Μάι 18 2016
Αποσιωπητικές εικόνες, Κική Δημουλά

Στ’ αγκίστρια του απογέματος,
στ’ αγκάθια των χρωμάτων,
έχουν πιαστεί και κρέμονται εικόνες.
Απ’ τη ζωή μας μέσα κι έξω απ’ τη ζωή μας
και σπαρταράν χωρίς αλληλουχία:
εικόνα μιας βροχής
και δίπλα εικόνα γέφυρας βράδυ΄
και , στη σειρά, εικόνα προσώπων,
χωρίς όχθες και πέρασμα.
Αλλά λίγο να τις κουνήσει ανόητα ο άνεμος
συγχέονται.
Κι έχεις μια εικόνα
προσώπων
πάνω σε γέφυρα
βράδυ
με βροχή.
Μάι 17 2016
Τα Φτερά είναι για να πετάς, Χόρχε Μπουκάι
Όταν μεγάλωσε, ο πατέρας του του είπε:
«Παιδί μου, δε γεννιόμαστε όλοι με φτερά. Μπορεί να μην είσαι
υποχρεωμένος να πετάξεις, νομίζω όμως πως είναι κρίμα να μείνεις μόνο
στο περπάτημα αφού έχεις τα φτερά που ο καλός Θεός σου έδωσε.»
«Μα, δεν ξέρω να πετάω» απάντησε ο γιος.
«Σωστά…» είπε ο πατέρας. Και περπατώντας, τον πήγε ώς το χείλος του γκρεμού, στο βουνό.
«Βλέπεις, γιε μου; Το κενό. Όταν θελήσεις να πετάξεις, θα έρθεις
εδώ, θα πάρεις βαθιά ανάσα, θα πηδήξεις στην άβυσσο και απλώνοντας τα
φτερά σου θα πετάξεις.»
Ο γιος αμφέβαλλε.
«Κι αν πέσω;»
«Ακόμα κι αν πέσεις, δε θα σκοτωθείς. Οι λίγες γρατζουνιές τα σε
κάνουν πιο δυνατό στην επόμενη προσπάθεια» αποκρίθηκε ο πατέρας.
Το παιδί γύρισε στο χωριό να δει τους φίλους του, τις παρέες του, όλους εκείνους που είχε συντρόφους στην πορεία της ζωής του.
Οι πιο στενόμυαλοι του είπαν:
«Είσαι τρελός; Για ποιο λόγο; Ο πατέρας σου είναι μισότρελος… Για
ποιο λόγο να πετάξεις; Τι σου χρειάζεται; Γιατί δεν αφήνεις τις
ανοησίες; Τι νόημα έχει να πετάξεις;»
Οι καλύτεροι φίλοι του τον συμβούλεψαν:
«Κι αν είναι αλήθεια; Μα σίγουρα δεν είναι επικίνδυνο; Γιατί
δεν αρχίζεις σιγά-σιγά; Δοκίμασε να πηδήξεις από μια σκάλα ή από την
κορυφή ενός δέντρου. Αλλά, από τον γκρεμό, βρε παιδί μου;…»
Ο νεαρός άκουσε τις συμβουλές όσων τον αγαπούσαν. Ανέβηκε στην
κορυφή του δέντρου και, με όλο του το θάρρος, πήδηξε. Άνοιξε τα φτερά
του, τα κούνησε στον αέρα με όλη του τη δύναμη αλλά, δυστυχώς, έπεσε στο
έδαφος.
Μ’ ένα καρούμπαλο στο κεφάλι συνάντησε τον πατέρα του.
«Μου είπες ψέματα! Δεν μπορώ να πετάξω. Το δοκίμασα και κοίτα πώς
χτύπησα! Δεν είμαι σαν κι εσένα. Τα φτερά μου είναι μόνο για στολίδι.»
