Η περίοδος της Λατινοκρατίας και τα ελληνικά κράτη

Η Άννα του Κλήδονα του Διαμαντή Αξιώτη, ( μεταστροφή της ιστορίας ) από τη Β.Μ.

Η Άννα του Κλήδονα, Διαμαντή Αξιώτη, πρωτότυπο κείμενο

                                                                 🔻🔻🔻🔻 
(Μεταστροφή της ιστορίας από την Β. Μ.) 
Και  ξαφνικά εκεί που ο Αναστάσης πήγε να κόψει το πρώτο κομμάτι από το λαδωμένο του ψωμί, που προοριζόταν να πέσει και να προσγειωθεί μέσα στο ταψί της Άννας, μια γνώριμη φωνή ακούστηκε να φωνάζει από πίσω μας.
       Μην το κάνεις, Αναστάση!
Εμείς γυρίσαμε ξαφνιασμένοι τα κεφάλια μας, τόσο γρήγορα, που ένιωσα μια μικρή ζάλη μόλις τα μάτια μου εστίασαν πάνω στο ψηλό αγόρι που μας φώναζε μες απ’ το σκοτάδι.
Τον ψιλοκατάλαβα. Κατάλαβα το ήρεμο αλλά σοβαρό ύφος της φωνής του. Ήταν ο Αντώνης, ο Τρελαντώνης όπως τον έλεγαν στο χωριό. Είχα καιρό να ακούσω την φωνή του, έξι ολόκληρα χρόνια για την ακρίβεια και αυτό γιατί έφυγε για την πόλη με την οικογένειά του, όταν ο πατέρας του βρήκε δουλειά σε μία μεγάλη εταιρεία. Να, από αυτές που πουλάνε ψωμί στην πόλη, σε όλους τους φούρνους. Από αυτές τις εταιρείες που ξέρουν όλοι, μέχρι και η κουτσή Μαρία που λέει η γιαγιά. Όμως εγώ ποτέ δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το όνομά της.
Όχι, όχι δεν μπορούσα να το πιστέψω! Μάλλον εγώ ο ίδιος δεν το ήθελα. Είχε αλλάξει τόσο πολύ. Τώρα πια ήταν ολόκληρος γίγαντας, σαν αυτόν από τον Κοντορεβιθούλη. Πραγματικά έτσι ένοιωθα μπροστά του, σαν τον Κοντορεβιθούλη σε λίγο πιο όμορφο μοντέλο φυσικά. Τα μαλλιά του Αντώνη πάντα ήταν σγουρά και πετούσαν προς τα πίσω, καθώς έτρεχε στα λιβάδια. Τώρα ήταν αγνώριστα. Ήταν ξυρισμένα με μόνο μια τούφα μαλλιών που ξεκινούσε από το πίσω μέρος του κεφαλιού του, έφτανε στο κούτελο και τελικά κατέληγε σε μια σγουρή φράντζα, μακριά έως την μύτη του. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του είχαν χάσει το παιδικό και στρογγυλό τους
σχήμα. Ήταν τώρα πια πιο αγριεμένα και πιο έντονα. Ακόμα δεν είχε γένια, μόνο ένα αρρενωπό μουστάκι που αχνοφαινόταν. Εμένα μου άρεσε πολύ. Ήθελα κι εγώ ένα, όμως μακρύ, για να μπορώ να το στρίβω στο σχολείο κάθε φορά που θα σκεφτόμουν. Όλοι θα με θαύμαζαν για το υπέροχο μουστάκι μου. Όμως όταν το καλοσκεφτόμουν,
θα ήταν υπερβολικά πρωτότυπο και μάλλον θα με κοροϊδεύανε και θα με φώναζαν «μουστακαλή».
Τέλος πάντων.
