“Θερμοπύλες”, Κ.Π. Καβάφης




Α. Ανάλυση κειμένου

Εισαγωγικές επισημάνσεις
Ο Καβάφης: Έργο του ποιητή και ζωγράφου Ν. Εγγονόπουλου *1

Το
ποίημα είναι φιλοσοφικό-διδακτικό και θεμελιώνεται σε ιστορικό έδαφος. Δηλαδή, ο
ποιητής με αφορμή ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός   επιδιώκει να εμφυσήσει ηθικές αρχές και
ιδιαίτερα να αναδείξει την υψηλή αίσθηση του καθήκοντος ως θεμέλιο της
ατομικής, της εθνικής και ευρύτερα της κοινωνικής ελευθερίας. Ο Ε. Παπανούτσος
το κατατάσσει στα ηθικά ποιήματα, που αναπτύσσονται γύρω από την ιδέα της
αξιοπρέπειας. Η αξιοπρέπεια ήταν πυρήνας της βιοθεωρίας του ποιητή και βασικό
συστατικό της ποίησής του  και διατρέχει
ακόμη και μη ηθικά ποιήματά του.

      

Το ολιγόστιχο αυτό ποίημα έχει τα ποιοτικά
χαρακτηριστικά του  επιγράμματος και
μάλιστα του επιτύμβιου. Του μικρού, δηλαδή, εγκωμιαστικού ποιήματος, που χαρασσόταν
στην πλάκα του μνημείου πεσόντων στη μάχη, ως ύστατη τιμή.  Ανήκει στα 154 αναγνωρισμένα ποιήματα του
Καβάφη από τον πιο αυστηρό κριτή τους, τον ίδιο τον ποιητή, που είχε την εμμονή
να επαναξιολογεί τα ποιήματά του, ιδιαίτερα εκείνα που έγραψε κατά την πρώιμη
περίοδο της δημιουργίας του και είτε να τα 
εγκρίνει  είτε να τα αποκηρύττει.

Πρωτοδημοσιεύτηκε
στο περιοδικό Παναθήναια το 1903. Είναι
γραμμένο το 1901 σε εποχή μεγάλου
εθνικού αναβρασμού και στην παραμονή της μεγάλης εθνικής εξόρμησης του 1912- 13
και ο ποιητής επιθυμεί να δώσει στον Ελληνισμό υψηλά ηθικά πρότυπα.  Υπάρχει όμως και μια άλλη εκδοχή, που
κατέθεσε ο συγγραφέας  Στρατής Τσίρκας στο
μελέτημά του «Ο Καβάφης και η εποχή του» (1958).  Όταν το 1887 η ελληνική παροικία της
Αλεξάνδρειας είχε χρέος 20.000 λιρών περίπου, ο Γεώργιος Αβέρωφ, τότε πρόεδρός
της και μέγας ευεργέτης προσέφερε το μισό ποσό της οφειλής από τη δική του
περιουσία, για να ανακουφίσει την κοινότητα. Κάτι αντίστοιχο θα κάνει και μετά
την πτώχευση του Τρικούπη για το Ελληνικό Δημόσιο, ακόμη και για τις ανάγκες
του πολέμου του 1897. Ο ποιητής εμπνεύστηκε από την ακριβή πρωτοβουλία του
μεγάλου άνδρα και προσπάθησε μέσω των ιστορικών συμβόλων του να εξυμνήσει
πράξεις και έργα, ώστε να σκιαγραφήσει μια πολιτική επιβίωσης του ελληνικού γένους.
Δεν πρέπει όμως να εγκλωβίσουμε το αριστούργημα αυτό σε εθνικά ή ιστορικά όρια,
γιατί ακόμη κι αν είναι γέννημα μιας συγκεκριμένης εποχής και είχε επικαιρικές
αφορμές έμπνευσης, έχει υπερβεί τα στενά τοπικά και χρονικά όρια και προσφέρει
καθολικό νόημα.
     Ένας άλλος λόγος που κάνει ιδιαίτερο αυτό
το ποίημα είναι η αισιοδοξία του. Αποπνέει 
πίστη στον άνθρωπο και το μέλλον του. Ενώ ο Καβάφης είναι ένας ποιητής
που κατά κανόνα εκφράζει την αγωνία του ανθρώπου, τη διάψευσή του, την
αλλοτρίωση και την  παρακμή του, οι
Θερμοπύλες είναι από τις λίγες δημιουργίες του που είναι αφιερωμένες σε
ανδραγαθήματα και ηθικές κατακτήσεις.
     
Θέμα
Βασική
ιδέα του ποιήματος είναι η ανάγκη απόδοση τιμής στους ανθρώπους που δείχνουν
αμετακίνητη πίστη σε υψηλά ιδανικά
και γίνονται θεματοφύλακες πανανθρώπινων
αξιών, ακόμα κι αν διαβλέπουν την ήττα και την επικράτηση των άδικων και των
κακόβουλων.  Ο ποιητής με αφορμή τη μάχη
των Θερμοπυλών εξαίρει γενικότερα την περήφανη αντίσταση των ανθρώπων  στη δειλία, την αναξιοπρέπεια, την αδικία και
την επιβολή.  
Δομή
Το ποίημα αποτελείται από 14
στίχους και δομείται σε δύο στροφικές ενότητες:
 
  
i.     
1η 
στροφή :  (στ.1-3) η οφειλόμενη τιμή στους θεματοφύλακες
υψηλών ιδανικών –το ήθος τους
(στ. 4-10).
     ii.     
2η στροφή :   πιστοί στις επάλξεις, παρά την επίγνωση της
αναπόφευκτης ήττας.

Περιεχόμενο-Τεχνική
Πρώτη ενότητα
File:Thermopyles.jpg
Το αυθεντικό χειρόγραφο του ποιητή

       Στον πρώτο και το δεύτερο στίχο   ο ποιητής εκφράζει τον απόλυτο θαυμασμό του
για τον εξαίσιο αγώνα που έδωσαν οι Έλληνες του 480
π.
Χ στις Θερμοπύλες. Τα ιστορικά 
γεγονότα είναι σε όλους γνωστά. Ο ποιητής εκφωνεί έναν διδακτικό  μονόλογο ξεκινώντας από το λαμπρό παράδειγμα
εκείνων, για να δώσει στη συνέχεια  ένα
καθολικό νόημα στην αυτοθυσία τους.

        Αξίζει μεγάλη τιμή και βαθύς σεβασμός σ΄αυτούς, γιατί όρισαν και φύλαξαν τα
ιδανικά τους.  Όρισαν, δηλαδή αποφάσισαν με δική τους ελεύθερη προαίρεση τις αξίες
τους, χωρίς εξωτερική επιβολή και αυτοδεσμεύτηκαν να τις υπηρετούν χωρίς
αντάλλαγμα.  Επειδή ακριβώς δεν βρέθηκαν
στις Θερμοπύλες απέναντι από τις ασιατικές ορδές λόγω κάποιου καταναγκασμού, αλλά
επειδή το επέλεξαν, γι΄αυτό και φυλάγουν
τη θέση τους μέχρι τέλους. Δεν μένουν οι ιδέες τους σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά
τις κάνουν πράξη. Πολλοί κάνουν διαγγέλματα ηθικής και όταν καλούνται να τα
υλοποιήσουν  διαψεύδονται. Έτσι τα ρήματα
«όρισαν και φυλάγουν» , δηλαδή
αποφάσισαν και αγωνίζονται, τονίζουν τη συνέπεια, τη σταθερότητα και την
κατηγορηματικότητα των ηρώων.
     Από την άλλη μεριά, πρέπει να
παρακολουθήσουμε πώς και από ποιο σημείο ο έπαινος του ποιητή δραπετεύει από το
ιστορικό παρελθόν και απευθύνεται στη σύγχρονή του γενιά και τις κατοπινές. Ο
ενεστώτας του ρήματος φυλάγουν (αντί
του όρισαν και φύλαξαν) αποτελεί την πρώτη ένδειξη, γιατί προεκτείνει σε
διάρκεια την πράξη τους. Ο ποιητής πιστεύει ότι αξίζει τιμή σ΄αυτούς που
παλεύουν για τα ιδανικά τους όχι μόνο στις ώριμες στιγμές της ιστορίας, όπου
κάθε απόφαση είναι μοιραία, αλλά και στην καθημερινή ζωή.  Συνήθως όταν αναφερόμαστε σε ηρωική
συμπεριφορά την περιχαρακώνουμε μόνο στο πλαίσιο της πολεμικής αρετής και
δοξάζουμε το ήθος σε στρατιωτικές μάχες. Ο Καβάφης όμως εδώ  μιλάει για θητεία δια βίου στην αρετή.   
      Στον ίδιο στίχο παρατηρούμε την απουσία
του άρθρου
στις «Θερμοπύλες»,  που
αποτελεί την δεύτερη ένδειξη ότι οι Θερμοπύλες δεν είναι μόνο η ιστορική  τοποθεσία, αλλά   ένα
ποιητικό σύμβολο. Σημαίνει το ηθικό οχυρό, τα ιδανικά που φυλάσσουν κάποιοι
άνθρωποι σε οποιαδήποτε πατρίδα και οποιαδήποτε εποχή και κυρίως σε οποιαδήποτε
απειλή βαρβάρων, ξένων ή εγχώριων, με αντίτιμο ακόμη και τη ζωή τους.
          Στους στίχους 3-10 ο ποιητής
σκιαγραφεί το ήθος  των ηρώων, εξηγεί από
ποια υλικά είναι καμωμένοι  οι ήρωες,
χρησιμοποιώντας κυρίως μετοχές και επίθετα. Έτσι  υπογραμμίζει ότι είναι άνθρωποι ανυποχώρητοι,
ανένδοτοι μπροστά στο καθήκον (ποτέ από
το χρέος μη κινούντες
). Χρειάζεται να προσέξουμε τη μετοχή  «μη κινούντες»:  Σήμερα λέμε: κινείται από το φόβο και
εννοούμε ο φόβος είναι το κίνητρό του, ότι ωθεί τον άνθρωπο να κάνει ή να μην
κάνει κάτι. Αν εκλάβουμε τη φράση «από το χρέος μη κινούντες» μ΄αυτόν τον
τρόπο, θα παραπλανηθούμε. Ο ποιητής αποδίδει στο ρήμα «κινώ» την έννοια: μετακινούμαι.
Δηλαδή, χωρίς να μετακινηθούν ποτέ από το χρέος τους, χωρίς ποτέ να
απομακρυνθούν από αυτό. Έτσι, είναι σταθερά προσηλωμένοι στα ιδανικά τους, σαν
έτοιμοι από καιρό, όπως λέει σε άλλο του ποίημα ο Καβάφης.
     Στη συνέχεια προστίθεται το αίσθημα  της δικαιοσύνης και της μεγαλοψυχίας σε όλες
τους τις πράξεις. ( (όντες) δίκαιοι και
ίσιοι σ΄όλες των τες πράξεις) Το
επίθετο δίκαιοι έχει  πλατύτερη έννοια από αυτή που αποδίδουμε στη
λέξη στις καθημερινές μας συναλλαγές. Σημαίνει ενάρετοι, χρηστοί, φιλότιμοι και
ευσυνείδητοι. Η αίσθηση της δικαιοσύνης είναι το θεμέλιο για κάθε άλλη αρετή,
γιατί, αν αυτή όριζε τη συμπεριφορά μας, κανένας γραπτός νόμος δεν θα
χρειαζόταν να μας υπαγορεύει  το σωστό και
το τίμιο. Όπως το αρχαίο ελληνικό ρητό του Θέογνι του Μεγαρέως όριζε: « Eν δε
δικαιοσύνη συλλήβδην πασ’ αρετή εστίν», δηλαδή μέσα στη δικαιοσύνη είναι
συγκεντρωμένες όλες οι άλλες αρετές. Είναι λοιπόν δίκαιοι και 
ίσιοι , δηλαδή ευθείς σε όλες τους τις πράξεις.
        Αν και είναι τόσο ξεχωριστοί, αν και
ξέρουν ότι αποκλίνουν πολύ από το μέσο όρο, δεν 
είναι αλαζονικοί και απόμακροι από τους άλλους, που είναι ηθικά ατελείς
. Δεν είναι  ξεκομμένοι από την κοινωνία.
Ό,τι κάνουν το κάνουν μέσα στην κοινωνία, για την κοινωνία. Έτσι, είναι
ελεήμονες και γενναιόδωροι απέναντι στους πάσχοντες και συμπαρίσταται σε κάθε
τους ανάγκη έμπρακτα, είτε είναι πλούσιοι είτε  είναι φτωχοί. (γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι κι όταν είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν
γενναίοι )
Πάντα προσφέρουν αυτό που μπορούν. Η επανάληψη του επιρρήματος «πάλι» τονίζει ότι δεν εκφράζουν
περιστασιακά τη φιλανθρωπία τους αλλά έχουν μόνιμη την κλίση της προσφοράς.
                Και επειδή είναι δοτικοί και
ευσυνείδητοι είναι και  φιλαλήθεις
  
( πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες) . Δεν
αγαπούν την υποκρισία. Κι ενώ είναι στρατευμένοι σε τόσο υψηλές αρχές, θα
περίμενε κανείς ότι τρέφουν μίσος ή έστω αντιπάθεια για όσους υπηρετούν το
ψεύδος. Όμως αυτοί διαθέτουν το ψυχικό μεγαλείο, χωρίς να μιμούνται τους
αδύναμους, να τους κατανοούν και να τους λυπούνται. Ξέρουν ότι καμιά φορά και η
φύση δεν έχει προβλέψει τον ίδιο ρόλο για όλους τους ανθρώπους και επομένως
ούτε επαίρονται γι αυτό που είναι  ούτε περιφρονούν
τους άλλους γι΄αυτό που δεν μπορούν να είναι. Η αρετή που διαγράφει ο ποιητής
στους στίχους 9 και 10 βρίσκεται πολύ κοντά στην αρχαιοελληνική έννοια του
μέτρου
: η σεμνότητα, η ταπεινότητα, η σοφία. Αυτές οι αρετές  τούς αποτρέπουν από το να διαπράξουν ύβρη.  
Δεύτερη ενότητα
Αφού έδωσε ο ποιητής στους προηγούμενους στίχους ένα
γενικό ηθικό περίγραμμα των ανθρώπων που αξίζει να έχουμε ως πρότυπο και να μας
εμπνέουν, δίνει στη δεύτερη στροφή το προβάδισμα (και περισσότερη τιμή τούς πρέπει)  σε μια αρετή, που είναι το επιστέγασμα όλων: τη
διορατικότητα
. Την πρόβλεψη του κινδύνου.
       Ο ποιητής εξαίρει την αυτοθυσία και την
αυταπάρνηση, υπό τον όρο ότι έχει προβλέψει κανείς τον κίνδυνο. Και ακόμη
περισσότερο, όταν έχει προβλέψει ότι θα είναι μάταιος. Οι ήρωες δεν θυσιάζουν
τη ζωή τους από λάθος, από κακή εκτίμηση της κατάστασης ή επειδή υπερεκτιμούν
τις  δυνάμεις τους. Ο ηρωισμός έτσι θα
ήταν ένα ατύχημα σε καίρια ιστορική στιγμή. Η ανδρεία θα ήταν θράσος και
παραφροσύνη. Ούτε είναι βέβαιοι ότι με τη ζωή τους θα κερδιθεί κάτι ή θα
ανακαινιστεί ο κόσμος. Οι τριακόσιοι του Λεωνίδα δεν ζύγισαν αν αξίζει να
αγωνιστούν μετρώντας τις πιθανότητες νίκης, αλλά έδωσαν ηθικό περιεχόμενο στον
αγώνα τους και όχι στην υπεροχή απέναντι στον εχθρό. Ο ποιητής είναι σαν να μας
λέει ότι με τον εαυτό τους αναμετριούνται οι ήρωες.
Με το φόβο, με τη δειλία,
με τη λαχτάρα για τη ζωή,
που μπορεί να τους κάνει να αφήσουν το μετερίζι τους
για έναν αγώνα εκ των προτέρων χαμένο.  Οι
ήρωες μένουν τελικά από αληθινό έρωτα προς την αρετή.
Φυλάγουν Θερμοπύλες,
γιατί θα ντρέπονταν αν εγκατέλειπαν,  και
το  αγαθό της ζωής , αν επικρατούσαν οι
Μήδοι
, δεν θα ήταν πια αγαθό. Κι αν κυριαρχήσουν στο τέλος,
αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να περάσουν ανενόχλητοι. (ο Εφιάλτης θα φανεί στο
τέλος κι οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε
) Πρέπει να προσέξουμε το «επιτέλους».
Το επίρρημα δεν εκφράζει ευχή και αγωνιώδη αναμονή για κάτι επιθυμητό, όπως
σήμερα. Σημαίνει απλώς: στο τέλος, στην έσχατη ώρα.
         Μεγαλύτερη
τιμή λοιπόν αξίζει σ΄αυτούς, επειδή προέβλεψαν την έκβαση της μάχης, ότι  πολυάριθμοι εχθροί θα τους κατατροπώσουν ή  κάποιος Εφιάλτης θα φανεί και παρόλα αυτά
έμειναν πιστοί στις αρχές τους.
Ο ποιητής τούς εξυμνεί γιατί ήξεραν τι τους
περιμένει αλλά τους επιβραβεύει γιατί έμειναν πιστοί στις επάλξεις. Στο σημείο
αυτό η σκέψη του Καβάφη συναντάει το πνεύμα του Περικλή στον Επιτάφιο
  :  « κράτιστοι δ’ αν την ψυχήν δικαίως
κριθείεν οι τα τε δεινά και ηδέα σαφέστατα γιγνώσκοντες και δια ταύτα μη
αποτρεπόμενοι εκ των κινδύνων» (=
Πιο γενναιόψυχοι
όμως πρέπει να θεωρούνται όσοι γνωρίζουν με σαφήνεια τις συμφορές και τα
ευχάριστα, και όμως η γνώση αυτή δεν τους κάνει να αποφεύγουν τους κινδύνους).
     Φαίνεται ότι αυτό ονειρεύεται ο ποιητής
και για τους Νεοέλληνες. Πρώτα -πρώτα να έχουν ματιά με προοπτική, να βλέπουν
τις πράξεις τους και τα γεγονότα απλωμένα στο μέλλον, να έχουν επίγνωση των
εχθρών και των κακόβουλων,  αλλά να
αγωνίζονται πιστοί στα ιδεώδη τους με ευγένεια και ήθος. Μπορεί να φαίνεται ότι
στο τέλος οι αχρείοι επιπλέουν και οι ψεύτες κυριαρχούν. Όμως ο ποιητής
επενδύει στους ιδεολόγους και δεν πιστεύει ότι εξέλειψαν εντελώς. Με το
επίγραμμά του εξυμνεί μια συμπεριφορά που καταξιώνει την ανθρώπινη φύση, προσφέρει
προοπτικές στο γένος και μπορούμε να πούμε ότι 
δίνει έναν λακωνικό  αλλά πλήρη
ηθικό κώδικα.
Μέσα
σε 14 στίχους ανέβασε στη θεατρική σκηνή του ποιήματος  τους κύριους χαρακτήρες, που κινούν τον τροχό
της ιστορίας: τους βάρβαρους, τους απολίτιστους (Μήδοι)  τους δοσίλογους, τους ηθικούς μειοδότες και  τους δειλούς (Εφιάλτης) και ανάμεσά τους τους
εκλεκτούς ήρωες
.  Στους τελευταίους  επενδύει τις ελπίδες του για το μέλλον.      
Ο
Καζαντζάκης είχε πει : «Χωρίς αυτούς τους ακρίτες του ιδανικού η χήρα γη μας θα
΄μενε απαρηγόρητη  και δε θά ΄παιρνε
πλατωσιά κι ευγένεια ο κόσμος.» Ο Καβάφης  διαβλέποντας με τη σοφία του και την εγγενή
απαισιοδοξία του ότι το κακό και το φτηνό θα βρει τελικά τρόπο να περάσει
εξαίρει όσους παλεύουν εναντίον του  και
έμμεσα λοιδορεί όσους δεν προσπάθησαν τουλάχιστον να του αντισταθούν.
Γλώσσα
Για
την ιδιότυπη  γλώσσα του Καβάφη  έχει γίνει λόγος  στην 4η  ενότητα «Θρησκευτική
ζωή
», “Στην εκκλησία” στην
υποενότητα Γλώσσα. “Κείμενα
Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Βασιλική Δουληγέρη, Εκδόσεις Κέδρος.”

