Εικονομαχία: Ένα τραύμα πριν το θαύμα (prezi)


Άννα Φρανκ

Περιμένετε λίγα δευτερόλεπτα να “φορτώσει”η παρουσίαση


Το προφίλ του Αχιλλέα

Πατήστε start prezi, αφήστε να φορτώσει η παρουσίαση, κλικ στο δεξί βέλος κάτω. Ανοίξτε ή όχι ήχο.

1453 likes!!!

Η Κωνσταντινούπολη – οι Δεξαμενές- Οι τάφροι

Δείτε μια εκπληκτική αναπαράσταση της υδάτινης Κωνσταντινούπολης.

Κάντε κλικ εδώ

Όσο ν’ ανοιγοκλείσει μια πόρτα, Σάμιουελ Μπέκετ

Είμαι αυτή η ροή της άμμου που γλιστράει
ανάμεσα στο βότσαλο και στον αμμόλοφο
η καλοκαιρινή βροχή πέφτει πάνω στη ζωή μου
πάνω σ’ εμένα η ζωή μου που μου ξεφεύγει με
καταδιώκει
και θα σβήσει τη μέρα που άρχισε

αγαπημένη στιγμή σε βλέπω
μέσα σ’ αυτό το παραπέτασμα της ομίχλης που χάνεται
όπου δε θα ‘χω παρά να πατήσω σ’ αυτά τα μακριά
κινούμενα κατώφλια
και θα ζήσω
όσο ν’ ανοιγοκλείσει μια πόρτα

 

Η Αθήνα πριν από το ’21

.


Πάτα στον υπερσύνδεσμο, για να δεις εικόνες από τη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη 


Όταν η Αθήνα ήταν Οθωμανική Επαρχία

Ο Ορειβάτης, Χόρχε Μπουκάι


Ήταν μια φορά ένας ορειβάτης και επιχειρούσε μια
πολύ δύσκολη αναρρίχηση σε ένα βουνό με έντονη χιονόπτωση.

Πέρασε τη νύχτα μαζί με άλλους στο καταφύγιο. Το
πρωί το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά το βουνό, πράγμα που κάνει την
αναρρίχηση ακόμη πιο δύσκολη.

Δεν θέλει, όμως, να γυρίσει πίσω, κι έτσι, όπως
μπορεί, με μεγάλη προσπάθεια και θάρρος, συνεχίζει την αναρρίχηση, συνεχίζει να
σκαρφαλώνει στο απόκρημνο βουνό. Μέχρι που κάποια στιγμή, ίσως από κακό
υπολογισμό, ίσως γιατί η κατάσταση ήταν πραγματικά δύσκολη, πάει να στερεώσει
στον πάσσαλο το σχοινί ασφαλείας και του γλιστράει ο γάντζος. Ο ορειβάτης
γκρεμίζεται… αρχίζει να κατρακυλάει στο βουνό χτυπώντας άγρια στα βράχια ενώ το
χιόνι πέφτει πυκνό…


Από μπροστά του βλέπει να περνάει όλη του η ζωή.
Κλείνει τα μάτια περιμένοντας το χειρότερο, και ξαφνικά, νιώθει στο πρόσωπο του
ένα χτύπημα από σχοινί. Χωρίς καθόλου να σκεφτεί, πιάνεται από το σχοινί με μια
ενστικτώδη κίνηση. Ποιος ξέρει… Το σχοινί αυτό μπορεί να έμεινε εκεί κρεμασμένο από
κάποιον πάσσαλο… κι αν είναι έτσι, θα μπορέσει να τον κρατήσει και να
σταματήσει την πτώση του.