Τελικά, όταν όλοι πλέον είχαν καταλάβει ποιος ήταν, έτρεξαν να τον αγκαλιάσουν. Εγώ βέβαια, πρώτος. Ένα τεράστιο και κατάλευκο χαμόγελο είχε σχηματιστεί τώρα στο πρόσωπο του Αντώνη. Αφού αγκαλιαζόμασταν και γελούσαμε για ώρα, ξαφνικά η λάμψη χάθηκε από το πρόσωπό του. Όλοι σιωπήσαμε και τον κοιτούσαμε φοβισμένοι και αμήχανοι. Εκείνος έσπασε την σιωπή ρωτώντας μας τι κάναμε πάνω από το ταψί της Άννας. Ο Αντώνης που είχε την ιδέα για το ψωμί, άρχισε να εξηγεί όλα όσα είχαν συμβεί με την Άννα τα τελευταία έξι χρόνια και την φάρσα που ετοιμαζόμασταν να κάνουμε. Εκείνος είχε πάρει ένα απορημένο βλέμμα και όπως μας είπε αργότερα, η Άννα δεν ήταν έτσι πριν από έξι χρόνια.
Ο Αντώνης την ήξερε καλά την Άννα. Από τότε που είχε πρωτοέρθει στο χωριό με την οικογένειά της. Βέβαια, ήταν μικρή τότε. Όπως μας είπε ο Αντώνης όταν ήταν μικρή ήταν πολύ γλυκιά και χαριτωμένη. Είχε μεγάλα γουρλωτά ματάκια και μαγουλάκια για ζούληγμα. Μπουκλωτά μαλλιά και στρογγυλό πρόσωπο. Εμείς γελούσαμε, όχι κοροϊδευτικά, αλλά τρυφερά σαν να αναπολούσαμε την παλιά Άννα. Την Άννα που δεν γνωρίσαμε. Και με όλα αυτά έφτασε η ώρα να πάμε κι εμείς σπίτια μας.
Ξεχάσαμε τελείως την φάρσα κι αφού καληνυχτίσαμε τον Αντώνη, φύγαμε ο κάθε ένας για το σπίτι του. Την επόμενη μέρα, η Άννα είχε απογοητευτεί που δεν μπορούσε να διακρίνει κάποιο σχήμα στο ταψί της που θα της αποκάλυπτε ένα χαρακτηριστικό του μελλοντικού γαμπρού της. Η απογοήτευσή της όμως εξαφανίστηκε αμέσως μόλις αντίκρισε μπροστά της τον Αντώνη. Το ταψί της έπεσε από τα χέρια και η στάχτη μουτζούρωσε το κάτασπρο πουκάμισο του Αντώνη. Η Άννα ντροπιασμένη, με όλα τα γύρω παιδιά που κοιτούσαν, να φωνάζουν και να γελούν, κοροϊδεύοντάς την, έβαλε τα κλάματα. Ο Αντώνης νευρίασε. Αφού φώναξε στα παιδιά να σταματήσουν, αγκάλιασε την Άννα και της είπε πως κι εκείνος χάρηκε που την είδε. Η Άννα σκούπισε τα δάκρυά της στην ποδιά της και αφού του έσκασε ένα χαμόγελο, τον προσκάλεσε να έρθει στο σπίτι της, να του δανείσει ένα άλλο πουκάμισο. Αφού μπήκαν μέσα, εγώ γύρισα την πλάτη μου κι έφυγα προς τα παιδιά που έπαιζαν με τους βόλους λίγο πιο κάτω στο δρόμο. Πέντε λεπτά αργότερα είδα τον Αντώνη να φεύγει από το σπίτι με το λερωμένο του πουκάμισο στο χέρι. Ποτέ δεν τον είχα ξαναδεί τόσο χαρούμενο.
Μερικά χρόνια αργότερα, τα καλά νέα έφτασαν και στα αυτιά μου. Ο Αντώνης και η Άννα  παντρεύονταν. Ήταν ένας υπέροχος γάμος. Η Άννα ήταν πανέμορφη με το κατάλευκο νυφικό της. Ήταν υπέροχα στολισμένη και βαμμένη. Φυσικά και ο Αντώνης δεν πήγαινε καθόλου πίσω. Ήταν τόσο χαρούμενοι οι δυο τους μαζί. Τελικά, μετακόμισαν στην Αθήνα. Έκαναν δύο παιδιά και οι δουλειές τους πήγαιναν μια χαρά.