Υπενθυμίζουμε: Η χαρακτηριστική και αμίμητη
Καβαφική μεικτή γλώσσα, δημοτική της Αλεξάνδρειας με ενσωματωμένες αρχαίες
λέξεις, λόγιες, δημοτικές με αρχαιοπρεπείς καταλήξεις και λαϊκές των
καθημερινών συναλλαγών
. Ειδικότερα,
για τις Θερμοπύλες επισημαίνουμε ότι το κέντρο βάρους του νοήματος πέφτει στα
ρήματα
(όρισαν και φυλάγουν) και στις
μετοχές
(μη κινούντες, συντρέχοντες και ομιλούντες) Πρέπει να τονίσουμε τη μουσικότητα
του λόγου, τη  λιτότητα των εκφραστικών
μέσων και  την  χρήση 
πολλών επιθέτων
, κάτι που ο ποιητής δεν συνηθίζει, επιστρατεύει όμως
εδώ, για να δώσει το ηθικό περίγραμμα των αγωνιστών. Παρατηρούμε, επίσης, στον
πρώτο στίχο τη χρήση του αναφορικού επιρρήματος όπου αντί του ορθού άκλιτου που,
 την ενεργητική μετοχή «κινούντες» να  χρησιμοποιείται με παθητική σημασία
(κινούμενοι)
καθώς και τη χρήση του ρήματος «ομιλώ» με μεταβατική ιδιότητα,
όπως το ρ. λέγω (ομιλούντες την αλήθεια). 
Η χρήση της παρενθετικής πρότασης δεν ήταν επίσης πολύ συνηθισμένο
φαινόμενο της ποιητικής δημιουργίας εκείνη την εποχή. Συναντήσαμε πάντως
ανάλογο φαινόμενο και στον Κάλβο (Εις Σάμον).
Από
τις λόγιες λέξεις ξεχωρίζουμε τους τύπους
:  οσάκις, εις μικρόν, πτωχοί και
πλην.
Μέτρο
Όπως
όλα τα ποιήματα του Καβάφη έτσι και οι «Θερμοπύλες» είναι γραμμένες σε ιαμβικό
μέτρο, του οποίου ο ρυθμός   πλησιάζει στη μουσικότητα του προφορικού λόγου.
Απουσιάζει η ομοιοκαταληξία, αλλά ακολουθώντας τις αισθητικές αρχές του
συμβολισμού έχει εσωτερικό ρυθμό. Αποτελείται από 14 στίχους, στοιχείο που
οδήγησε μερικούς μελετητές παλαιότερα να το χαρακτηρίσουν σονέτο. Οι στίχοι
είναι ενδεκασύλλαβοι, παροξύτονοι και έχουν νοηματική πυκνότητα
Εκφραστικά μέσα
Ελάχιστα είναι τα εκφραστικά
μέσα του ποιήματος:
Μεταφορές «όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες», «ο
Εφιάλτης στο τέλος θα φανεί», «οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε», επαναλήψεις «προβλέπουν-προβλέπουν»
«πάλ’-πάλι», στο τέλος – επί τέλους» .
Ύφος
Το
ύφος είναι υποβλητικό και οι δύο τελευταίοι στίχοι δημιουργούν ένα  δραματικό κρεσέντο. Παρόλο που είναι
εγκωμιαστικό το θέμα, ο ποιητής αποφεύγει το πομπώδες ύφος και τον ρητορικό
στόμφο.
Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού
βιβλίου
  1. Βρείτε τις
    μετοχές του ποιήματος και εξηγήστε το συντακτικό και σημασιολογικό τους
    ρόλο.
Όι μετοχές του ποιήματος είναι τέσσερις : οι «μη κινούντες»,
«συντρέχοντες», «ομιλούντες», και   η
μετοχή «ψευδόμενους». Οι τρεις πρώτες μετοχές αναφέρονται στους τιμώμενους, ενώ
η μετοχή ψευδομένους  αναφέρεται σ΄αυτούς
που δεν φτάνουν στο ηθικό ύψος των προηγούμενων, στους μικρούς, τους αδύναμους,
τους τρωτούς.
       Οι τρεις πρώτες
μετοχές από συντακτική έποψη είναι επιρρηματικές –τροπικές  και προσδιορίζουν τα ρήματα όρισαν και
φυλάττουν. Δηλαδή, περιγράφουν τον τρόπο, με τον οποίο φυλάττουν και φρουρούν
τα ιδανικά τους οι τιμώμενοι: μη
κινούντες
= μένοντας σταθερά προσηλωμένοι στο χρέος, συντρέχοντες = βοηθώντας τους συνανθρώπους τους, όσο μπορούν από το
περίσσευμα ή το υστέρημά τους, και ομιλούντες
την αλήθεια
= λέγοντας πάντα την αλήθεια. 
Πρέπει να σημειώσουμε ότι στον τέταρτο στίχο εννοείται και η τροπική
μετοχή όντες (δίκαιοι κι ίσοι), η
οποία επίσης συναρμόζεται με τις προηγούμενες τροπικές μετοχές  και αναφέρεται στους τιμώμενους ήρωες.
        Η μετοχή ψευδομένους από συντακτικής πλευράς
είναι επιθετική μετοχή (είναι, άλλωστε, έναρθρη) και ισοδυναμεί με ουσιαστικό:
τους ψευδομένους = τους ψεύτες. Δηλώνει αυτούς που είναι συνειδητά κατώτεροι
των περιστάσεων.
  1. Πώς ορίζει ο
    Καβάφης το ήθος των ανθρώπων που εξαίρει στο ποίημά του.
Οι
αγωνιστές της ζωής, τους οποίους εξυμνεί ο ποιητής στο πρόσωπο των τριακοσίων
του Λεωνίδα, είναι ολοκληρωμένες προσωπικότητες ηθικά ακέραιες. Είναι σταθερά
προσηλωμένοι από δική τους προαίρεση στο καθήκον και δεν τους μετακινεί από τις
αποφάσεις τους καμία δυσκολία και καμία δυσοίωνη πρόβλεψη για το μέλλον. Όρισαν
αυτόβουλα τις αξίες και τα ιδανικά τους και αυτοδεσμεύτηκαν να τα υπηρετούν
άνευ όρων και χωρίς ανταλλάγματα. Αυτή τους την επιλογή την τιμούν και την
κάνουν πράξη αγόγγυστα. 
      Δεν είναι όμως συνεπείς μόνο στις ώρες
των κρίσεων και των υψηλών απαιτήσεων αλλά και στην καθημερινή ζωή. Είναι
δίκαιοι και ίσοι σε όλες τους τις πράξεις. Έχουν υψηλό αίσθημα κοινωνικής
ευθύνης σε κάθε περίπτωση και είναι παρόντες. Είναι φιλάνθρωποι και
ευσπλαχνικοί. Παρέχουν πάντα αρωγή στους συνανθρώπους τους είτε είναι πλούσιοι
είτε είναι φτωχοί, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους. Κι ακόμη δεν υπηρετούν το
ψεύδος ούτε την υποκρισία, αλλά μιλάνε τη γλώσσα της αλήθειας με οποιοδήποτε
κόστος
. Έχουν, παράλληλα, την αρετή και τη σωφροσύνη να προβλέπουν το κόστος.
Δεν παλεύουν χωρίς να γνωρίζουν τους κινδύνους και τους εχθρούς τους. Όμως δεν
επαναθεωρούν αυτά που όρισαν ως αρχές της ζωής τους. Δεν περιφρονούν τους
μικρόψυχους, τους αδύναμους, τους δειλούς ή τους εθνικούς μειοδότες,
αλλά
σταθερά διαχωρίζουν τη θέση τους και φρουρούν ό,τι είναι δυνατόν να
περιφρουρηθεί. Ούτε πτοούνται, αν και ξέρουν ότι στο τέλος οι φαύλοι επικρατούν
και οι ψεύτες. Πάνω από όλα ο ποιητής τους γι αυτό τους επαινεί, γιατί
επιλέγουν το δρόμο της αρετής ξέροντας πόσο δύσκολος και καμιά φορά αδιέξοδος
είναι.
3.    
Με ποιον τρόπο και για ποιο λόγο ο Νεοέλληνας ποιητής
αποδίδει τιμή στους αρχαίους υπερασπιστές των Θερμοπυλών;
     Ο Καβάφης συνηθίζει να αντλεί τα σύμβολά
του από τις λαμπρές στιγμές του ελληνικού γένους, την Αρχαιότητα και το
Βυζαντινισμό. Είναι η Ελλάδα που τον κάνει περήφανο και τροφοδοτεί την έμπνευσή
του. Οι Θερμοπύλες είναι ένα διεθνές σύμβολο της αυτοθυσίας και της αρετής. Οι
τριακόσιοι του Λεωνίδα είναι παγκόσμιο πρότυπο ανδρείας και ηρωισμού
, που έχει
εξυμνηθεί από πολλούς και με πολλούς τρόπους. Προς επίρρωση όσων υπογράμμισε
στην Αρχαιότητα ο  ομότεχνός του  Σιμωνίδης (με το:
Ώ ξειν’ αγγέλλειν
Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοίς κείνων ρήμασι πειθόμενοι), ο  Νεοέλληνας
ποιητής αποδίδει τιμή στους εκλεκτούς αυτούς άνδρες συνθέτοντας ένα λαμπρό
επίγραμμα, που θα μνημονεύει την περιλάλητη πράξη τους με αντάξιο τρόπο.  
      Από την άλλη μεριά, στην πολυθρύλητη
πολεμική αρετή των πεσόντων ο ποιητής συμπληρώνει και τη σωφροσύνη, τη
γενναιοδωρία και σε καιρό ειρήνης,
το σθένος, τη μεγαλοψυχία και το ψυχικό
μεγαλείο, τη σεμνότητα και την κοινωνικότητα. Στοιχεία που δεν έχουν εκτιμηθεί
όσο πρέπει στο ήθος των ηρώων. Συνθέτει έτσι έναν ολοκληρωμένο ηθικό κώδικα που
ελπίζει να εμπνεύσει και τους αναγνώστες του και να τον ακολουθήσουν. Άμεσος
αποδέκτης του ποιήματος είναι η κοινωνία της εποχής του, στην οποία διαπιστώνει
σημάδια παρακμής,
αλλά ο ποιητής 
απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο ακόμη και στον εαυτό του. Εξυμνώντας τους
τριακόσιους του Λεωνίδα δείχνει ότι αυτή η στάση ζωής είναι εφικτή και
δεν κινείται στη σφαίρα του ιδανικού και απραγματοποίητου.
  1. Τι συμβολίζουν οι Θερμοπύλες, οι Μήδοι
    και οι Εφιάλτης;
Οι
Θερμοπύλες  συμβολίζουν τα υψηλά ιδανικά, στα οποία όταν
προσβλέπει ο άνθρωπος  εξευγενίζεται,
ολοκληρώνεται και πραγματώνει τον ιστορικό του προορισμό. Για την κατάκτησή
τους προϋπόθεση είναι η ελευθερία βούλησης και απαιτείται απόλυτη αφοσίωση,
συνέπεια και αν χρειαστεί αυτοθυσία και αυταπάρνηση.
 Ο Εφιάλτης
συμβολίζει τους ανθρώπους που είτε από φυσική αδυναμία είτε από κακότητα
υπονομεύουν τους ευγενικούς αγώνες. Μπορεί όμως να είναι και ο ίδιος μας ο
εαυτός που καμιά φορά μάς προδίδει και μας ξεστρατίζει από τον ανηφορικό δρόμο
της αρετής, για να μας στρέψει στην ευκολία και το συμβιβασμό.
Οι
Μήδοι  συμβολίζουν 
τους φαύλους ανθρώπους ή τις περιστάσεις που υποσκάπτουν κάθε ευγενική  προσπάθεια του ανθρώπου να υλοποιήσει υψηλές
ηθικές αξίες, για να επικρατήσει η βαρβαρότητα και η χυδαιότητα.  

1. * Ο Καβάφης του Νίκου Εγγονόπουλου
Η περίφημη προσωπογραφία σε
βυζαντινό στιλ του Κ.Π. Καβάφη δημιουργήθηκε από τον θαυμαστή του, τον
ζωγράφο και ποιητή Νίκο Εγγονόπουλο. Ο πίνακας βασίστηκε σε φωτογραφία
που τράβηξε ο Κυριάκος Παγώνης το 1932, λίγο πριν το θάνατο του Καβάφη
κι ενώ ήταν ήδη άρρωστος. Εξηγεί ο Εγγονόπουλος: «Ήταν πολύ
καταπονημένος, αλλά είχε μια φλόγα μέσα του, αυτή τη θεϊκιά φλόγα. Και
αυτήν τη φωτογραφία δεν ήθελα να την αφήσω έτσι και με τον πίνακά μου
την καθάρισα. Ο Καβάφης ακόμη και στα
γηρατειά του ήταν έφηβος, ωραίος, δε μπορούσε ποτέ να είναι
κουρασμένος». Στον πίνακα αναγράφονται οι δυο πρώτοι στίχοι του
καβαφικού ποιήματος «Σοφιστής απερχόμενος εκ Συρίας»: «Δόκιμε σοφιστή
που απέρχεσαι εκ Συρίας/ και περί Αντιοχείας σκοπεύεις να συγγράψεις» . Στη φωτογραφία το έργο «Κ.Π. Καβάφης», του Νίκου Εγγονόπουλου, 1948. Αρχείο Καβάφη, Ίδρυμα Ωνάση. ‪#‎CavafyArchive‬ ‪#‎ΑρχείοΚαβάφη‬
Επίγραμμα ονομάζεται το σύντομο, μονόστροφο  ποίημα, που έχει πυκνό νόημα, σοβαρό
περιεχόμενο και υποβλητικό τόνο. Η έκτασή του κυμαίνεται από 2 έως 6 στίχους,
χωρίς αυτό να είναι απόλυτος κανόνας. Το επίγραμμα  μπορεί να είναι εγκωμιαστικό ηρώων ή αθλητών,
σκωπτικό, επιτύμβιο, ελεγειακό ή επιδεικτικό, ερωτικό
.κ.ά.  
    Τα επιγράμματα είναι
ποιητικές συνθέσεις γνωστές από την αρχαιότητα. Τοποθετούνται
στις αρχές του 7ου π.Χ. αιώνα και ίσως και πιο παλιά Ιδιαίτερα
όμως η ποιητική αυτή σύνθεση άνθισε από τον 6ο και τον 5ο π.Χ. αιώνα. Τότε
γράφτηκαν σύντομα επιγράμματα  με υψηλό
περιεχόμενο,  για τη διάδοση ηθικών αξιών,
ή την εξύμνηση ηρώων πολέμου. Στο είδος αυτό διακρίθηκαν οι λυρικοί ποιητές, ο Αρχίλοχος,
η Σαπφώ, ο Ανακρέοντας, και πρώτος απ’ όλους ο Σιμωνίδης ο Κείος, που συνέθεσε
εγκωμιαστικά επιγράμματα για νικηφόρους αγώνες.

 [x2]Μάλλον
από τυπογραφικό λάθος στο σχολικό βιβλίο το επίθετο είναι τυπωμένο: ίσοι.

 [x3]Πιο
αναλυτικά για το συμβολισμό των Μήδων και του εφιάλτη δες απαντηση 4ης
ερώτησης σχολ. Βιβλίου 

 [x4]Ο Επιτάφιος είναι λόγος που εκφώνησε ο Περικλής για
τους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού πολέμου.