Κοιτάζει προς τα πάνω, αλλά το μόνο που βλέπει
είναι η χιονοθύελλα και το πυκνό χιόνι που πέφτει πάνω του. Τα δευτερόλεπτα
μοιάζουν αιώνες σ’ αυτό το κατρακύλισμα που γίνεται όλο και πιο γρήγορο και
μοιάζει να μην τελειώνει… Ξαφνικά, το σχοινί τινάζεται και νιώθει αντίσταση. Ο ορειβάτης δεν βλέπει
τίποτε, ξέρει όμως ότι προς το παρόν έχει σωθεί.
Το χιόνι
πέφτει ασταμάτητα, κι αυτός εκεί, δεμένος με το σχοινί, μέσα στο φοβερό κρύο,
κρεμασμένος από ένα κομμάτι λινάρι, που τον κρατάει για να μην τσακιστεί
πέφτοντας στη χαράδρα ανάμεσα στα βουνά.

Προσπαθεί να δει τι υπάρχει γύρω του, αλλά
μάταια’ δεν ξεχωρίζει τίποτε. Φωνάζει δυο-τρεις φορές, αλλά καταλαβαίνει ότι
δεν υπάρχει περίπτωση να τον ακούσει κανείς. Η πιθανότητα να σωθεί είναι απειροελάχιστη.
Και να δουν ότι λείπει, δεν θα μπορέσει κανείς ν’ ανέβει να ψάξει γι’ αυτόν
πριν σταματήσει η χιονοθύελλα, αλλά και τότε ακόμη, πώς να ξέρουν ότι βρίσκεται
κρεμασμένος στο γκρεμό;

Αντιλαμβάνεται πως αν δεν κάνει κάτι γρήγορα, αυτό
θα είναι το τέλος του.

Όμως, τι να κάνει;

Θα μπορούσε ίσως να σκαρφαλώσει προς τα πάνω και
να προσπαθήσει να φτάσει στο καταφύγιο, αμέσως όμως καταλαβαίνει πως κάτι
τέτοιο είναι αδύνατον. Ξαφνικά… ακούει μια φωνή από μέσα τον που τον λέει «λύσου!»
Μπορεί να είναι η φωνή του Θεού, ή η φωνή της εσωτερικής τον σοφίας, μπορεί
όμως να είναι κάποιο κακό πνεύμα, ή παραίσθηση… ακούει πάντως τη φωνή να
επιμένει «λύσου, λύσου!»

Σκέφτεται πως αν λυθεί αυτή τη στιγμή σίγουρα θα
σκοτωθεί. Θα είναι ένας τρόπος για να τελειώσει το μαρτύριο του.

Μπαίνει στον πειρασμό να επιλέξει το θάνατο για να σταματήσει να υποφέρει. Σαν
απάντηση όμως στη φωνή δένεται ακόμη πιο σφιχτά. Και η φωνή επιμένει «
λύσου!»

«Μη βασανίζεσαι άλλο, δεν έχει νόημα τόσος πόνος… λύσου!» Εκείνος, όμως, δένεται ακόμη πιο σφιχτά, ενώ πολύ αποφασιστικά λέει
μέσα του πως καμία φωνή δεν πρόκειται να τον πείσει να αφήσει αυτό που χωρίς
αμφιβολία του έχει σώσει τη ζωή. Η σύγκρουση αυτή συνεχίζεται για ώρες, ο ορειβάτης
όμως εξακολουθεί να είναι δεμένος μ΄ αυτό που νομίζει πως είναι η μοναδική του
δυνατότητα, για να σωθεί.

Ο μύθος λέει ότι την άλλη μέρα η ομάδα διάσωσης
βρήκε τον ορειβάτη μισοπεθαμένο. Η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή. Ακόμα λίγα
λεπτά, και ο ορειβάτης θα είχε πεθάνει από το κρύο, παγωμένος, και, παραδόξως,
δεμένος με το σχοινί του… σε απόσταση λιγότερο από ένα μέτρο από το έδαφος.

Λέω, λοιπόν, ότι, καμιά φορά, το να μην
εγκαταλείπεις κάτι είναι θάνατος.

Κάποιες φορές, ζωή είναι να παρατάς αυτό που
κάποτε σ’ έσωσε.

Να αφήνεις πίσω τα πράγματα που μαζί τους είσαι
δεμένος σφιχτά, επειδή νομίζεις ότι, αν τα κρατήσεις, θα σε σώσουν από την
κατάρρευση.