Λέτε, τελικά, εκείνο το πρωινό, η στάχτη να της έδειξε όντως ποιον θα παντρευτεί; Πιστεύετε πως ο Άγιος είχε βάλει όντως το χέρι του; Εγώ ακόμα, δεν ξέρω τι να πιστέψω. Μπορεί να ήταν γραφτό τους ή απλώς να έτυχε. Πάντως ένα ξέρω. Ο πόνος εξασθενεί, όταν τον μοιράζεσαι. Το θέμα είναι να βρεις το κατάλληλο πρόσωπο για να τον μοιραστείς, όπως και κάποιες φορές πρέπει να αφήνεις τον ονειρικό κόσμο για λίγο και να βλέπεις τι σου δίνει η ζωή και τι σου επιφυλάσσει ο δρόμος. 

                                    Β. Μ.
Πετρούπολη

 

Εσπερινός της αγάπης, Γιάννης Βαρβέρης

Man Sitting On A Park Bench,  Ernst Ludwig Kirchner

Εσπερινός της αγάπης

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;

Γιάννης Βαρβέρης, «Ο άνθρωπος μόνος», εκδ. Κέδρος, 2009

 

«Τι αφή, τι φαΐ », Παναγιώτης Μπενέας

Χρήστος Μποκόρος
ΤΙ
ΑΦΗ, ΤΙ ΦΑΪ
Ως
άνθρωπο θα με χαρακτήριζα «περισσότερο σωματικό». Μ’ αυτήν την μάλλον
ανορθόδοξη διατύπωση θα ήθελα να πω πως ίσως κατά το πλάσιμό μου φυλλορρόησε
ολίγη σαρξ παραπάνω. Ο λόγος δε που επιχειρώ αυτήν την σκέψη είναι διότι μου 
παρέχει εν τω άμα μία χούφτα ψιλόβροχο, για να μουσκέψω ελαφρώς τα χείλια της
τόσο έντονης, σχεδόν ζωτικής θα τολμούσα να σημειώσω, 
ανάγκης για αφή που νιώθω εκ γενετής να συντροφεύει την πείνα και την δίψα μου
και την οποίαν έχω –φευ– κι εγώ πολύ αναγκαστεί να νηστέψω τελευταία.

Από
τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, κάθε Μεγάλη Εβδομάδα είτε
στο χωριό, όπου τα έθιμα ρέουν πιο άγρια στις φλέβες της παράδοσης είτε στην
πόλη, όπου κάπως έχει εξημερωθεί η αγελαία έξαψη των ημερών, στοιχειώνει το
μυαλό μου μία και μόνον εικόνα: τα καθημαγμένα χέρια του Χριστού. Δυο χέρια που,
ενώ δεν έχουνε καλά-καλά προφθάσει να θρέψουν από τα καρφιά του προηγούμενου,
πληγιάζονται κάθε φορά εκ νέου από κείνα του επόμενου Πάσχα.   

Δεν
θα υπερέβαλλα ομολογώντας πως με την εικόνα δαύτη προσπαθούσα, υπό τις οδηγίες
της αποτυχίας, να συμβιβαστώ σαν παραχωρούσα αντί στέγης στα γραπτά μου τον
τίτλο «ιαματικές πληγές». Όχι γιατί είχανε στερέψει οι πηγές της
ευρηματικότητας οπότε έσπευσα να βουτήξω την γραφίδα μου στην  αφροδισιακή μελάνη του λογοπαιγνίου. Αλλά
γιατί η αυταπάτη πως ένα τραύμα θεραπεύεται μόνον από ένα βαθύτερο ήταν η
μοναδική παυσίπονη ρανίδα που έσταξε η αυτοσυντήρηση, για να αλείψω των παθών
Του –και άρα μας– το σαδιστικό αέναον.     

Και
τώρα, περασμένα ήδη μεσάνυχτα, ενταφιάζω με ευλαβική αμηχανία, δίχως περιφορά 
σε μυροβόλα στενορύμια και άψαλτη τελείως, την Μεγάλη που έδυσε Παρασκευή. Φέτος,
δεν την τίμησαν παρά το χτύπημα, το αραιό και πένθιμο, των δαχτύλων μου στα
πλήκτρα (εδώ ας μου συγχωρεθεί η υπενθύμιση στο θαύμα πως μέχρι και ποσοστό απ’
την σοδειά αδιαφορίας της εποχής τού έταξα, για να μεσολαβήσει, μπας κι αρχίσω να
γράφω με χαρμόσυνη ευχέρεια) και η γεύση που σαν άλλο σαλιγκάρι χάραζε στο
στόμα το τσιγάρο μου οδεύοντας προς το λιγόστεμά του, όμοια με αναμμένο
καρβουνάκι λίγο πριν το ελεήσει μ’ αφθονία θυμιάματος ο εξωραϊσμός.   