 Για τη διαγραμμική Απεικόνιση του μαθήματος δες εδώ

«Η τρίπλα των ονείρων», Δημήτρης Μίγγας

Κουαουτέμοκ Μπλάνκο

 

Α. Ανάλυση κειμένου

Εισαγωγικές επισημάνσεις

Το διήγημα «Η τρίπλα των ονείρων» περιλαμβάνεται στην συλλογή διηγημάτων «Της Σαλονίκης μοναχά…». «Της Σαλονίκης μοναχά τής πρέπει το καράβι. Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά» : από το στίχο αυτό του Νίκου Καββαδία άντλησε ο Μίγγας τον τίτλο του τέταρτου βιβλίου του. Πρόκειται για μια συλλογή ένδεκα διηγημάτων∙ ″οκτώ ιστορίες, δύο παραμύθια και ένα όνειρο‶, κατά τον συγγραφέα, που διαδραματίζονται στο μαγικό τοπίο της Θεσσαλονίκης ή συνδέονται με την πόλη αυτή, που είναι εξάλλου και σημείο αναφοράς της ζωής και του έργου του συγγραφέα. Οι ήρωές της συλλογής είναι σύγχρονοι άνθρωποι με σάρκα και οστά, που σπάνια παρελαύνουν με τέτοια ποικιλία και γνήσια λαϊκότητα σε έργα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Δημοτικοί υπάλληλοι, μουσικοί, εργάτες, μηχανικοί, εστιάτορες, προπονητές ποδοσφαίρου, ναυτικοί, φαρμακοποιοί, ηθοποιοί, μαθητές ωδείου, συγγραφείς, ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές που τους συνδέει το άπιαστο όνειρο, η απογοήτευση, η δραματική ζωή, η αθόρυβη απόγνωση.  Είναι ήρωες με διαψευσμένα όνειρα, που ζουν ανώνυμοι ανάμεσα στο πλήθος την άχαρη ζωή τους, αλλά δεν παραιτούνται. Έρχονται, ζουν ή επιστρέφουν στη Θεσσαλονίκη προσπαθώντας να κερδίσουν το στοίχημα της ζωής  ή να ξαναβρούν τον εαυτό τους.

Συνέχεια ανάγνωσης

«Η τρίπλα των ονείρων», Δημήτρης Μίγγας -Διαγραμμική απεικόνιση μαθήματος


Διαγραμμική απεικόνιση μαθήματος (μνημονική απεικόνιση-σχέδιο
μαθήματος)
Στόχος:
Ø
Να αναφερθούμε
στο πιο δημοφιλές άθλημα, το ποδόσφαιρο, μέσα από μια γλυκόπικρη ανθρώπινη
ιστορία.
Ø
Να
παρακολουθήσουν και να συζητήσουν οι μαθητές τη μεγάλη κοινωνική απήχηση των
ομαδικών αθλημάτων και ιδιαίτερα του ποδοσφαίρου
Ø Να διδαχτεί ή να επαναληφθεί το διήγημα ως γραμματειακό
είδος δεδομένου ότι η «τρίπλα των ονείρων» είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα καθώς
συγκεντρώνει τα ουσιωδέστερα 
χαρακτηριστικά του.
Κύριοι θεματικοί άξονες:
Ø
Η προσωπική
ιστορία και παρακμιακή κατάσταση του Αρούκατου.
Ø
Το ποδόσφαιρο ως
αθλητική δραστηριότητα και η ανταπόκριση του ευρέος κοινού (φίλαθλοι και
ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές) σε αυτό.
Ø
Η συναισθηματική
συμμετοχή στο άθλημα.
Ø
Η συμβολική
πραγματοποίηση ενός ονείρου του Αρούκατου μέσα από την τρίπλα  του Μπλάνκο.
Βασικά στοιχεία μορφής και περιεχομένου:
Ø
Η τριτοπρόσωπη
αφήγηση.
Ø
Η αναδρομή στο
παρελθόν.
Ø
Ο λιτός λόγος, η
άμεση γλώσσα.
Ø
Ο ζωντανός λαϊκός
 χαρακτήρας του ήρωα
Ø
Οι
κινηματογραφικές εικόνες
Ø
Ετεροδιηγητικός
αφηγητής
Ø
Αναδρομική,
γραμμική  αφήγηση

Ένας Αριθμός Α. Π. Τσέχωφ – Απαντήσεις



1.      Ποιο πρόσωπο αφηγείται το
περιστατικό και ποια εντύπωση σχηματίζετε για το χαρακτήρα και το ήθος του;
         Το πρόσωπο
που αφηγείται το περιστατικό με την άβουλη δασκάλα είναι ο εργοδότης της και
πατέρας των μαθητών της. Δηλαδή, ο εργοδότης και ο αφηγητής ταυτίζονται.
Η πρώτη εντύπωση που αποκομίζουμε από το ύφος  και
τις πράξεις του είναι ότι είναι ένας άνθρωπος σκληρόκαρδος, αδίστακτος,
μικροπρεπής, φιλάργυρος, πονηρός και  απάνθρωπος, αφού δεν διστάζει
όχι μόνο να εκμεταλλευτεί οικονομικά την δασκάλα των παιδιών του, αλλά και να
την κατακλέψει και να της χρεώσει ευθύνες που δεν έχει. να
επιβλέπει τους εργαζόμενους στο σπίτι, να  μην αρρωσταίνει, να μην
είναι απρόσεκτη. Τη μειώνει, την εξευτελίζει, την τρομοκρατεί, την εξαπατά. Γι’  αυτό
και μας προξενεί αντιπάθεια και απέχθεια.
     

 Στο τέλος του αφηγήματος όμως τα
αισθήματά μας προς τον εργοδότη αλλάζουν άρδην, καθώς μάς εξομολογείται ότι όλα
ήταν ένα παιδαγωγικό τέχνασμα. Έπλεξε μια φάρσα,  για να φέρει την
Ιουλία αντιμέτωπη με τις ευθύνες της και να τη χαλυβδώσει ηθικά, ώστε να
επιβιώσει στον σκληρό και άδικο κόσμο. Έτσι, αποκαθίσταται στην εκτίμησή μας.
Κερδίζει τη συμπάθειά μας, ίσως και το θαυμασμό μας, αφού δεν επωφελείται από
την παθητικότητά της, αν και θα μπορούσε. Ούτε και αδιαφορεί για την αδυναμία
της Ιουλίας. Αντιθέτως, της δείχνει πατρικό ενδιαφέρον και στοργή και μάλιστα
σε μια εποχή που τα δικαιώματα των εργαζομένων δεν ήταν θεσμοθετημένα.  Τελικά
φαίνεται άνθρωπος έντιμος, δίκαιος, και
καλόψυχος. Το γεγονός ότι σκαρφίστηκε και σκηνοθέτησε  τέτοιο
πρωτότυπο παιδαγωγικό κόλπο δείχνει ότι είναι ευφάνταστος και έξυπνος. Αν
αναλογιστούμε δε και τις ιστορικές συνθήκες της εποχής, οφείλουμε να
αναγνωρίσουμε ότι είναι άνθρωπος  κοινωνικά ευσυνείδητος,
φιλελεύθερος και πολύ προοδευτικός.



         


2.      Ο αφηγητής
χαρακτηρίζει την Ιουλία «άβουλη». Ποιες ενέργειές της δικαιολογούν αυτό το
χαρακτηρισμό;
  Ο αφηγητής χαρακτηρίζει την Ιουλία «άβουλη»
δικαιολογημένα. Η δασκάλα στην αρχή ψελλίζει κάποιες αντιρρήσεις  (σαράντα/ δύο μήνες
και πέντε μέρες
 ), μπροστά όμως στο αυστηρό και κατηγορηματικό ύφος
του εργοδότη υποχωρεί και μαζεύεται. Οι προτάσεις μένουν ανολοκλήρωτες (Όχι, δεν έγινε τέτοιο
πράγμα….
), τα επιχειρήματά της μένουν μετέωρα (Μα εγώ….που
δανείστηκα
).  Αντί να υπερασπιστεί τον εαυτό της, να παλέψει για
το δίκιο της, φτάνει να συμφωνεί με τις άδικες κατηγορίες του άντρα (Καλά…), επειδή
θέλει να συντομεύσει το μαρτύριό της.  Ούτε καν εκφράζει τα
συναισθήματά της και την δίκαιη αγανάκτησή της. Ο λόγος της είναι
ελλειπτικός, η φωνή της χαμηλή σαν ψίθυρος και τρεμουλιαστή σαν μουρμουρητό,
πράγμα που  προδίδει το φόβο, τον πανικό  της και της
έλλειψη δυναμισμού της. 
 Ακόμη και η στάση του σώματος (τσαλακώνει νευρικά
την άκρη του φουστανιού
) την εκθέτει, γιατί αποκαλύπτει την αμηχανία της.

       Οι αντιδράσεις της
περιορίζονται στο νευρικό βήχα, τις ανεξέλεγκτες
συσπάσεις του προσώπου, στις σταγόνες του ιδρώτα και των δακρύων, το κοκκίνισμα
και τη σιωπή. Αυτή τη σιωπή την υπογραμμίζει ο συγγραφέας  : μα δεν είπε λέξη /
δεν έβγαλε άχνα.
 Και για αυτή τη σιωπή την κατηγορεί.  Η
Ιουλία είναι κατά το ήμισυ υπεύθυνη για την άδικη και σκληρή
 μεταχείριση,
γιατί θυματοποιεί τον εαυτό της. Δείχνει  απροστάτευτη,
παθητική  και ευάλωτη.  Η σιωπή και η υπακοή  την
κάνουν εύκολο θύμα για τον καθένα. Δεν πιστεύει ούτε στον εαυτό της, ούτε στο
δίκιο της. Κυρίως, δεν συνειδητοποιεί ότι ακόμα και τα κατοχυρωμένα δικαιώματα
πρέπει κανείς να τα διεκδικεί με παρρησία και σθένος. Ακόμα και τις συμφωνίες
πρέπει να τις κατοχυρώνει με αγώνα. Όταν ο αφηγητής λέει, λοιπόν,  ότι
της λείπει η βούληση, εννοεί ότι της λείπει  η αποφασιστικότητα, η
μαχητικότητα, το θάρρος.
     

  

       
3. Πώς αντιμετωπίζει η Ιουλία τον εργοδότη της και σε ποιο αποτέλεσμα
την οδηγεί η στάση της;
      Η
Ιουλία απέναντι στον εργοδότη της αναλαμβάνει το ρόλο του θύματος. Υφίσταται
μια κατάφωρη αδικία, την οποία υπομένει αδιαμαρτύρητα Δεν επαναστατεί, δεν
διαφωνεί, δεν αγανακτεί.  Τον αντιμετωπίζει με
φόβο, σαν να είναι πανίσχυρος δυνάστης.
 Είναι για αυτή  το
αφεντικό  και όχι ο προϊστάμενός της. Φοβάται μήπως χάσει τη
δουλειά της 
και είναι πεπεισμένη ότι ,αν αντιδράσει, δεν πρόκειται να  δικαιωθεί.
Ακόμη χειρότερα δείχνει να θεωρεί άδικη την διαμαρτυρία της, σαν να εξέφραζε
έτσι αναίδεια και απειθαρχία σ΄αυτόν «που της δίνει ψωμί». Είναι πεπεισμένη ότι
η τυφλή υποταγή θα της εξασφαλίσει τουλάχιστον μια στέγη και ένα μισθό της
πείνας. Το αποτέλεσμα είναι ότι απογοητεύει τον εργοδότη της και τον κάνει
έξαλλο. Η αβουλία της και η δειλία της την
υποβιβάζει στα μάτια του. Χάνει τ
ην εκτίμησή του. Παίρνει ακέραιο το μισθό
της, αλλά δεν παίρνει το μάθημά της. 
4.      Φανταστείτε τον εαυτό σας
στη θέση της δασκάλας. Πώς θα αντιδρούσατε σε ανάλογη περίσταση; Πώς πιστεύετε
ότι θα εξυπηρετούσατε περισσότερο τα συμφέροντά σας;
        Η ιστορία του
Τσέχωφ τοποθετείται σε μια άλλη εποχή, όταν αγαθά όπως τα εργασιακά
δικαιώματα, η ισότητα και η ισονομία των πολιτών δεν ήταν αυτονόητα και
κατοχυρωμένα,
 όπως σήμερα σε αρκετές χώρες του πλανήτη,  αλλά
οι πνευματικοί και πολιτικοί ηγέτες πάλευαν να πείσουν τους αδυνάτους ότι τα
δικαιούνται και τα αξίζουν. Τότε οι εργαζόμενοι που αγωνίζονταν για τα
δικαιώματά τους είχαν περισσότερα πράγματα να διακινδυνεύσουν, την εργασία
τους, την ασφάλειά τους, την ελευθερία τους, ακόμη και τη ζωή τους. Ο Τσέχωφ με
την ιστορία του προσπαθεί να αναδείξει το
κοινωνικό πρόβλημα της οικονομικής εκμετάλλευσης των εργαζομένων από τους
εργοδότες τους και της παραβίασης των δικαιωμάτων τους, με σκοπό να αφυπνίσει
τους πολίτες και να τους προτρέψει να αγωνιστούν γι΄αυτά.
     Και στην εποχή μας όμως
υπάρχουν φαινόμενα καταπίεσης, εκμετάλλευσης και αδικίας των εργαζομένων. Η
διαφορά με την εποχή του συγγραφέα είναι ότι οι πολίτες των πολιτισμένων χωρών
έχουν σε μεγάλο βαθμό συνειδητοποιήσει  τα δικαιώματά τους , αλλά και
εκπαιδεύονται (από την 
οικογένεια, το σχολείο
κ.λπ.) να κρίνουν, να διαφωνούν και να  διεκδικούν. Τις περισσότερες
φορές δε πιο πολύ εκτιμάται ο άνθρωπος που έχει λόγο και θάρρος, παρά  ένα
άβουλο και πειθήνιο πλάσμα.
       Έτσι, αν υποθέσουμε ότι  βρισκόμαστε
στη θέση να μας αδικούν, να μας εξαπατούν και να προσβάλλουν τη νοημοσύνη μας,
όπως στο διήγημα, θα καταφεύγαμε αρχικά στο διάλογο. Με  ψύχραιμο
αλλά κατηγορηματικό τρόπο θα εκφράζαμε τις αντιρρήσεις μας και τις ενστάσεις
μας. Θα μιλούσαμε ανοιχτά και αποφασιστικά.  Δεν θα παραβιάζαμε όμως
τις αρχές μας και δεν θα διακυβεύαμε την
αξιοπρέπειά μας, προκειμένου να διατηρήσουμε τη θέση μας. Είναι σημαντικό να
μην υποκύπτουμε σε πιέσεις, που μας θίγουν ή σε εκβιασμούς,  με
οποιοδήποτε κόστος. Αν η ήρεμη διαπραγμάτευση δεν απέδιδε, θα μπορούσαμε να
καταφύγουμε σε ένδικα μέσα και ασφαλώς θα σπεύδαμε να παραιτηθούμε και να
λύσουμε μια συνεργασία, αν δεν σέβονται την προσωπικότητα και το έργο μας. Μια
τέτοια μαχητική στάση θα έσωζε τουλάχιστον την αξιοπρέπειά μας, θα μας ωρίμαζε,
θα μας έκανε σίγουρα περήφανους και ασφαλώς θα περιόριζε τις αυθαιρεσίες πολλών
εργοδοτών.