«Παιδί μου» είπε ο πατέρας, «για να πετάξεις, πρέπει να έχεις τον
απαραίτητο ελεύθερο χώρο στον αέρα, ώστε τα φτερά σου να ξεδιπλωθούν.
Είναι σαν να πέφτεις με αλεξίπτωτο: χρειάζεσαι κάποιο ελάχιστο ύψος για
να πηδήξεις.
»Για να πετάξεις πρέπει ν’ αρχίσεις να ριψοκινδυνεύεις.
Μάι 14 2016
Το πάθος του έρωτα, Erich Fried
Μάι 10 2016
«Γιατί;», Γιάννης Μαγκλής

Θέμα
Το διήγημα «Γιατί;» ανήκει στη συλλογή διηγημάτων «Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί» και δημοσιεύτηκε το 1956. Κοινός άξονας των ιστοριών της συλλογής είναι η καταδίκη του πολέμου και η εξύμνηση της ομόνοιας και της συναδέλφωσης των λαών.
Στο ανθολογούμενο διήγημα ένας στρατιώτης μετά το τέλος μιας μάχης σπεύδει σε μια πηγή να ξεδιψάσει και να πλυθεί. Μετά από λίγα λεπτά ευφορίας και ξεκούρασης βλέπει έναν αντίπαλο στρατιώτη να πλησιάζει στην πηγή. Αυτόματα τραβάει το πιστόλι από τη μέση του και χωρίς να συγκινηθεί από τα παρακάλια του άλλου, τον σκοτώνει. Όταν μετά από λίγα λεπτά συνειδητοποιεί την πράξη του, συγκλονίζεται και κρατώντας το άψυχο σώμα στην αγκαλιά του σπαράζει και παρακαλεί τον Θεό να τον συγχωρήσει.
Μάι 09 2016
Ευτυχισμένη αγάπη, Wislawa Szymborska

Ευτυχισμένη αγάπη.
Μάι 08 2016
Επιστροφή απ’ το φαρμακείο, Τάσος Λειβαδίτης
Μάι 06 2016
Θ΄ ανθίσουν οι μπαμπακιές
μόλις ένα μέτρο και κανείς από τους συγχωριανούς δεν παίρνει όρκο ποιο
από τα δυο κτίστηκε πρώτο, η εκκλησία ή το σπίτι. Ούτε η εκκλησία ούτε
το σπίτι έχουν ιδιοκτήτη. Μόνο περαστικούς νοικοκύρηδες. Έτσι, κανένα
από τα δύο δεν μπορεί να αξιώσει την υποχώρηση του άλλου.
Λιθόχτιστο
–εννοείται- ψιλόλιγνο με 1 καμπάνα μόνο που χτυπούσε εκτάκτως για
φωτιά, για θάνατο, ή για να τρομάξουμε όποιον έφερνε το αμίλητο νερό από
την βρύση και να χάσει επιτέλους. Όταν
ήμουν παιδί μού φαινόταν σαν ένα πέτρινο πεινασμένο στόμα που ήθελε
άλλοτε να μας καταπιεί, άλλοτε να μας συμβουλέψει. Εξαρτάται τι κακό
κάναμε το προηγούμενο βράδυ: Πήραμε κρυφά τα κλειδιά από το σακάκι του
παππού, για να πάμε στο κατώι να καπνίσουμε; Δώσαμε ραντεβού νύχτα στη
Δημοσιά με τα αγόρια; Πετάξαμε τα γουβαρλάκια στο σκυλί; Ή
– άκου τώρα – γλύψαμε καμιά πέτρα να δούμε πώς είναι η γεύση του
χώματος; Πάντως σίγουρα έστηνε αυτί στις κουβέντες μας όλες, απρόσκλητο
εξομολογητήριο, να πάρει μια ανάσα από τις προσευχές, τις δοξολογίες και τα μνημόσυνα. Μου έσπαγε τα νεύρα αυτό το καμπαναριό. Μου έκοβε ο Θεός τη θέα.
