Απρ 22 2020
Η Άννα του Κλήδονα του Διαμαντή Αξιώτη, ( μεταστροφή της ιστορίας ) από τη Β.Μ.
σχήμα. Ήταν τώρα πια πιο αγριεμένα και πιο έντονα. Ακόμα δεν είχε γένια, μόνο ένα αρρενωπό μουστάκι που αχνοφαινόταν. Εμένα μου άρεσε πολύ. Ήθελα κι εγώ ένα, όμως μακρύ, για να μπορώ να το στρίβω στο σχολείο κάθε φορά που θα σκεφτόμουν. Όλοι θα με θαύμαζαν για το υπέροχο μουστάκι μου. Όμως όταν το καλοσκεφτόμουν,
θα ήταν υπερβολικά πρωτότυπο και μάλλον θα με κοροϊδεύανε και θα με φώναζαν «μουστακαλή».
Λέτε, τελικά, εκείνο το πρωινό, η στάχτη να της έδειξε όντως ποιον θα παντρευτεί; Πιστεύετε πως ο Άγιος είχε βάλει όντως το χέρι του; Εγώ ακόμα, δεν ξέρω τι να πιστέψω. Μπορεί να ήταν γραφτό τους ή απλώς να έτυχε. Πάντως ένα ξέρω. Ο πόνος εξασθενεί, όταν τον μοιράζεσαι. Το θέμα είναι να βρεις το κατάλληλο πρόσωπο για να τον μοιραστείς, όπως και κάποιες φορές πρέπει να αφήνεις τον ονειρικό κόσμο για λίγο και να βλέπεις τι σου δίνει η ζωή και τι σου επιφυλάσσει ο δρόμος.
Απρ 20 2020
Εσπερινός της αγάπης, Γιάννης Βαρβέρης
![]() |
| Man Sitting On A Park Bench, Ernst Ludwig Kirchner |
Εσπερινός της αγάπης
Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;
Γιάννης Βαρβέρης, «Ο άνθρωπος μόνος», εκδ. Κέδρος, 2009
Απρ 18 2020
«Τι αφή, τι φαΐ », Παναγιώτης Μπενέας
![]() |
| Χρήστος Μποκόρος |
ΑΦΗ, ΤΙ ΦΑΪ
άνθρωπο θα με χαρακτήριζα «περισσότερο σωματικό». Μ’ αυτήν την μάλλον
ανορθόδοξη διατύπωση θα ήθελα να πω πως ίσως κατά το πλάσιμό μου φυλλορρόησε
ολίγη σαρξ παραπάνω. Ο λόγος δε που επιχειρώ αυτήν την σκέψη είναι διότι μου
παρέχει εν τω άμα μία χούφτα ψιλόβροχο, για να μουσκέψω ελαφρώς τα χείλια της
τόσο έντονης, σχεδόν ζωτικής θα τολμούσα να σημειώσω,
ανάγκης για αφή που νιώθω εκ γενετής να συντροφεύει την πείνα και την δίψα μου
και την οποίαν έχω –φευ– κι εγώ πολύ αναγκαστεί να νηστέψω τελευταία.
τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, κάθε Μεγάλη Εβδομάδα είτε
στο χωριό, όπου τα έθιμα ρέουν πιο άγρια στις φλέβες της παράδοσης είτε στην
πόλη, όπου κάπως έχει εξημερωθεί η αγελαία έξαψη των ημερών, στοιχειώνει το
μυαλό μου μία και μόνον εικόνα: τα καθημαγμένα χέρια του Χριστού. Δυο χέρια που,
ενώ δεν έχουνε καλά-καλά προφθάσει να θρέψουν από τα καρφιά του προηγούμενου,
πληγιάζονται κάθε φορά εκ νέου από κείνα του επόμενου Πάσχα.
Δεν
θα υπερέβαλλα ομολογώντας πως με την εικόνα δαύτη προσπαθούσα, υπό τις οδηγίες
της αποτυχίας, να συμβιβαστώ σαν παραχωρούσα αντί στέγης στα γραπτά μου τον
τίτλο «ιαματικές πληγές». Όχι γιατί είχανε στερέψει οι πηγές της
ευρηματικότητας οπότε έσπευσα να βουτήξω την γραφίδα μου στην αφροδισιακή μελάνη του λογοπαιγνίου. Αλλά
γιατί η αυταπάτη πως ένα τραύμα θεραπεύεται μόνον από ένα βαθύτερο ήταν η
μοναδική παυσίπονη ρανίδα που έσταξε η αυτοσυντήρηση, για να αλείψω των παθών
Του –και άρα μας– το σαδιστικό αέναον.