Θέλετε να δείτε και …να ακούσετε τον Τσέχωφ; Μπείτε εδώ.
 Για τη Διαγραμμική απεικόνιση του μαθήματος κάνε κλικ εδώ
Δείτε περισσότερα για τα ΚΕΙΜΕΝΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Β΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ:

” Ένας Αριθμός”, Α. Π. Τσέχωφ


Διαγραμμική
απεικόνιση μαθήματος (μνημονική απεικόνιση-σχέδιο μαθήματος)
Στόχος:
·        
Να γνωρίσουν οι
μαθητές την ψυχολογία των τυπικών ηρώων του Τσέχωφ και τα ήθη και τη νοοτροπία της
 εποχής του.
·        
Με αφόρμηση  το  ακραίο
παράδειγμα  δουλικής συμπεριφοράς της
ηρωίδας,  να  γίνει διάλογος για τις ατομικές και κοινωνικές
επιπτώσεις που μπορεί να έχει η ατολμία, η δειλία  και η τυφλή υποταγή.
Κύριοι θεματικοί άξονες:
·        
Η δειλία και η
ηττοπάθεια της εργαζόμενης γυναίκας
·        
Η  εκμετάλλευση  στο χώρο της εργασίας – ο αδίστακτος εργοδότης
·        
Η φάρσα
·        
Οι αγαθές 
προθέσεις του άνδρα = το πρωτότυπο μάθημα ήθους
·        
Ο φόβος της ανεργίας
Βασικά στοιχεία μορφής και περιεχομένου:
·        
Η απλή γλώσσα αφήγησης
·        
Ο ανάλαφρος τόνος
·        
Ολοζώντανος διάλογος, σκηνοθετικές
πληροφορίες, ψυχογράφηση χαρακτήρων
θεατρικότητα του  αφηγήματος.
·        
Η συντομία του
διηγήματος
·        
Η πρωτοτυπία της
ιστορίας
·        
Η ανατροπή του μύθου
και η έκπληξη του αναγνώστη
·        
Κεντρικό πρόσωπο είναι
το βουβό πρόσωπο ( Ιουλία) και όχι ο λαλίστατος χαρακτήρας (εργοδότης).
·        
Η μεταστροφή των
συναισθημάτων του αναγνώστη
·        
Η οικονομική σκευωρία
του εργοδότη.
·        
Το παιδαγωγικό  τέχνασμα του εργοδότη.
·        
Ο αφηγητής – παντογνώστης

Δες τις απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου εδώ.

Από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ , Άννα Φρανκ Ανάλυση- Απαντήσεις

Ερμηνευτική προσέγγιση

Εισαγωγικές επισημάνσεις.

Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ είναι το ερασιτεχνικό σύγγραμμα της χαρισματικής εβραιοπούλας, το οποίο διηγείται με στωικότητα και απρόσμενη ωριμότητα την καθημερινότητα οκτώ εβραίων μέσα σε ένα καταφύγιο στην Ολλανδία. Αυτοεξόριστοι από τη Γερμανία, κρύβονταν εκεί, για να γλιτώσουν από την εγκληματική δράση των Ναζί, που συνελάμβαναν,  βασάνιζαν και εξόντωναν  τους Εβραίους.

Στο ημερολόγιο αυτό καταγράφονται  γεγονότα από τις 14 Ιουνίου 1942 ως την 1η Αυγούστου του 1944, οπότε και ανακαλύφθηκε η οικογένεια από τους Ναζί και οδηγήθηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.  Το ημερολόγιο αυτό το διέσωσαν φίλοι της οικογένειας στην Ολλανδία και μετά το θάνατο της Άννας το παρέδωσαν στον πατέρα της, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός επιζών.  Εκείνος το δημοσίευσε το 1947 και από τότε μεταφράστηκε σε τριάντα τουλάχιστον  γλώσσες. Έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο και το θέατρο και εξακολουθεί να συγκλονίζει και να φρονηματίζει με τις σκληρές αλήθειες του.

       Προικισμένη με διεισδυτική και πρόωρη ευφυΐα καθώς και με σπάνια ικανότητα να συλλαμβάνει τα πράγματα στην πραγματική τους ουσία η Φρανκ εκφράζει στις σελίδες του Ημερολογίου της, μαζί με την προσεκτική και συχνά  αυστηρή και ειρωνική περιγραφή της ζωής της μικρής κοινωνίας, όπου ζει κρυμμένη στο κέντρο του Άμστερνταμ, τις αγωνίες και τις ανησυχίες της εφηβικής ηλικίας. Αλλά η αγανάκτηση, που αισθάνεται το κορίτσι για την υποταγή των ενηλίκων στην αθλιότητα και τον κίνδυνο,  γίνεται ελπίδα και πόθος για μια ευτυχισμένη ζωή και την ωθεί  ν’ αναζητήσει μέσα στην ιστορία της ένα καθολικό νόημα. Έτσι, οι σελίδες του Ημερολογίου ξεπερνούν τα όρια ενός ντοκουμέντου και αποχτούν την αξία υποβλητικής μαρτυρίας της πάλης εναντίον του θανάτου.

Η αφήγηση της Άννας προβάλλει τη μεγάλη αδυναμία που είχε  στον πατέρα της, αλλά εκφράζει κυρίως την ωμότητα του πολέμου μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, το οποίο χάνει σταδιακά  την αθωότητά του και το ξέρει. «Δεν θα μπορέσω ποτέ να ξαναγράψω με αυτόν τον τρόπο. Γνωρίζω βαθιά μέσα μου πως δεν θα είμαι ποτέ πια αθώα» γράφει στο ημερολόγιο της η Άννα στις 2 Νοεμβρίου του 1942.

Το ημερολόγιο, γραμμένο στην Ολλανδική γλώσσα και σε μορφή επιστολών προς μια φανταστική φίλη της Άννας, την Κίτυ, .είναι ένα κείμενο με μοναδικό ιστορικό ενδιαφέρον. Κατά γενική ομολογία όμως  είναι και ένα κείμενο με  λογοτεχνική αξία. Φαίνεται ότι εκτός από ένα παιδί που έπεσε θύμα της θηριωδίας των ενηλίκων  χάθηκε και ένα σπουδαίο λογοτεχνικό ταλέντο.

👬👭 ΔΕΣ ΚΙΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ 👬👭

 
Η Άννα στο σχολείο Μοντεσσόρι

Θέμα

Το απόσπασμα από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ περιγράφει τις σχέση της ηρωίδας με την οικογένειά της. Με αφορμή ένα ασήμαντο γεγονός η Άννα παρουσιάζει τα συναισθήματά της για τη μητέρα, τον πατέρα και την  αδερφή της. Οι σκέψεις που καταγράφει είναι αρκετά αντιπροσωπευτικές τόσο για την εφηβική ψυχολογία όσο και για τις σύγχρονες οικογενειακές σχέσεις, οι οποίες πολλές φορές αντιμετωπίζουν μικρά ή μεγάλα προβλήματα.

Δομή

Το κείμενο διαρθρώνεται σε τέσσερις ενότητες  με θεματικό άξονα τις σχέσεις της   Άννας με την οικογένειά της:

  1. Αγαπητή Κίτυ………στη γκρινιάρικη διάθεση της Μαργκότ → η διένεξη των δύο αδελφών και η μεροληψία των γονιών της υπέρ της Μαργκότ
  2. Δεν τις αγαπώ……… έχει σχέση με τα ελαττώματά της → η αγάπη της Άννας για τον πατέρα της και το παράπονό της
  3. Περισσότερο απ΄ όλους τους άλλους….. πλήρη ικανοποίηση  στα παιδιά τους;  → η σχέση της  Άννας με τη μητέρα της
  4. Μερικές φορές……….Δική σου, Άννα    → τα συναισθήματα της Άννας και οι βαθύτερες ανάγκες της
Περιεχόμενο-Τεχνική

Πρώτη ενότητα

Το ημερολόγιο  αρχίζει με τον ορισμό της ημερομηνίας επάνω δεξιά του κειμένου και με την τυπική προσφώνηση, που απαιτείται σε μια επιστολή: «Αγαπητή Κίτυ». Η Άννα απευθύνεται  στην φίλη της Κίτυ. Η Κίτυ δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, αλλά δημιούργημα της φαντασίας της ηρωίδας. Στην πραγματικότητα η Άννα, έχοντας την ανάγκη να εκφραστεί,  επινοεί μια  φανταστική φίλη που την αγαπά και τη νοιάζεται. Έτσι, προσαρμόζει ανάλογα το λόγο της, βάζει σε τάξη τις σκέψεις της, ώστε η υποθετική παραλήπτρια της επιστολής να την καταλάβει και να συμμεριστεί τις ανησυχίες της. Της απευθύνει μάλιστα και ερωτήματα ( είναι τάχα τυχαίο που πάντα εγώ τα πληρώνω και όχι η Μαργκότ;). Μ’ αυτόν τον τρόπο, η εκμυστήρευση παίρνει τη μορφή της εξομολόγησης. Τα θολά συναισθήματά της ξεκαθαρίζουν, οι σκέψεις της ταξινομούνται και επομένως καταλαβαίνει καλύτερα τον εαυτό της. Επί της ουσίας, λοιπόν, η Άννα κάνει έναν εσωτερικό διάλογο, συνομιλεί με τον εαυτό της.  Και επειδή το ημερολόγιο είναι το πιο προσωπικό κείμενο, μια εντελώς ιδιωτική υπόθεση, που μένει απαραβίαστη από τους άλλους, η Άννα μπορεί να είναι απόλυτα ειλικρινής, ανεπιτήδευτη και ελεύθερη.