Μάι 06 2016
Ένα πλαστικό ελάφι έξω απ΄τη Βουλή
![]() |
| Jeff Koons -Έκθεση στις Βερσαλλίες |
Φορούσε ένα κόκκινο παντελόνι μακρύ σαν ποτάμι, ένα καπέλο από χρυσό
χαρτί γλασέ, το πρόσωπο βαμμένο με σκόνη πάνω απ΄ τη σκόνη του δρόμου.
Καταμεσής της γιορτής και της Ερμού.
Γύρω στα 60
ήτανε, ίσως και παραπάνω. Τι μπορεί να κινήσει έναν εξηντάχρονο να φτιάχνει ένα μπαλόνι σε σχήμα ελαφιού
ακροβατώντας πάνω σε ξυλοπόδαρα τρία μέτρα πάνω από ένα μουτρωμένο παιδί;
Η μάνα με το
ένα χέρι έγερνε τον πιτσιρίκο προς το μέρος της, σαν να περνούσε τρένο και
μόλις πρόσεξε ότι στέκεται πάνω στις ράγες● με το άλλο ψαχούλευε
στην τσάντα το πορτοφόλι,
με την αφή να διακρίνει τα ψιλά – δεν βγάζουνε το πορτοφόλι σε κοινή θέα στην
Ερμού – (να δώσω ένα ευρώ; Μπα, πολλά είναι. Αυτός με την τρέλα
του θα
βγάζει τουλάχιστον 50 ευρώ την ημέρα. Με 50 ευρώ εγώ γεμίζω το ψυγείο
για ένα μήνα. Τι λέω; Ούτε καν… Ποιος μου δίνει εμένα 1 ευρώ για 2 λεπτών
παράσταση; Και τη Ρίτα Χέιγουορθ να κάνω και να μείνω μόνο με ένα γάντι, μπροστά απ΄ του Ζάρα, 1 ευρώ δεν βγάζω. Κι έπειτα, και 20 λεπτά να ρίξω πώς θα
το καταλάβει; Ίδιο ήχο δεν κάνουν 2 δεκάλεπτα ή 2 πενηντάλεπτα στο τσίγκινο κουτάκι; Και να το καταλάβει, τι με
νοιάζει; Μήπως θα τον ξαναδώ; Του χρόνου πάλι στην Ερμού, να ‘μαστε καλά… Και έπειτα, όσα θέλεις δίνεις. Και όσα
μπορείς. Άλλοι προσπερνούν και όχι μόνο δεν του παραγγέλνουν μπαλόνι, αλλά ούτε που τον
προσέχουν. Δεν έχουν βέβαια παιδιά. Ωραία είναι η Ερμού, αν δεν έχεις παιδιά…
Νά ΄μουν τώρα
με τα κορίτσια να πίνουμε καφέ, με ένα σκουλαρίκι στη μύτη, το μάλλινο
σμαραγδί σκούφο, που ντρέπομαι πια να φορέσω, και να διακόπτουν τις κουβέντες
μας μηνύματα στο κινητό. «Τι σου γράφει ρε; Τι θα του απαντήσεις; Όχι, αμέσως,
βρε χαζή!!! Μην δείχνεις κρεμασμένη πάνω απ΄ το κινητό!» Και τέτοια.
Πόσο
λαχτάρησα έναν ρημαδοκαφέ με τις φίλες μου στον Πεζόδρομο της Ερμού. Αλλά, εδώ
δεν προλαβαίνω να πάω στο Cataluna, στο Περιστέρι, που είναι κάτω απ΄ το σπίτι μου. Μια
βόλτα στην Ερμού. Μόνη μου καλύτερα. Κι ας μην αγοράσω τίποτα. Ούτε ένα
σακουλάκι κάστανα, που λέει ο λόγος. Τι; 3 ευρώ 10 κάστανα;;;; Πόσο βγαίνει δηλαδή το 1 κάστανο; Άντε πάλι αυτή η μέθοδος
των τριών, που ορκιζόμουν ότι δεν θα μου χρειαστεί και ποτέ δεν την έμαθα.