Και
τώρα, περασμένα ήδη μεσάνυχτα, ενταφιάζω με ευλαβική αμηχανία, δίχως περιφορά
σε μυροβόλα στενορύμια και άψαλτη τελείως, την Μεγάλη που έδυσε Παρασκευή. Φέτος,
δεν την τίμησαν παρά το χτύπημα, το αραιό και πένθιμο, των δαχτύλων μου στα
πλήκτρα (εδώ ας μου συγχωρεθεί η υπενθύμιση στο θαύμα πως μέχρι και ποσοστό απ’
την σοδειά αδιαφορίας της εποχής τού έταξα, για να μεσολαβήσει, μπας κι αρχίσω να
γράφω με χαρμόσυνη ευχέρεια) και η γεύση που σαν άλλο σαλιγκάρι χάραζε στο
στόμα το τσιγάρο μου οδεύοντας προς το λιγόστεμά του, όμοια με αναμμένο
καρβουνάκι λίγο πριν το ελεήσει μ’ αφθονία θυμιάματος ο εξωραϊσμός.
Ξέρετε,
μπορεί κατά βάθος και να την ευχαριστήθηκα αυτήν την ουρανοκατέβατη ανατροπή
της επανάληψης, όπως την κληρονομήσαμε. Λέγεται συχνά πως χωρίς πτώμα δεν
υπάρχει έγκλημα. Το συμπληρώνω, λοιπόν, λέγοντας ότι χωρίς την άρση των μεταξύ
μας αποστάσεων δεν υπάρχει φιλί ,
χωρίς φιλί δεν υπάρχει προδοσία, χωρίς προδοσία δεν υπάρχει σταυρός και χωρίς
τον σταυρό δεν υπάρχουν –τι παιδαριώδης λύτρωση!– χέρια ρημαγμένα. Αντιτείνω
καθ’ υποφοράν σε όσους κραδαίνουν πως χωρίς σταυρό δεν υπάρχει, εντούτοις, μήτε
ανάσταση πως δεν μπαγιάτεψε δα και η περσινή. Ευχαρίστως μάλιστα διαιρώ το
ψίχουλό της που μου αναλογεί και το μοιράζω σε ράμφη πιο αναγκεμένα. Εμένα με
χορταίνει με το παραπάνω να φαντασιώνομαι τον Ιησού να τρίβει τα χέρια του,
κουκουλωμένο στα σύννεφα να γυρίζει πλευρό και ν’ αποκοιμιέται θεϊκά, όπως ο
κάματος την Κυριακή.
Όχι τίποτ’ άλλο μα να πάρουν επί τέλους μιαν ανάσα και
εκείνοι οι ασθμαίνοντες «πόνοι της Παναγιάς» του Βάρναλη. Τι σύλληψη, Θεέ μου!
Δεν μου το βγάζεις από το μυαλό πως και αυτή με την διείσδυση του Πνεύματός Σου
επετεύχθη· η Παναγιά ετοιμόγεννη, με το χέρι μελαγχολικά ακουμπισμένο στην
κοιλιά της, να φοβερίζει στοργικά το χρέος που κυοφορεί: «Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις».
Κλείνω
με μιαν ακόμη παράκληση θερμή προς το θαύμα – ποτέ δεν ξέρεις, μπορεί να έχασε
τα λογικά του και να εισακουστώ. Αν, λέω αν, τυχόν βαρέθηκε ο Λάζαρος να
ξαναπεθαίνει, να μου αναστήσει το Σάββατο του χρόνου αντ’ αυτού τον Λειβαδίτη.
Σας διαβεβαιώ πως το πρώτο πράγμα που θα τον ρωτήσω, φιλώντας του τα χέρια,
είναι από ποιο ημίμετρο ψώνισε τον στίχο: «…ώσπου
ξημέρωνε κι ερχότανε ένας καινούριος πόνος να με σώσει απ’ τον παλιό».
Με την αμφίσημη λαχτάρα να μας παρεπλάνησε το ίδιο.
Απρ 15 2020
Ο ψύλλος, Δημήτρης Σπύρου
«Ψύλλος» είναι ο τίτλος μια χειρόγραφης εφημεριδούλας, που εκδίδει και συντάσσει ένας δωδεκάχρονος μαθητής, σ’ ένα απομονωμένο χωριό της ορεινής Ολυμπίας. ο Ηλίας Σεϊτανίδης. «Ψύλλος» είναι όμως κι ο ίδιος ο μικρός Ηλίας, γιατί είναι τόσο πολύ ταυτισμένος με την εφημερίδα του, ώστε κανείς πια να μην τον φωνάζει με το πραγματικό του όνομα.