Η αφορμή, για να περιγράψει τις οικογενειακές της σχέσεις, είναι μια φιλονικία, που είχε με την αδερφή της Μαργκότ. Η Άννα θέλησε να διαβάσει ένα βιβλίο της αδερφής της, όσο εκείνη έλειπε και όταν  επέστρεψε, δεν ήθελε να το επιστρέψει αμέσως. Οι γονείς της, αρχικά η μητέρα της αλλά και ο λατρευτός της πατέρας την επιπλήττουν και εκείνη νιώθει  ότι για άλλη μια φορά παίρνουν το μέρος της αδερφής της. Το  γεγονός  την θλίβει και αισθάνεται αδικημένη, κυρίως γιατί την επέκριναν, χωρίς να της δώσουν την ευκαιρία να εξηγήσει τη στάση της.

      Στο σημείο αυτό δύο κυρίως στοιχεία καταδικάζει στη συμπεριφορά των γονιών της: Όσον αφορά στη μητέρα της ότι αναμείχθηκε στη  φιλονικία με την αδερφή της και όσον αφορά στον πατέρα της ότι την επέπληξε αγνοώντας το λόγο της διένεξης. Η Άννα είναι πεπεισμένη ότι η μητέρα της και η Μαργκότ έχουν συνάψει ένα είδος συμμαχίας. Η μία υποστηρίζει την άλλη σχολιάζει και συμπληρώνει ότι τέτοιου είδους περιστατικά είναι πάγια κατάσταση, που την οδήγησε σιγά-σιγά στην απάθεια και την αδιαφορία. Από την αντίδραση του πατέρα της όμως πικραίνεται, επειδή θεωρεί ότι την υποτιμά,  την αντιμετωπίζει σαν ανώριμο παιδί, γι΄αυτό και δεν κάνει διάλογο μαζί της τη δεδομένη στιγμή. Η απογοήτευσή της από τον πατέρα θα στηριχτεί και σε άλλες σκέψεις στην επόμενη ενότητα.

Δεύτερη ενότητα

 Στην ενότητα αυτή φωτίζεται περισσότερο η σχέση της Άννας με τον πατέρα της. Εξομολογείται ότι του έχει αδυναμία, γι’ αυτό και την πονάει περισσότερο η δική του στάση. Επιζητεί πάνω από όλα τη δική του επιβεβαίωση, γιατί είναι το πρότυπό της, το ιδανικό της. Από τις λίγες μετρημένες της λέξεις, καταλαβαίνουμε ότι ο πατέρας της ήταν ξεχωριστή προσωπικότητα. Παραπονείται, ωστόσο, ότι και εκείνος αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο την αδελφή της από την ίδια και από τα λόγια της διαφαίνεται ότι έχει εκφράσει το παράπονό της αυτό στον πατέρα της. Αυτό που κυρίως τη στενοχωρεί είναι ότι την αντιμετωπίζει σαν παιδί, την κανακεύει και την καλοπιάνει, έτσι όπως παραχαϊδεύουμε ένα μωρό, με το οποίο δεν μπορούμε να κάνουμε μια συζήτηση επί ίσοις όροις.

Η Άννα παραδέχεται ότι γαντζώνεται στον πατέρα, για να υπεραναπληρώσει την απογοήτευση που νιώθει από την ψυχρότητα της μητέρας της,(γαντζώνομαι στον πατέρα γιατί είναι ο μόνος που διατηρεί σε μένα τα υπολείμματα του οικογενειακού αισθήματος). Για αυτήν ο πατέρας είναι το μοναδικό στήριγμα και πιθανότατα ο μόνος άνθρωπος που την καταλαβαίνει. Όμως μερικές φορές την αποφεύγει και την αποπέμπει, όταν πρόκειται να συζητήσουν για τη μητέρα. Ο πατέρας της δεν της επιτρέπει να εκφράσει τα παράπονά της και τις κρίσεις της για τη διαταραγμένη τους σχέση. Αρκετοί γονείς, ακόμα και σήμερα, θεωρούν ότι είναι καλύτερο να «φιμώνουν» τα παιδιά τους, όταν πρόκειται να συζητήσουν τους προβληματισμούς τους, που αφορούν κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας, για να μη διασείσουν τις  «υποτιθέμενες» ισορροπίες.

    Η Άννα  δυσανασχετεί και με την αδερφή της, τη Μαργκότ. Συχνά έρχονται σε ρήξη οι δυο τους και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι είναι πιο αγαπητή από τους γονείς. (Η Μαργκότ είναι αναμφισβήτητα η πιο έξυπνη, η πιο ευγενική, η πιο όμορφη και η πιο καλή!) Οι φράσεις αυτές λέγονται ειρωνικά, αλλά και υποδηλώνουν μια μορφή ζήλειας. Η ζήλεια αρκετές φορές υπάρχει ανάμεσα στα αδέρφια και μπορεί να είναι ένα προωθητικό συναίσθημα, που τα προτρέπει να εξελίσσονται. Όμως, στην περίπτωση της Άννας η ζήλεια πυροδοτείται από τη μεροληπτική συμπεριφορά των γονιών της. Η Άννα  επιζητεί  ίση μεταχείριση και ίση αγάπη από τους γονείς της. Ιδιαίτερα από τον πατέρα της λαχταρά να την αποδεχτεί και να την αγαπήσει όχι επειδή είναι κόρη του, αλλά επειδή είναι αυτή που είναι.

Τα σχόλιά της όμως σ’ αυτήν την ενότητα φανερώνουν και μια αγωνία δικαιολογημένη και διαδεδομένη στην εφηβική ηλικία, μήπως το μερίδιο της αγάπης που της αναλογεί είναι μικρότερο, επειδή η ίδια δεν είναι αξιαγάπητη. Η Άννα ως έφηβη δεν έχει μετρήσει τις δυνάμεις της, δεν έχει πλήρη εικόνα του εαυτού της και  δεν έχει κατακτήσει ακόμη την αυτοπεποίθησή της.

Τρίτη ενότητα

 Η Άννα εξομολογείται ότι περισσότερο από καθετί η μητέρα της της πλακώνει την καρδιά. Ο ψυχρός χαρακτήρας και η άκαμπτη στάση της  την εμποδίζει να επικοινωνήσει μαζί της και μοιραία συγκρούονται, επειδή είναι “τα δυο άκρα αντίθετα“. Αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στις δυο γυναίκες, οφείλεται, όπως υποστηρίζουν αρκετοί ψυχολόγοι, στον λανθάνοντα ανταγωνισμό που υπάρχει μεταξύ μιας μητέρας με την κόρη της. Η μητέρα θέλει να επιβληθεί και η κόρη να απορρίψει το πρότυπο της μητέρας, για να αυτονομηθεί.

Από την άλλη  μεριά όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε  τις συνθήκες εγκλεισμού της οικογένειας. Ζουν κάτω από το κράτος του τρόμου, φυλακισμένοι σε λίγα τετραγωνικά,  υποχρεωμένοι να τηρούν σιγή ασφαλείας κάθε στιγμή, χωρίς καμία παράσταση του έξω κόσμου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, τα προβλήματα διογκώνονται και τα συναισθήματα γιγαντώνονται και οι ρωγμές στις σχέσεις των προσώπων γίνονται χάσματα. Έτσι, η  Άννα ομολογεί ότι δεν τρέφει αισθήματα αγάπης για τη μητέρα της,  παρά μόνο τα «αναγκαία» λόγω της φυσικής σχέσης που τις συνδέει, του δεσμού αίματος (Δεν την αγαπώ, παρά μόνο γιατί είναι μητέρα μου). Η Άννα φαίνεται σκληρή, αλλά στη γλώσσα των εφήβων πολλές φορές ο πόνος  μεταφράζεται σε οργή και εκδηλώνεται με μομφή.

    Η Άννα απορρίπτει τη μητέρα της. Η εικόνα της απέχει πάρα πολύ  από την εικόνα της ιδανικής μητέρας, όπως την έχει φανταστεί. Για να καλύψει αυτό το κενό, προσπαθεί να παραβλέψει τα ελαττώματά της και να εστιάσει μόνο στις αρετές της. Τη στήριξη και την ενθάρρυνση που της αρνούνται οι γονείς της, προσπαθεί να την αντλήσει από τον εαυτό της (και να προσπαθήσω να βρω στον εαυτό μου αυτό που μάταια αναζητώ σ΄εκείνη). Συγκλονιστική είναι η δήλωση της  κοπέλας ότι της λείπουν οι γονείς της, παρ’ όλη την καθημερινή τους παρουσία και την ασφυκτική συνύπαρξη στο καταφύγιο νυχθημερόν. Η Άννα, λοιπόν, εννοεί ότι στερείται την ουσιαστική επικοινωνία μαζί τους, η οποία βασίζεται στον αλληλοσεβασμό, την κατανόηση, το διάλογο και την εμπιστοσύνη.

Τέταρτη ενότητα

Η Άννα εντέλει νιώθει αποξενωμένη από όλους. Δεν αισθάνεται τη συναισθηματική θαλπωρή της οικογένειας. Διαπιστώνει ότι οι δικοί της δεν της δίνουν τη σημασία που της αξίζει και η συμπεριφορά τους είναι αντιφατική, αφού τη μία μέρα τη θεωρούν πανέξυπνη και την επόμενη χαζούλα. Η δυσπιστία και η αμφισβήτηση, λοιπόν, για τις ικανότητές της, την ωθούν να εξομολογηθεί τις σκέψεις της στο ημερολόγιό της, το οποίο αναλαμβάνει το ρόλο ενός σιωπηρού συνομιλητή που την ενθαρρύνει και τη στηρίζει στη μοναξιά της.

Η Άννα, αν και μόλις δεκατριών ετών, προσπαθεί να βρει ένα βαθύτερο νόημα σ’ αυτά που της συμβαίνουν. Αποκαλύπτει έτσι την πρόωρη ωριμότητά της και μια φυσική κλίση στο στοχασμό.  Σκέπτεται ότι ο Θεός την υποβάλλει σε δοκιμασίες, για να τη δυναμώσει. Υπενθυμίζει στον εαυτό της ότι έχει όνειρα, έχει σχέδια, έχει πολλά ιδανικά, άρα δεν είναι πια μωρό. Είναι μια προσωπικότητα ολοκληρωμένη.

Στην τελευταία περίοδο η Άννα κάνει μια μικρή αυτοκριτική. (Μη με κρίνεις αυστηρά…ξεχειλίζει).  Και ζητώντας από τη φανταστική φίλη Κίτυ να μην την κρίνει αυστηρά,  προσπαθεί να συγχωρήσει τον εαυτό της για τα ξεσπάσματά της, τονίζοντας ότι είναι κι αυτή ένα πλάσμα που έχει δικαίωμα στο θυμό και την υπερβολή.

Γλώσσα

Το κείμενο, βέβαια, μας παραδίδεται σε μετάφραση, διακρίνεται, ωστόσο, για τη λιτότητα και την απλότητα των λέξεων και των εκφραστικών μέσων. Όπως συμβαίνει γενικά με τα ημερολόγια, η αφήγηση έχει αμεσότητα, περιεκτικότητα και δύναμη, γιατί αποτυπώνει πραγματικά περιστατικά και μάλιστα σε μικρή χρονική απόσταση από τη γένεσή τους, όταν τα συναισθήματα είναι νωπά. Ο συντάκτης δηλαδή του ημερολογίου γράφει εν θερμώ, άρα το κείμενο  έχει ζωντάνια.

Ύφος

Το ύφος είναι απλό και μελαγχολικό, αφού παρουσιάζει τους προβληματισμούς και τα παράπονα  ενός δεκατριάχρονου κοριτσιού κάτω μάλιστα από αυτές τις συνθήκες εγκλεισμού και τον καθημερινό φόβο του θανάτου. Ο τόνος είναι εξομολογητικός και θερμός. Σε ορισμένα σημεία, ιδιαίτερα στην τέταρτη ενότητα, γίνεται δραματικός. Η Άννα νιώθοντας ότι απευθύνεται στην καλύτερή της φίλη εξωτερικεύει τις μύχιες σκέψεις της  με οικειότητα και ειλικρίνεια

Εκφραστικά μέσα

Η Άννα δεν επιδιώκει να καλλωπίσει το λόγο της με αισθητικά μέσα, ούτε να είναι ιδιαίτερα παραστατική, αλλά να εξωτερικεύσει όσα νιώθει. Έτσι, τα εκφραστικά μέσα είναι μετρημένα και μόνο τα αναγκαία.

