Μάι 15 2015
“Παρεισφρέω” – Μια λέξη εξομολογείται
παρεισφρέω (όχι παρεισφρύω!) = μπαίνω αδικαιολόγητα ή κρυφά ή ανεπίτρεπτα (κακόσημο), υπεισέρχομαι, παρεισδύω, δες και: εμφιλοχωρώ
-
-
(αρχαία λ. παρεισφρέω < παρά + εἰσφρέω [εἰς + -φρέω< φέρω])
- π.χ. «Συχνά στις μαθητικές διαδηλώσεις παρεισφρέουν ύποπτα άτομα με εξωεκπαιδευτικούς σκοπούς»
-
-
- ο Αόριστος= παρεισέφρησα
- ο Παρακείμενος= έχω παρεισφρήσει
Μάι 15 2015
“Καθιστό γυναικείο γυμνό”, Πάμπλο Πικάσσο
Μάι 13 2015
“Τα Παιχνίδια στην Αρχαία Ελλάδα”
Μάι 13 2015
“Η Κυρά μου η τρέλα…” , Γιάννης Σκαρίμπας

(Γιάννης Σκαρίμπας, Τα Νέα Ελληνικά 1 [Ιανουάριος 1952])
Μάι 09 2015