Ξέρετε,
μπορεί κατά βάθος και να την ευχαριστήθηκα αυτήν την ουρανοκατέβατη ανατροπή
της επανάληψης, όπως την κληρονομήσαμε. Λέγεται συχνά πως χωρίς πτώμα δεν
υπάρχει έγκλημα. Το συμπληρώνω, λοιπόν, λέγοντας ότι χωρίς την άρση των μεταξύ
μας αποστάσεων δεν υπάρχει φιλί ,
χωρίς φιλί δεν υπάρχει προδοσία, χωρίς προδοσία δεν υπάρχει σταυρός και χωρίς
τον σταυρό δεν υπάρχουν –τι παιδαριώδης λύτρωση!– χέρια ρημαγμένα. Αντιτείνω
καθ’ υποφοράν σε όσους κραδαίνουν πως χωρίς σταυρό δεν υπάρχει, εντούτοις, μήτε
ανάσταση πως δεν μπαγιάτεψε δα και η περσινή. Ευχαρίστως μάλιστα διαιρώ το
ψίχουλό της που μου αναλογεί και το μοιράζω σε ράμφη πιο αναγκεμένα. Εμένα με
χορταίνει με το παραπάνω να φαντασιώνομαι τον Ιησού να τρίβει τα χέρια του,
κουκουλωμένο στα σύννεφα να γυρίζει πλευρό και ν’ αποκοιμιέται θεϊκά, όπως ο
κάματος την Κυριακή. 

Όχι τίποτ’ άλλο μα να πάρουν επί τέλους μιαν ανάσα και
εκείνοι οι ασθμαίνοντες «πόνοι της Παναγιάς» του Βάρναλη. Τι σύλληψη, Θεέ μου!
Δεν μου το βγάζεις από το μυαλό πως και αυτή με την διείσδυση του Πνεύματός Σου
επετεύχθη· η Παναγιά ετοιμόγεννη, με το χέρι μελαγχολικά ακουμπισμένο στην
κοιλιά της, να φοβερίζει στοργικά το χρέος που κυοφορεί: «Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις».    


Κλείνω
με μιαν ακόμη παράκληση θερμή προς το θαύμα – ποτέ δεν ξέρεις, μπορεί να έχασε
τα λογικά του και να εισακουστώ. Αν, λέω αν, τυχόν βαρέθηκε ο Λάζαρος να
ξαναπεθαίνει, να μου αναστήσει το Σάββατο του χρόνου αντ’ αυτού τον Λειβαδίτη.
Σας διαβεβαιώ πως το πρώτο πράγμα που θα τον ρωτήσω, φιλώντας του τα χέρια,
είναι από ποιο ημίμετρο ψώνισε τον στίχο: «…ώσπου
ξημέρωνε κι ερχότανε ένας καινούριος πόνος να με σώσει απ’ τον παλιό
».
Με την αμφίσημη λαχτάρα να μας παρεπλάνησε το ίδιο.  



Ο ψύλλος, Δημήτρης Σπύρου

«Ψύλλος»  είναι ο τίτλος μια χειρόγραφης εφημεριδούλας, που εκδίδει και συντάσσει ένας δωδεκάχρονος μαθητής, σ’ ένα απομονωμένο χωριό της ορεινής Ολυμπίας. ο Ηλίας Σεϊτανίδης. «Ψύλλος» είναι όμως κι ο ίδιος ο μικρός Ηλίας, γιατί είναι τόσο πολύ ταυτισμένος με την εφημερίδα του, ώστε κανείς πια να μην τον φωνάζει με το πραγματικό του όνομα. 

Κι όπως γράφει ο ίδιος σ’ ένα φύλλο της εφημερίδας του, «ο Ψύλλος είναι ένα όνειρο, τα ταξίδια που θέλω να κάνω, είναι το σπάσιμο των συνόρων του μικρού χωριού μου, είναι τα φτερά που με βοηθούν να πετάξω μακριά…».

Μια πολυβραβευμένη ταινία σε σενάριο και σκηνοθεσία του Δημήτρη Σπύρου

 

Τα κόκκινα αυγά, Εμμανουήλ Ροϊδης

 
Τα κόκκινα αυγά
Ζητήσας πολλάκις να μάθω διατί τρώγομεν αυγά την Λαμπρήν, και
διατί μόνον τότε τα θέλομεν κόκκινα και σκληρά, όχι μόνον ημείς αλλά και όλοι από
τον Πόλον μέχρι του Ισημερινού οι χριστιανοί, ηναγκάσθην επί τέλους να κατατάξω
την απορίαν μου μεταξύ των αλύτων. 