Τέλος πάντων, 3 ευρώ απ΄ ό,τι θυμάμαι είναι 1022.25 δραχμές!!!!! Με 1000 δραχμές, όταν ήμουν
φοιτήτρια είχα αγοράσει απ΄ την Ερμού, από το Acrobat, συγκεκριμένα, το θανατηφόρο μαύρο φόρεμα με τον μωβ σκίουρο στο
μπούστο, που άφησε 3
νεκρούς και 12 σοβαρά τραυματισμένους στην Ασκληπιού μέχρι να στρίψω
Ιπποκράτους. Εκείνο το φόρεμα δεν χάριζε κάστανα.
Να δώσω 1
ευρώ στον σιτεμένο κλόουν; Βέβαια, αξιολύπητος μού φαίνεται. Γέρος άνθρωπος σκαρφαλωμένος σε
2 μέτρων δεκανίκια και να χαμογελάει γλυκά λες και λέει παραμύθια στον εγγονό
του… Και μού΄ ρχεται να γελάσω, -ήμαρτον Κύριε, άγιες μέρες!- αλλά μήπως κάποιος τον αναγκάζει να το κάνει αυτό, κάποιος κρυμμένος πίσω από καμιά κολόνα ή
πίσω τον κάδο απορριμμάτων απέναντι και όταν τελειώνει η βάρδιά του, μετράει τη
χαρτωσιά, και αν είναι λίγα τον αφήνει νηστικό, κι αν είναι πολλά του αυξάνει
το ωράριο. Ο εγγονός του μήπως; Γιατί όχι; Όλα έχουν έρθει τούμπα στην εποχή
μας. Γιατί να μην έχουν αντιστραφεί οι όροι της επαιτείας;
Ντροπή! Δεν
είναι επαιτεία αυτό. Είναι μια τέχνη. Βέβαια, όταν ρυθμίζεις εσύ την αμοιβή, χάνει το
κύρος της. Αν αξίζει όσο νομίζεις, νομίζεις ότι δεν αξίζει. Αλλά και πάλι είναι
μια τέχνη. Ή έστω μια δουλειά. Και μπράβο του που έχει σήμερα δουλειά. Τόσος
κόσμος πεινάει… Ααααμάν!!! Μόνο δίευρο έχω στο πορτοφόλι. Τι; Θα δώσω 2 ευρώ
για ένα @*+≠ⱦ€νο πράσινο ελάφι; Με 2 ευρώ έπαιρνα 4,5 κάστανα!
Και που θα το
πάρει το παλιόπαιδο , μήπως θα παίξει να το χαρεί; Έτσι κάνει πάντα. «Το θέλω»,
«το θέλω», σκιζόμαστε να του το πάρουμε, βάζουμε ρεφενέ γονείς, νονοί και
παππούδες και το παρατάει την ίδια μέρα. Κι αν δεν το έχει δείξει η τηλεόραση
το δώρο του, ούτε που να το φτύσει. Κι αν δεν το έχουν οι φίλοι του, δεν το
θέλει. Κι αν το πάρουν οι φίλοι του, δεν το θέλει πια… Αχάριστα είναι τα
σημερινά παιδιά. Και καλομαθημένα. Και στερημένα. Ναι, Στερημένα. Πρέπει να του
βάλω όρια. Αλλά του έχει βάλει τόσα η ζωή, που δεν βρίσκω κενό χώρο, να βάλω τα
δικά μου. Αυτό που με τρομάζει πάνω απ΄ όλα είναι που δεν παίρνει χαρά. Δεν το
έχω διδάξει καθόλου το παιδί μου να παίρνει χαρά. Δεν ξέρω πώς. Και τώρα κοίτα μούτρα! Ούτε καν χαμογελάει!!! Ήμαρτον,
Παναγία μου, άγιες μέρες, αλλά μού ΄ρχεται να του αστράψω ένα χαστούκι να δει
μετά πώς είναι η χαρά. Χαρά είναι όταν η μαμά δεν θέλει να σου αστράψει ένα
χαστούκι.
