοι· έτσι το θαρρούσα, ίσως
γιατί δασκάλοι μου τους παραδίνανε· τους είχα για κατσούφηδες,
μαχμούρηδες, σκολαστικούς αθρώπους, και να το πω κι αφτό, βαρετούς με το
παραπάνω. Λαχταρούσα στο σκολειό πότε να φέξουνε οι διακοπές. Όταν
έπιασα μοναχός μου να τους σπουδάσω, άλλαξα γνώμη με μιας. Κατάλαβα πως
πιο γελαστοί, πιο καλής ψυχής αθρώποι δε γίνουνται. Τους έβαλα μέσα στην
καρδιά μου — κι από τότες τα πάμε λαμπρά. Άμα αδειάσω λίγη ώρα το
χειμώνα — όταν πέ­φτουνε όξω τα χιόνια πηχτά πηχτά και κάθουμαι ήσυχα
κοντά στη φωτιά μου — πολύ μ’ αρέσει να κουβεντιάζω με τους Αρχαίους.
Πιάνω ένα βιβλίο και τα λέμε. Πόσα γέ­λια που κάνουμε μαζί! Πόση χαρά με
περεχύνουνε τα λόγια τους! Πόσο θυμώνω, άμα θυμώσουνε· πόσο κλαίω, άμα
δακρύσουνε· πόσο με διασκεδάζουνε τα παραμύθια τους και πόσο μου
γλυκαίνει την ψυχή η καλή τους, η αψηλή τους φιλοσο­φία και ποίηση. Τα
’χουμε πολύ καλά μαζί. Δεν κάνουνε και τον περήφανο· φτάνει να τους
αγαπάς με την καρδιά σου, να μην τους έχεις για σοφολογιότατους, και με
πολλή καλοσύνη σου ξεσκεπάζουνε τις ιδέες τους, σου φανερώνουνε τις
ομορφιές τους και πιάνουνε τα λόγια. Πολύ μου αρέσουνε οι Αρχαίοι! Πάντα
το πεθυμούσα ν’ ανταμωθούμε καμιά μέρα. …”

(Γιάννης Ψυχάρης, Το ταξίδι μου, Κ.Β΄. ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ)


Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com