  • Μεταφορές: Υπήρξα πάντα ο κλόουν της οικογένειας, θα καταπιώ τα δακρυά μου, τη γεμίζει με επαίνους, το ποτήρι ξεχειλίζει
  • Εικόνες: ζάρωσε τα φρύδια της, το μισοκακόμοιρο ύφος της Μαργκότ.
  • Διάλογος: αναπαριστά με πολλή ζωντάνια το περιστατικό
  • Τραγική ειρωνεία: ποιος άλλος θα διαβάσει ποτέ αυτές τις επιστολές, εκτός από μένα; ( Οι επιστολές αυτές διαβάστηκαν σε όλο τον κόσμο και στον πατέρα της μετά το θάνατό της).

Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου

  1. Η Άννα δεν έχει καλή σχέση με την μητέρα της. Πώς δικαιολογεί η ίδια αυτό το γεγονός;

Στο εξεταζόμενο απόσπασμα η Άννα Φρανκ παρουσιάζει τη σχέση της με όλα τα μέλη της οικογένειάς της. Η μητέρα της είναι το πρόσωπο, με το οποίο  έρχεται σε μόνιμη αντιπαράθεση. Η Άννα υπογραμμίζει ότι δεν υπάρχει επικοινωνία μεταξύ τους και κατηγορεί τη μητέρα της  για μεροληπτική συμπεριφορά υπέρ της αδελφής της, Μαργκότ (η μητέρα προστατεύει τη Μαργκότ, αυτό είναι ολοφάνερο).

Αποδίδει αυτή τη σύγκρουση στη διαφορά του χαρακτήρα τους, στα ελαττώματα της μητέρας της, (είναι  σκληρή, παράλογη και σαρκαστική) και γενικότερα στο χαρακτήρα της ( με το χαρακτήρα της και τα ελαττώματά της μου πλακώνει την καρδιά). Κυρίως όμως συνδέει την διαταραγμένη σχέση με τη μητέρα της  με τη διαφορά του χαρακτήρα τους ( είμαστε τα δύο άκρα αντίθετα και, μοιραία, συγκρουόμαστε)  και υπονοεί ότι η Μαργκότ είναι η ευνοούμενη της μητέρας, επειδή της μοιάζει.  Η Άννα εξομολογείται ότι η μορφή της μητέρας της δεν ανταποκρίνεται στο ιδανικό πρότυπο μητέρας,  που έχει εκείνη στο μυαλό της. Η μητέρα της φαντασίας της είναι πάντοτε ευγενική, τρυφερή και δίκαια αντίθετα, η πραγματική της μητέρα είναι αυταρχική, ψυχρή και  επικριτική. Δεν της συμπαρίσταται, δεν την ενθαρρύνει, δεν την αγαπάει και όσο κι αν προσπαθεί η Άννα, δεν μπορεί να παραβλέψει την απουσία της.

  1. Ποια αισθήματα έχει για τον πατέρα της η Άννα; Να βρείτε τα σχετικά χωρία στο κείμενο.

Δύο είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα που συνδέουν την Άννα με τον πατέρα της, η αγάπη και ο θαυμασμός. Η Άννα  τρέφει ιδιαίτερη αγάπη γι’ αυτόν (αγαπώ τρελά τον Πίμ / δεν αγαπώ κανέναν στον κόσμο όσο τον πατέρα) και εξομολογείται ότι στη σχέση τους βρίσκει τα τελευταία ψήγματα οικογενειακού δεσμού, (διατηρεί σε μένα τα τελευταία υπολείμματα του οικογενειακού αισθήματος). Χάρις σε κείνον και μόνο σε κείνον, αισθάνεται τι θα πει «οικογένεια» και «δεσμοί αίματος». Αν και μικρή η Άννα,  αντιλαμβάνεται  πως ό,τι στερείται από τη μητέρα, το μητρικό χάδι, τη στοργή και την επιβεβαίωση, το επενδύει στον πατέρα. Γι’ αυτό και έχει γαντζωθεί επάνω του. Όμως υπάρχουν στιγμές που θέλει να μιλήσει μαζί του και να εκφράσει τις σκέψεις της και τους προβληματισμούς της για την στάση της μητέρας της, αλλά αυτός την αποκρούει (Ο πατέρας δε θέλει να καταλάβει ότι μερικές φορές έχω ακατανίκητη ανάγκη να ανακουφιστώ, να του μιλήσω για τη μητέρα· αρνείται να με ακούσει και αποφεύγει καθετί που έχει σχέση με ταελαττώματά της). Αυτή του η στάση τη γεμίζει απογοήτευση και σύγχυση.

Από την άλλη μεριά, ο πατέρας είναι το πρότυπο της Άννας (Είναι το μεγάλο μου ιδεώδες). Η φράση αυτή σημαίνει ότι ο πατέρας της ανταποκρίνεται απόλυτα στο πρότυπο του πατέρα αλλά και γενικότερα του ιδανικού ανθρώπου. Η Άννα θαυμάζει τον πατέρα της για τις αρετές του, επιθυμεί να  του μοιάσει και ίσως να μονοπωλήσει την αγάπη του, (το μόνο που ζητώ είναι την αγάπη του πατέρα). Γι’ αυτό  πικραίνεται και ζηλεύει, όταν  εκείνος υπερασπίζεται ή επαινεί τη Μαργκότ. ( Πληγώνομαι κάθε φορά που δείχνει την προτίμησή του για τη Μαργκότ ).

  1. Ποιες σκέψεις κάνει η Άννα για το ρόλο των γονέων, με αφορμή το περιστατικό με την αδερφή της;

Η ηρωίδα του κειμένου βρίσκεται στην εφηβεία και όπως κάθε νέος που βρίσκεται σ’ αυτή τη φάση της ζωή του, αντιμετωπίζει το κοινωνικό και οικογενειακό του περιβάλλον με αμφισβήτηση και επιθετικότητα. Η Άννα με αφορμή το περιστατικό με την αδερφή της και την εύνοια των γονιών της προς αυτήν, αισθάνεται ότι την αδικούν. Δεν της αφήνουν περιθώρια να εξηγήσει τη στάση της και την επικρίνουν. Θεωρεί ότι μεροληπτούν υπέρ της αδερφής της, διότι τη θεωρούν πιο έξυπνη, πιο όμορφη, πιο καλή και ευγενική. Καταδικάζει την ανάμειξη της μητέρας της στη φιλονικία των δύο αδελφών και θεωρεί ότι έπρεπε να λύσουν μόνες τους τη διαφορά τους. Κατακρίνει ακόμη και τη διαιτητική παρέμβαση του πατέρα, γιατί  πήρε το μέρος ενός από τις δύο, χωρίς να υπάρξει διάλογος.

 Επομένως, η Άννα πιστεύει ότι οι σχέσεις γονιών και παιδιών πρέπει να στηρίζονται στην ισότιμη και απλόχερη αγάπη, χωρίς διακρίσεις. Η επικοινωνία μεταξύ τους να καλλιεργείται με το διάλογο και την εμπιστοσύνη και να μην επιβάλλονται τιμωρίες, χωρίς  ειλικρινή συζήτηση.  Θεωρεί ότι τα παιδιά πρέπει να ενθαρρύνονται να μιλήσουν για τα παράπονά τους και τις πιο βαθιές σκέψεις τους και όχι να φιμώνονται. Οι δε γονείς οφείλουν να είναι πάντα δίπλα στα παιδιά τους με τρυφερότητα και κατανόηση. Έτσι, θα ήξεραν τι σκέφτονται και πώς αισθάνονται , ενώ τώρα οι γονείς της Άννας ούτε καν υποψιάζονται τι λείπει από την κόρη τους ( δεν υποπτεύονται ότι μου λείπουν στη ζωή). Πιστεύει ακόμη ότι οι γονείς δεν πρέπει να έχουν αντιφατική συμπεριφορά, αλλά σταθερή και μελετημένη ( με μεταχειρίζονται με τον πιο αναπάντεχο τρόπο ). Πάνω από όλα οι γονείς  πρέπει να δέχονται και να αγαπούν τα παιδιά τους γι’ αυτό που είναι και όχι γι΄αυτό που θα ήθελαν να είναι. (ζητώ την αγάπη του…όχι μόνο για το παιδί του, αλλά για την Άννα, αυτή που είναι). Από όλες τις παραπάνω σκέψεις, η Άννα καταλήγει να αναρωτιέται : Υπάρχουν τάχα γονείς ικανοί να δώσουν πλήρη ικανοποίηση στα παιδιά τους;

Ο Otto (Όθων)  Frank, ο πατέρας της Άννας, στέκεται στη σοφίτα,  όπου αναγκάστηκαν να κρυφτούν κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, 20 χρόνια μετά την εξόντωση όλης του της οικογένειας από τους Ναζί.  Φωτογραφία: Arnold Newman
  1. Ποια συναισθήματα κατακλύζουν την ηρωίδα την ώρα που γράφει στο ημερολόγιό της;

       Η αφήγηση της Άννας Φρανκ αποκαλύπτει διάφορα συναισθήματα και πολλές φορές αντιφατικά. Όπως, εξάλλου, είναι φυσικό λόγω της εφηβείας, διέρχεται  πολλές συναισθηματικές μεταπτώσεις.

Στην αρχή του κειμένου εκφράζει την πικρία  και την απογοήτευσή της, καθώς οι γονείς της την κατηγορούν για ένα ασήμαντο γεγονός. Επειδή η μεροληψία υπέρ της αδερφής της, είναι πάγια κατάσταση, την πνίγει το δίκιο, αισθάνεται αγανάκτηση, λύπη και θυμό, αν και η ίδια αρνείται ότι ήταν ταραγμένη και ξεκαθαρίζει ότι ένιωθε μόνον λύπη.

Για την αδερφή της δεν νιώθει φθόνο, αλλά σίγουρα της προκαλεί ζήλεια το γεγονός ότι αποσπά περισσότερους επαίνους και έχει την εύνοια της μητέρας.

 Η στάση των γονιών και ιδιαίτερα της μητέρας οξύνει τον ανταγωνισμό που έχουν τα αδέλφια και ως ένα βαθμό είναι φυσιολογικός  και έχει ως αποτέλεσμα να απορρίπτει τελείως η Άννα τη μητέρα της και να βασανίζεται από αισθήματα μειονεξίας και κατωτερότητας. (μου λείπει η δύναμη, ό,τι κάνω δεν είναι αρκετό). Παραδέχεται ότι νιώθει αντιπάθεια για τη μητέρα της, αφού της έχει κλείσει κάθε δίοδο επικοινωνίας και είναι σκληρή και σαρκαστική. Για τον πατέρα της αισθάνεται αγάπη και θαυμασμό, αν και μερικές φορές νιώθει ότι την παραμελεί και την υποτιμά.

Στην τέταρτη ενότητα κυριαρχεί το αίσθημα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης. Η Άννα κλείνει την επιστολή της προβάλλοντας αισθήματα υπομονής και στωικότητας για όλα αυτά που της συμβαίνουν.

  1. Γράψτε ένα γράμμα στους γονείς σας (αν θέλετε μπορείτε και να τους το στείλετε!) το οποίο θα εκφράζετε κάποια παράπονα που έχετε από τη στάση τους προς εσάς, τα αδέλφια σας, ή και για τη μεταξύ τους σχέση.

(Παραθέτουμε ένα υπόδειγμα επιστολής. Γράψτε με ειλικρίνεια και αμεσότητα τη δική σας, παρουσιάζοντας τα δικά σας παράπονα και διατηρώντας φιλικό και ήρεμο τόνο. Φροντίστε να γράψετε ημερομηνία, προσφώνηση και επιφώνηση, όπως στο υπόδειγμα.)

                                                                               4 Δεκεμβρίου  2007

Αγαπημένοι  μου γονείς,

Με αφορμή  ένα κείμενο, που διάβασα  στο σχολικό βιβλίο της Λογοτεχνίας, αποφάσισα να σας μιλήσω για μερικά παράπονα που έχουν οι έφηβοι σήμερα από τους ενήλικους και ιδιαίτερα από τους γονείς τους, μερικά από τα οποία εκφράζουν απόλυτα και μένα.