Απρ 14 2020
Τα κόκκινα αυγά, Εμμανουήλ Ροϊδης
διατί μόνον τότε τα θέλομεν κόκκινα και σκληρά, όχι μόνον ημείς αλλά και όλοι από
τον Πόλον μέχρι του Ισημερινού οι χριστιανοί, ηναγκάσθην επί τέλους να κατατάξω
την απορίαν μου μεταξύ των αλύτων.
και οι προφήται, ουδέ καν οι Ευαγγελισταί, αν δε ερευνήση τις δέκα σοφούς,
είναι βέβαιος ότι θα λάβη παρ’ αυτών άλλας τόσας
διαφόρους απαντήσεις, απαραλλάκτως ως αν τους ηρώτα ποίον είναι το ιατρικόν της
φθίσεως ή το άριστον των πολιτευμάτων. Κατά τινάς μεν το ωόν είναι σύμβολον της
αναστάσεως, διότι καθώς συντρίβει ο νεοσσός το κέλυφος, και αναπηδά ζων εξ
αυτού, ούτω και ο Ιησούς από του μνήματος την πλάκα. Κατ’ άλλους όμως οι ταύτα
διδάσκοντες είναι αγράμματοι και το χειρότερον ασεβείς, τα δε πασχαλινά ημών
αυγά κατάγονται κατ’ ευθείαν γραμμήν από εκείνα τα οποία οι κακότροποι Ρωμαίοι
ετοποθέτουν ζέοντα υπό την μασχάλην των χριστιανών μαρτύρων, ως γίνεται ακόμη
και σήμερον, αν πιστεύσωμεν τους κακόγλωσσους, εις τα υπόγεια της ημετέρας
αστυνομίας. Περί τούτων όμως ουδέν θέλουσι ν’ ακούσωσιν οι Σημειολόγοι οι
επιμένοντες ότι το ωόν ήτο σύμβολον της γονίμου Ίσιδος και η καθ’ ωρισμένας
εορτάς αυγοφαγία έθιμον φοινικικόν μεταδοθέν εις τους εβραίους και τους
έλληνας, ως μαρτυρεί ο κρόκος αυτού, όστις κατά τον Βένφεϋν (β’ 179) είναι
αυτόχρημα ο Χαλδαϊκός κορκόμ.
διδάσκοντες ότι, κατά τον Μωσαϊκόν νόμον, όχι μόνον όλα τα τρωγόμενα την ημέραν
του Πάσχα, αλλά και αυτοί οι τοίχοι των οικιών πρέπει να κοκκινίζωνται με το
αίμα του σφαζομένου αρνίου, προς εξιλέωσιν του Αγγέλου της καταστροφής. Κατά
τον Αίλιον όμως Λαμπίδιον οι Ραβίνοι δεν ηξεύρουν τι λέγουσι, τα δε πρώτα
ερυθρά αυγά δεν εβάφησαν, αλλ’ εγεννήθησαν κόκκινα από τας αυτοκρατορικάς
όρνιθας την ημέραν της γεννήσεως του Αλεξάνδρου Σεύκρου, ως χαρμόσυνος οιωνός
της μελλούσης φιλίας του προς τους χριστιανούς.
ημάς ότι: «Όταν οι Εβραίοι είπον: Το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών,
εκοκκίνησαν όλα τα πράγματα όπου είχαν εις τας οικίας των, ακολούθως δε και τα
αυγά, όθεν και οι Χριστιανοί εις ενθύμησιν του θαύματος, κοκκινίζομεν τα αυγά
εν τη αναστάσει» (Πηδάλ., Λειψ. 1800, σελ. 204). Τας πλείστας άλλας της απορίας
ταύτης λύσεις δεν έχω προχείρους εις την μνήμην μου, πλην μόνης της του
Πανοσιωτάτου Εξάρχου του Αγίου Τάφου εν Βλαχία Ναθαναήλ, όστις, ερωτηθείς εν
πασχαλινώ συμποσίω περί των κοκκίνων αυγών, μοι απήντησεν: «Τρώγε και μη
ερεύνα»
Ακρόπολις Πασχαλινή 24.4.1888
Απρ 12 2020
Ενότητα 6η Ενημερώνομαι και ψυχαγωγούμαι από το διαδίκτυο και άλλες πηγές
Διαβάστε εδώ το μάθημα και τις εργασίες
ή εδώ
Απρ 09 2020
Ο Οδυσσέας στη σπηλιά του Κύκλωπα: Το μάθημα και οι εργασίες
Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ι: Ο Οδυσσέας στη σπηλιά του Κύκλωπα by Βασιλική Δουληγέρη on Scribd
