Περί τούτου τω όντι ουδέν λέγουσιν ο νόμος
και οι προφήται, ουδέ καν οι Ευαγγελισταί, αν δε ερευνήση τις δέκα σοφούς,
είναι βέβαιος ότι θα λάβη παρ’ αυτών άλλας τόσας
διαφόρους απαντήσεις, απαραλλάκτως ως αν τους ηρώτα ποίον είναι το ιατρικόν της
φθίσεως ή το άριστον των πολιτευμάτων. Κατά τινάς μεν το ωόν είναι σύμβολον της
αναστάσεως, διότι καθώς συντρίβει ο νεοσσός το κέλυφος, και αναπηδά ζων εξ
αυτού, ούτω και ο Ιησούς από του μνήματος την πλάκα. Κατ’ άλλους όμως οι ταύτα
διδάσκοντες είναι αγράμματοι και το χειρότερον ασεβείς, τα δε πασχαλινά ημών
αυγά κατάγονται κατ’ ευθείαν γραμμήν από εκείνα τα οποία οι κακότροποι Ρωμαίοι
ετοποθέτουν ζέοντα υπό την μασχάλην των χριστιανών μαρτύρων, ως γίνεται ακόμη
και σήμερον, αν πιστεύσωμεν τους κακόγλωσσους, εις τα υπόγεια της ημετέρας
αστυνομίας. Περί τούτων όμως ουδέν θέλουσι ν’ ακούσωσιν οι Σημειολόγοι οι
επιμένοντες ότι το ωόν ήτο σύμβολον της γονίμου Ίσιδος και η καθ’ ωρισμένας
εορτάς αυγοφαγία έθιμον φοινικικόν μεταδοθέν εις τους εβραίους και τους
έλληνας, ως μαρτυρεί ο κρόκος αυτού, όστις κατά τον Βένφεϋν (β’ 179) είναι
αυτόχρημα ο Χαλδαϊκός κορκόμ.
Διατί δε βάφονται τα αυγά κόκκινα, τούτο εξηγούσαν οι Ραβίνοι
διδάσκοντες ότι, κατά τον Μωσαϊκόν νόμον, όχι μόνον όλα τα τρωγόμενα την ημέραν
του Πάσχα, αλλά και αυτοί οι τοίχοι των οικιών πρέπει να κοκκινίζωνται με το
αίμα του σφαζομένου αρνίου, προς εξιλέωσιν του Αγγέλου της καταστροφής. Κατά
τον Αίλιον όμως Λαμπίδιον οι Ραβίνοι δεν ηξεύρουν τι λέγουσι, τα δε πρώτα
ερυθρά αυγά δεν εβάφησαν, αλλ’ εγεννήθησαν κόκκινα από τας αυτοκρατορικάς
όρνιθας την ημέραν της γεννήσεως του Αλεξάνδρου Σεύκρου, ως χαρμόσυνος οιωνός
της μελλούσης φιλίας του προς τους χριστιανούς.
Πολύ όμως διάφορος είναι η εξήγησις του Πηδαλίου, του διδάσκοντος
ημάς ότι: «Όταν οι Εβραίοι είπον: Το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών,
εκοκκίνησαν όλα τα πράγματα όπου είχαν εις τας οικίας των, ακολούθως δε και τα
αυγά, όθεν και οι Χριστιανοί εις ενθύμησιν του θαύματος, κοκκινίζομεν τα αυγά
εν τη αναστάσει» (Πηδάλ., Λειψ. 1800, σελ. 204). Τας πλείστας άλλας της απορίας
ταύτης λύσεις δεν έχω προχείρους εις την μνήμην μου, πλην μόνης της του
Πανοσιωτάτου Εξάρχου του Αγίου Τάφου εν Βλαχία Ναθαναήλ, όστις, ερωτηθείς εν
πασχαλινώ συμποσίω περί των κοκκίνων αυγών, μοι απήντησεν: «Τρώγε και μη
ερεύνα»
                                                                                                                  
                                                                                                                   Ακρόπολις Πασχαλινή 24.4.1888


Ενότητα 6η Ενημερώνομαι και ψυχαγωγούμαι από το διαδίκτυο και άλλες πηγές

 

Διαβάστε εδώ το μάθημα και τις εργασίες
ή εδώ

 

Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά: Το μάθημα και οι εργασίες

Δες το μάθημα εδώ.
Κατεβάστε το από εδώ

Ο Οδυσσέας στη σπηλιά του Κύκλωπα: Το μάθημα και οι εργασίες

Ξεφυλλίστε το μάθημα εδώ

Μαθαίνω για τις Σταυροφορίες και την Άλωση της Πόλης από τους Ενετούς με το ipad μου

 


Βλέπω το μάθημα και  εδώ
Συνέχεια ανάγνωσης

Φόρτωση περισσότερων

This site is protected by wp-copyrightpro.com