Οι έφηβοι νιώθουν πολλές φορές ότι οι γονείς τούς αντιμετωπίζουν  με υπεροψία και  τους θεωρούν εντελώς ανώριμους και ανίκανους να δημιουργήσουν, ή να πάρουν κάποιες αποφάσεις. Με τον τρόπο αυτό όμως τους υποτιμούν, τους καλλιεργούν  αβεβαιότητα για το μέλλον και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Χωρίς να το καταλαβαίνουν τελικά, τους αποθαρρύνουν από οποιαδήποτε προσπάθεια δημιουργίας, γιατί τους λείπει η πίστη στις δυνάμεις τους και φοβούνται την αποτυχία.

Όλα τα παιδιά της ηλικίας μου εύχονται  να είναι επιεικείς οι γονείς απέναντι στα προβλήματά τους και τα λάθη τους. Συνήθως όμως αισθάνονται ότι οι γονείς δεν είναι συμπαραστάτες τους,  αλλά  άτεγκτοι κριτές τους και η σχέση τους στηρίζεται στο φόβο και όχι στην εμπιστοσύνη. Οι έφηβοι χρειάζονται περισσότερη κατανόηση και λιγότερη καθοδήγηση. Βοηθάει, πιστεύω, οι γονείς να θυμούνται τα δικά τους εφηβικά χρόνια, όχι όμως, για να συγκρίνονται με τα παιδιά τους, αλλά για να μπορούν να τα συναισθανθούν. Νομίζω ότι κάθε εποχή έχει τις δικές της αξίες και θα μου έδινε μεγάλη ανακούφιση, αν διαπίστωνα ότι οι μεγαλύτεροι, γονείς και καθηγητές,  σέβονται αυτή την αλλαγή και τη βλέπουν καμιά φορά με αισιοδοξία και όχι πάντα ως σημάδι παρακμής και αποδιοργάνωσης της κοινωνίας.

Ξέρετε ποιο είναι το συνηθέστερο παράπονο και η πιο ανομολόγητη πικρία  πολλές φορές των συνομηλίκων μου; Από όσο έχω παρατηρήσει από τις συζητήσεις με τους φίλους μου, όσοι έχουν αδέρφια παραπονούνται για τις διακρίσεις των γονιών στην ανατροφή των παιδιών τους. Άλλοτε οι διακρίσεις σχετίζονται με το φύλο – άλλες απαιτήσεις έχουν οι γονείς από τα αγόρια τους και άλλες απ’  τα κορίτσια  τους –  άλλοτε με την ηλικία και άλλοτε γίνονται χωρίς φανερό λόγο. Πάντα όμως πληγώνουν το ίδιο. Συμπεριφορές  που τιμωρούνται αυστηρά σε ένα παιδί, για το άλλο περνούν απαρατήρητες ή έστω με μια μικρή επίπληξη, και το χειρότερο, επιτυχίες που έχει ένα παιδί, οι γονείς απαιτούν να τις επαναλάβει και το άλλο, ξεχνώντας ότι ο καθένας είναι διαφορετικός και έχει τις δικές του αρετές και τα δικά του όνειρα. Όταν δε τα παιδιά τους φιλονικούν, οι περισσότεροι γονείς  επεμβαίνουν και χειροτερεύουν την κατάσταση, αντί να αφήσουν τα παιδιά να επιλύσουν τις διαφορές τους μόνα τους ή ακόμη χειρότερα έχουν προαποφασίσει ποιος είναι ο υπαίτιος.

Ελπίζω η επιστολή αυτή να γίνει η αρχή για  συχνότερη συνομιλία και βαθύτερη επικοινωνία μεταξύ μας, με την προϋπόθεση πάντα ότι θα ξεκλέψετε περισσότερο χρόνο από το φορτωμένο επαγγελματικό σας πρόγραμμα…

                                                                                      Με αγάπη

                                                                                  ………………..

Δες τη διαγραμμική απεικόνιση του μαθήματος εδώ: 

Δες ένα βίντεο ντοκουμέντο με την Άννα Φρανκ, που τραβήχτηκε τυχαία

Δες το βίντεο που ακολουθεί με το ημερολόγιο ενός άλλου κοριτσιού, της Τάνιας Σάβιτσεβα και αναζήτησε σχετικές πληροφορίες για τη ζωή της και την πολιορκία του Λένινγκραντ κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Γράψε τις σκέψεις και τα σχόλιά σου σε ένα σύντομο κείμενο  συγκρίνοντας τα ημερολόγια ως προς το θέμα και την τύχη των κοριτσιών.

Ποιος πρόδωσε την οικογένεια Φρανκ;

” Μιλήστε, έχετε τρία λεπτά”, Χούλιο Κορτάσαρ

ΜΙΛΗΣΤΕ, ΕΧΕΤΕ ΤΡΙΑ ΛΕΠΤΑ

Μιλήστε, έχετε τρία λεπτά
Σε επιστροφή από περίπατο
όπου μάζεψα ένα λουλουδάκι για να σ’ έχω
ανάμεσα στα δάχτυλά μου μια στιγμή,
και ήπια μερικά μπουκάλια Μποζολέ, για να κατέβω στο πηγάδι
όπου χόρευε μια αρκούδα σελήνη,
στο χρυσό ημίφως της λάμπας κρεμάω τη γούνα μου
και ξέρω πως θα είμαι μόνος  στην πόλη
την πιο πολυάνθρωπη του κόσμου.

Θα δικαιολογήσεις αυτό το υστερικό ζύγισμα,
ανάμεσα σε φυγή α λα ποντικού και παράπονο μορφίνης
έχοντας υπ’ όψιν σου ότι κάνει κρύο, βρέχει πάνω στο φλιτζάνι του καφέ,
και σε κάθε μισοφέγγαρο η υγρασία ισιώνει τις πατουσίτσες της από σπόγγο.
Ιδίως γνωρίζοντας πως σε σκέφτομαι επίμονα, σαν μια τυφλή μηχανή,
σαν τον αριθμό που επαναλαμβάνει ατέλειωτα το γκονγκ του πυρετού,
ο τρελός που σκεπάζει το περιστέρι του στο χέρι
χαϊδεύοντάς το ώρα την ώρα, μέχρι να αναμίξει τα φτερά και τα δάχτυλα
σε μια μονάχα ουσία τρυφερότητας.
Πιστεύω πως θα υποπτευθείς αυτό που τρέχει,
όπως εγώ σε προαισθάνομαι στην απόσταση της πόλης σου,
γυρίζοντας από περίπατο, όπου ίσως να μάζεψες
το ίδιο λουλουδάκι, λίγο για λόγους βοτανικής
λίγο γιατί εδώ, γιατί είναι ανάγκη
να μην είμαστε τόσο μόνοι, να δώσουμε ένας στον άλλο ένα πέταλο.
ας είναι κι ένα βηματάκι, ένα χνούδι.

 Μετάφραση Βασίλης Λαλιώτης

“Ποίημα” Χούλιο Κορτάσαρ

 

ΠΟΙΗΜΑ

Σ’ αγαπώ απ΄ το φρύδι, απ’ τα μαλλιά,
σε διαφιλονικώ σε διαδρόμους
λευκότατους όπου παίζονται οι πηγές του φωτός
σε αμφισβητώ σε κάθε όνομα, σε πιάνω με λεπτότητα ουλής
σου βάζω στα μαλλιά στάχτες από κεραυνό
και κορδέλες που κοιμούνταν στη βροχή.
Δεν θέλω να έχεις μια μορφή, να είσαι,
ακριβώς ότι έρχεται πίσω από το χέρι σου,
γιατί το νερό, υπολόγισε το νερό, και οι λέοντες
όταν διαλύονται στη ζάχαρη του μύθου,
και οι χειρονομίες, αυτή η αρχιτεκτονική του τίποτα,
ανάβοντας τις λάμπες της στη μέση της συνάντησης.
Όλο το αύριο είναι ο πίνακας όπου σε εφευρίσκω και σε σχεδιάζω
για να σε σβήσω σύντομα, έτσι δεν είσαι, ούτε καν
μ ‘ αυτά τα ίσια μαλλιά, αυτό το χαμόγελο.
Ψάχνω το άθροισμά σου, στην άκρη της κούπας όπου το κρασί
είναι επίσης η σελήνη κι ο καθρέφτης,
ψάχνω αυτή τη γραμμή που κάνει να τρέμει ένας άνθρωπος
σε μια στοά του μουσείου.
Επίσης σ’ αγαπώ, και έχει καιρό και κρύο.

[Χούλιο Κορτάσαρ , “Η σύνθλιψη των σταγόνων”] Μετάφραση Βασίλης Λαλιώτης

«Το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου» Το διήγημα του Φ. Ντοστογιέφσκι σε animation

🔻


                                                                              
                                                                                 🔻




«Είμαι ένας άνθρωπος γελοίος. Τώρα με λένε τρελό. Θα ήταν τίτλος
τιμής, αν γι’αυτούς δεν εξακολουθούσα να είμαι το ίδιο γελοίος. Αλλά δεν
δυσανασχετώ πια, όλος ο κόσμος μού είναι αρκετά συμπαθής, ακόμη κι όταν
με κοροϊδεύουν, και θα έλεγε κανείς, πως τότε ίσα ίσα μου είναι συμπαθής.
Θα γελούσα κι εγώ μαζί με αυτούς ευχαρίστως, όχι τόσο για μένα, αλλά
για να τους κάνω ευχαρίστηση, αν δεν δοκίμαζα τόση θλίψη κοιτάζοντάς
τους. Θλίψη να βλέπω πώς δεν γνωρίζουν την αλήθεια, αυτή την αλήθεια που
γνωρίζω εγώ. Τι σκληρό είναι να την γνωρίζεις μόνος εσύ! Αλλά δεν θα
καταλάβουν… Όχι, δεν πρόκειται να καταλάβουν…

   Άλλοτε υπέφερα πολύ να περνώ για γελοίος. Δεν φαινόμουν. Ήμουνα. Υπήρξα
πάντα γελοίος και ξέρω ότι αναμφίβολα είμαι από γεννησιμιού μου. Θά ‘μουν
δε θά ΄μουν επτά μόλις χρόνων, όταν κατάλαβα πως ήμουνα γελοίος. Ύστερα
σπούδασα στο Πανεπιστήμιο –και όσο σπούδαζα τόσο περισσότερο καταλάβαινα
πόσο ήμουν γελοίος. Έτσι που όλη η πανεπιστημιακή μου μόρφωση φαινόταν
να μην υπάρχει παρά για να μου δείξει και να μου εξηγήσει, όσο
εντρυφούσα σ’αυτήν, πως ήμουν γελοίος. Χρόνο το χρόνο, βεβαιωνόμουν όλο
και περισσότερο ότι από κάθε άποψη παρουσίαζα ένα γελοίο πρόσωπο. Όλος ο
κόσμος με κορόιδευε παντού και πάντα. Αλλά κανενός δεν πέρναγε από το
μυαλό ότι, αν υπήρχε κάποιος στον κόσμο που ήξερε πιο καλά από όλους ότι
είμαι γελοίος, αυτός ο άνθρωπος ήμουνα εγώ. Κι αγανακτούσα που κανείς
δεν το φανταζόταν. Σε αυτό φταίω και εγώ, η αλαζονεία μου με εμπόδιζε
πάντα να ομολογήσω το μυστικό μου. Αυτή η αλαζονεία αυξανόταν με τα
χρόνια, και αν αφηνόμουν μπροστά σε οποιονδήποτε να αναγνωρίζω πως ήμουν
γελοίος, πιστεύω πως το ίδιο κιόλας βράδυ θα είχα τινάξει τα μυαλά μου
με μια πιστολιά. Έφηβος σαν ήμουν, πόσο είχα υποφέρει στη σκέψη ότι δεν
θα μπορούσα να αντισταθώ, ότι ξαφνικά θα όφειλα να το ομολογήσω στους
συντρόφους μου. Αλλά όταν ενηλικιώθηκα, αν και από χρόνο σε χρόνο είχα
βεβαιωθεί ακόμη περισσότερο για την τρομερή ιδιομορφία μου, κατάφερα για
τον άλφα ή βήτα λόγο να ηρεμήσω. Ακριβώς επειδή ως τότε αγνοούσα το
γιατί και το πώς.»
(απόσπασμα)

Εδώ όλο το κείμενο. Πηγή:


Τα απροσδόκητα μαθηματικά πίσω από την “Έναστρη Νύχτα” του Van Gogh


Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com