Όλοι έχουμε αυτήν την τάση να δενόμαστε σφιχτά με
ιδέες, πρόσωπα και καταστάσεις. Δενόμαστε με ανθρώπους, με χώρους, με τόπους
γνωστούς, γιατί είμαστε βέβαιοι πως αυτό είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να μας
σώσει. Πιστεύουμε
στο «γνώριμο κακό», όπως λέει ένα γνωστό γνωμικό
.

Και παρόλο που από διαίσθηση καταλαβαίνουμε ότι
το δέσιμο σημαίνει θάνατο, συνεχίζουμε να μένουμε αγκιστρωμένοι σ’ αυτό που πια
δεν μας χρειάζεται, σ’ αυτό που δεν υπάρχει πια, τρέμοντας τις φανταστικές
συνέπειες, αν αποδεσμευτούμε.

Χόρχε Μπουκάι – Ο Δρόμος των Δακρύων –
Εκδόσεις OPERA

Όταν πρωτοκατέβηκα στη Σμύρνη, Δ. Σωτηρίου

Εισαγωγικές επισημάνσεις

Το συγκεκριμένο απόσπασμα από το μυθιστόρημα τα Ματωμένα Χώματα δεν συνδέεται με την περιπέτεια του μικρασιατικού ελληνισμού, που αποτελεί το θεματικό κέντρο του έργου. Η συγγραφέας τοποθετεί την αυτοβιογραφική αφήγηση του μικρού ήρωά της στα 1910 και συνδέει την εξιστόρησή του με δυο σημαντικά βιώματα της παιδικής του ηλικίας: την πρώτη επαφή με την κοσμοπολίτικη Σμύρνη, που εντυπωσιάζει το μικρό χωριατόπουλο και την πρώιμη απεξάρτησή του από την οικογένεια, η οποία σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής, επιβαλλόταν στα αγόρια των χαμηλών κοινωνικών τάξεων,γύρω στην ηλικία των δώδεκα χρόνων. Η πορεία του αγοριού προς στην ενηλικίωση περνά μέσα από τη βιοπάλη, έτσι ουσιαστικά στο απόσπασμα παρακολουθούμε την ενηλικίωση του αφηγητή, η οποία συνοδεύεται από υψηλό αίσθημα αυτοεκτίμησης. Μέσα από την αφήγηση της προσωπικής και οικογενειακής ιστορίας του ήρωα πληροφορούμαστε την περιπέτεια, τις κατακτήσεις  και τις τραγωδίες του μικρασιατικού ελληνισμού κατά τη μακρά ιστορική διαδρομή του στην περιοχή, στοιχεία  βέβαια που  ξεδιπλώνονται σε όλο το έργο και  δεν αναδεικνύονται στο ανθολογούμενο απόσπασμα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Έτσι αγαπάς εσύ, του Πέδρο Σαλίνας

Satoki Nagat

Έτσι αγαπάς εσύ,
αφήνοντάς με να σε αγαπώ.
Το «ναι» όταν μου δίνεσαι
είναι η σιωπή. Φιλάς
προσφέροντας τα χείλη σου
σ’ εμένα, για να τα φιλήσω.
Κουβέντες, αγκαλιάσματα,
δεν θα μου πουν ποτέ ότι εσύ υπήρχες,
ποτέ ότι με αγάπησες: ποτέ.

Μου το λεν λευκές σελίδες,
χάρτες, οιωνοί, τηλέφωνα·
εσύ όχι.
Κι έχω πιαστεί από πάνω σου
χωρίς να σε ρωτώ, από φόβο
μήπως δεν είναι αλήθεια
ότι ζεις και με αγαπάς.
Κι έχω πιαστεί από πάνω σου
χωρίς να σε κοιτώ ή να σ’ αγγίζω.
Μην έτσι έρθουν τα πράγματα κι ανακαλύψω
μ’ ερωτήσεις και με χάδια
εκείνη την τεράστια μοναξιά
να σε αγαπάω μονάχα εγώ.

(μετάφραση: Ούρσουλα Φωσκόλου)

Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com