Αχ, μωρέ! Τι φταίει κι αυτό, το καημένο; Δεν θα ήθελα να
ζω στην εποχή του. Θα δώσω το δίευρο, τελικά. Το ελαφάκι μού θυμίζει το σκυλάκι
του Τζεφ Κουνς. Το έχω δει από κοντά στις Βερσαλλίες το 2009, τότε που παίρναμε
δώρο Χριστουγέννων… Άει στην ευχή! Τι ψυχή έχει ένα δίευρο; Θυμήθηκα και
εκείνο το απόσπασμα της Πηνελόπης Δέλτα με τον Μπενάκη και τα στρείδια. Εμένα η
μόρφωση θα με φάει. Αυτή θα με τελειώσει. Όχι το σύστημα. Πας να γίνεις κυνικός
και θες , δε θες, γίνεσαι κανονικός. Αυτό το απόσπασμα που τα πλήρωσε ακριβά ο Μπενάκης τα στρείδια σε ένα
μεροκαματιάρη. Και τον μάλωσε η γυναίκα του και του είπε :
«Τον
πλήρωσες;»
«Ναι».
«Πόσες
δωδεκάδες;»
«Τόσες».
«Και πόσα τα
πλήρωσες;»
«Έξι γροσάκια
τη δωδεκάδα».
«Καημένε
Μανόλη! Τέσσερα είναι η τιμή τους».
«Είναι μεγάλα
και πολύ φρέσκα».
«Άσχημα
έκανες! Πολύ άσχημα! Έτσι τον κακομαθαίνεις, και θα γυρεύει στο μέλλον πάντα
έξι γρόσια!»
Και ο
Μπενάκης τής αντιγύρισε:
«Ωχ, καημένη
γυναίκα! Πώς θα ζήσει και αυτός, αν δεν πληρώσεις τον κόπο του και τον καιρό
του;»
Βέβαια, ο
Μπενάκης ήταν βιομήχανος. Αλλά δεν βαριέσαι. Όταν είσαι γενναιόδωρος, η ζωή στο επιστρέφει. Κι αν συναντήσω ποτέ αυτόν που εισηγήθηκε αυτά τα γνωμικά, θα… του αστράψω ένα χαστούκι.)
‘Ετοιμο το
ελάφι. Λείο και γυαλιστερό σαν κάψουλα αντιπυρετικού. Δεν έτεινε το χέρι ο
μικρός να το πάρει κι ας έσκυβε επικίνδυνα ο κλόουν προς το μέρος του. Μωρέ,
μπράβο ευλυγισία! Καμπύλωνε σαν λουλουδάκι στον άνεμο, ή μάλλον σαν παρένθεση.
Η μάνα τέντωσε το χέρι και άρπαξε το λαστιχένιο γλυπτό, λες και θα έληγε η
προθεσμία και θα το έπαιρνε πίσω ο καλλιτέχνης, να το ξαναπουλήσει. Κι
έπειτα φύγανε με γρήγορο βήμα, η μάνα με το ελάφι στο ένα χέρι, με το άλλο να
σέρνει το παιδί σαν το καρότσι στη λαϊκή, κοιτώντας μόνο μπροστά, ούτε δεξιά
στα κάστανα, ούτε αριστερά στις βιτρίνες, με την ελπίδα ότι θα αντιγράψει τις
κινήσεις της ο γιος της, όπως αντέγραψε τέλεια τους μορφασμούς, το φτάρνισμα
και το γέλιο της.
Να! Μόλις
έστριψαν στην Βουλής. Αν τρέξεις, θα προλάβεις να τους δεις.
Αν
σου βαστάει.
Βάνα Δουληγέρη













